Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Αγαπημένη μου πρωταγωνίστρια (the other side)

Αυτή είναι η Αγαπημένη πρωταγωνίστρια του Χρόνου για Ξόδεμα. Μια διαφορετική πρωταγωνίστρια που ταράζει την ευθεία γραμμή της κανονικότητας. 



Κάθε πρωί ξυπνάει αργά. Μετά τις 10 και μισή. Πετά το βαρύ πάπλωμα από πάνω της και ξεπλέκει με τα χέρια τα μαλλιά της καθώς η νεράιδα της νύχτας τα χει πλεγμένα όλο το βράδυ με τόση μαεστρία που μοιάζουν με χρυσοποίκιλτα δίκτυα φανταστικών ψαράδων της άπω ανατολής. Το πρόσωπο της προβάλλει ένα τεράστιο χαμόγελο. Δεν είναι χαμόγελο χαράς ή λύπης αλλά συνήθειας, σημάδι ευγνωμοσύνης που άλλη μια μέρα έχει ξημερώσει. Ολόιδια με λαγουδάκι κατεβαίνει απ το υπερυψωμένο κρεβάτι και με βήματα ανάλαφρα, θα λέγε κανείς στις μύτες των ποδιών, κατευθύνεται προς το μπάνιο.
Μετά από ένα δεκάλεπτο φυσικής ανάγκης, γρήγορου ζεστού ντουζ και στοματικής υγιεινής εμφανίζεται απ το μπάνιο άλλο πλάσμα. Το λαγουδάκι μεταμορφώνεται σε μιας παράξενης ομορφιάς γυναίκα, ένα αμάλγαμα πριγκηπέσας και πλανεύτρας μάγισσας χωρίς ωστόσο κανένα ίχνος μακιγιάζ απάνω της. Ανοίγει το ηχοσύστημα για να παίξει μουσική απ το ραδιόφωνο και βάζει την εσπρεσιέρα να ζεσταίνεται. Σιγοτραγουδά. Μέχρι να γίνει ο καφές εκείνη έχει ήδη ντυθεί. Πίνει γουλιά γουλιά το ζεστό σκέτο εσπρέσο ενώ ταυτόχρονα ετοιμάζει το κολατσιό για τη δουλειά διαβάζοντας στα πεταχτά μια εφημερίδα ή κάποιο χαρισμένο μυθιστόρημα που χει ξεμείνει στο τραπέζι της κουζίνας από μέρες.
Σχεδόν έτοιμη, φορά τις μαύρες μπότες της και βγαίνει στο διάδρομο. Κλειδώνει και μπαίνει στο ασανσέρ. Βγαίνοντας απ την εξώπορτα ψιθυρίζει στις γάτες της πολυκατοικίας κι εκείνες με τη σειρά τους κουνούν τις ουρές τους νιαουρίζοντας «καλημέρα». Η πριγκίπισσα πριν καλά καλά πατήσει το οδόστρωμα ρίχνει ένα γρήγορο βλέμμα στον ουρανό και στις ταράτσες των πολυκατοικιών. Της αρέσει όταν τα φώτα της μέρας κατακλύζονται μισά από το γκρίζο των συννέφων και μισά απ τις ζεστές αχτίδες του ήλιου.
Ντυμένη συνήθως στα μαύρα, -ένα ριχτό φόρεμα, κολάν και πάρκα καμπαρντίνας-, στο διάβα της αφήνει το φουλάρι της ν ανεμίζει διασπείροντας ξωπίσω σκόνη αστεριών και μόρια ανθρωπινότητας που διαχέονται απ το άρωμα της στην ατμόσφαιρα. Τα χειμερινά πτηνά της πόλης την ακολουθούν σφυρίζοντας σε όλη τη διαδρομή μέχρι το σταθμό του μετρό και τα φανάρια των λεωφόρων στο κοίταγμα της αλλάζουν αυτομάτως σε πράσινο βοηθώντας την να περάσει απέναντι χωρίς να περιμένει ούτε ένα δευτερόλεπτο στην αναμονή. Όλα συντελούν για πάρτη της με τρόπο μαγικό. Εκείνη δεν καταλαβαίνει τίποτα ωστόσο.
Στο μετρό κάθεται συνήθως στο τελευταίο βαγόνι διαβάζοντας πάλι κάποιο βιβλίο ή γράφοντας κείμενα όπως μόνο εκείνη ξέρει να γράφει. Απ τα παράθυρα του μετρό δε μπορείς να διακρίνεις τίποτα. Ο υπόγειος κόσμος μερικές φορές της προκαλεί μελαγχολία. Αντιθέτως στο τρένο χαζεύει παρατηρώντας απ το παράθυρο τον κόσμο έξω, την κίνηση στους δρόμους, τα εγκαταλελειμμένα κτήρια πίσω απ την Πειραιώς, τους ανθρώπους. Ακούει μουσική στο άηποντ. Το τρένο χαράζει την τεθλασμένη γραμμή του ως το τέρμα την ίδια στιγμή που το κορίτσι, η μάγισσα, η πλανεύτρα χαράζει στο μυαλό της σχέδια και σκέψεις σε λυρικούς τόνους αφού τη βοηθούν να ξεφεύγει απ τη συνήθη ρουτίνα της καθημερινότητας που την περιμένει στο γραφείο.
Στο σταθμό του Φαλήρου κατεβαίνει. Βγαίνοντας στην κεντρική λεωφόρο γεύεται στα ρουθούνια της την Όστρια και το Σιρόκο που εισβάλλουν κατευθείαν από τη θάλασσα. Γεμίζει ολόκληρη αλάτι. Τα μαλλιά της πάλι μπερδεύονται -αυτή τη φορά όχι από κάποια νεράιδα- και αυξάνουν όγκο απ την υγρασία του περιβάλλοντος. Ρίχνει ένα τελευταίο χαμόγελο για τον εαυτό της αντανακλώντας το πρόσωπο της στη γυάλινη πόρτα και μπαίνει στο τεράστιο χαλύβδινο κτίριο. Ο θυρωρός, μαγεμένος κι αυτός απ την παρουσία της, κάθε φορά παρατρίχα δε χάνει τις αισθήσεις του. Στο γραφείο την περιμένει ο υπολογιστής ανοιχτός. Η συνέχεια γράφεται πάντοτε με ηλεκτρονικά μέσα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου