Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Η γκλίτσα-σφυρίχτρα γοργόνα

Το ραβδί του τσοπάνου η γκλίτσα πολλές φορές είναι ένα έργο λαϊκής τέχνης. Η κεφαλή της γκλίτσας σχηματίζει μια αγκύλη, όπου παίρνει και το όνομά της: αγκυλίτσα> αγκλίτσα>γκλίτσα.
Η παρακάτω κεφαλή γκλίτσας προέρχεται από την περιοχή του Οιτύλου στην Μάνη. Την είχε στην κατοχή του ένας αντάρτης και μετέπειτα την δώρισε στην κυρία Α.Σ. Εκ πρώτης όψεως διακρίνεται από το όμορφο σκάλισμα της που αποτυπώνει μια γυναίκα με τα χέρια στην κοιλιά με μακριά μαλλιά, πλαισιωμένη από γεωμετρικά σχέδια που μοιάζουν με λέπια. Θα μπορούσε άνετα να αποδίδει μια γοργόνα όπου η ουρά της σχηματίζει την λαβή της γκλίτσας.



Με μια πιο προσεχτική ματιά όμως διαπιστώνεται ότι η γκλίτσα κρύβει και μια δεύτερη ιδιότητα, αυτή της σφυρίχτρας. Το πίσω μέρος της γκλίτσας έχει τρυπηθεί, στο εσωτερικό της τοποθετήθηκε ένα ξύλινο στραγάλι και μετέπειτα η τρύπα σφραγίστηκε αφήνοντας μόνο μια μικρή οπή για τις ανάγκες τις σφυρίχτρας.


Ο παππούς ισχυριζόταν ότι χρησιμοποιούσε την γκλίτσα για να επικοινωνεί με τους υπόλοιπους αντάρτες στα βουνά. Ουσιαστικά η γκλίτσα δεν είναι τίποτα άλλο από μια κρυφή σφυρίχτρα που εξυπηρετούσε ανάγκες επικοινωνίας και συνεννόησης μεταξύ των ανταρτών στην Μάνη.




Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Σμύρνη 1922: Μια ανάμνηση, με μια ανάσα.

Σμύρνη, μια οικογένεια τρέχει ανάμεσα σε καμμένα κτήρια, σκοτωμένους ανθρώπους και ματωμένες λόγχες. Πριν λίγα λεπτά οι Κέτηδες (Οι Κέτηδες ή Τσέτες ήταν ένοπλοι Τούρκοι εθελοντές που δρούσαν οργανωμένα σε τάγματα ή συμμορίες)  είχαν πιάσει το μικρότερο μέλος της οικογενείας την Σοφία. Η Σοφία κλαίγοντας έβριζε και κλωτσούσε τους Κέτηδες και αφού την έσυραν λίγα μέτρα στο δρόμο την εκτέλεσαν.
Μέσα στον πανικό η οικογένεια βρίσκει καταφύγιο σε μια εκκλησία όπου φρουρείται από Ιταλούς στρατιώτες. Εκατοντάδες είναι στοιβαγμένοι σε αυτό τον χώρο. Ο πατέρας, τα δύο αδέρφια και ο γαμπρός της οικογένειας έχουν μείνει έξω από την εκκλησία. Η μητέρα αφήνει το μικρό παιδί στην εκκλησία αναζητώντας τους υπόλοιπους.
Στο δρόμο βρίσκει την μια της έγκυο κόρη παρέα με τον γαμπρό της να έχουν αιχμαλωτιστεί από Τούρκους στρατιώτες. Πέφτει στα πόδια τους και αφού παριστάνει την τουρκάλα καταφέρνει να τους αποσπάσει. Εν το μεταξύ ο πατέρας και ο μεγαλύτερος γιος βρίσκονται σε ένα σχολείο όπου επίσης φρουρείται από Ιταλούς.
Για λίγο είναι πάλι όλοι μαζί, μα έχει φύγει για πάντα η Σοφία.
Η φωτιά που έχει ξεσπάσει στην πόλη πλησιάζει στα διπλανά κτήρια της εκκλησίας. Η λαμαρινένια στέγη της εκκλησίας πυρώνει κάνοντας την κατάσταση στο εσωτερικό της αποπνικτική. Πολλοί δεν αντέχουν και πεθαίνουν.
Οι Ιταλοί την νύχτα ανοίγουν την πίσω πόρτα του ναού λέγοντας στους εγκλωβισμένους ότι θα τους οδηγήσουν στην προκυμαία με την προϋπόθεση να φωνάζουν ''Ιτάλιαν'' γιατί αλλιώς θα κινδύνευαν με παράδοση στους Τούρκους.
Οι Ιταλοί στην προκυμαία ξεχωρίζουν αυτούς που φώναζαν ''Ιτάλιαν'' προς την μεριά της θάλασσας ενώ τους υπόλοιπους προς την φλεγόμενη πόλη. Αυτός ο διαχωρισμός δεν κράτησε για πολύ αφού ο κόσμος που ήταν στην μεριά της πόλης έσπασε το μπλόκο των Ιταλών.
Το ξημέρωμα βρίσκει την οικογένεια αιχμάλωτη των Τούρκων όπου οδηγείτε σε προάστιο έξω από την Σμύρνη. Εκεί στοιβάζονται σε παράγκες και παραπήγματα και δέχονται την επίσκεψη Αμερικάνων αξιωματικών όπου τους διαβεβαιώνουν ότι θα τους στείλουν τρόφιμα και ότι σχεδιάζεται η απελευθέρωσή τους. Τα πράγματα στο συγκεκριμένο στρατόπεδο συγκέντρωσης ήταν φρικτά, οι στρατιώτες έμπαιναν τα βράδια στις παράγκες και διάλεγαν τα ομορφότερα κορίτσια και σαν να μην έφτανε αυτό μια μέρα μάζεψαν όλους τους άνδρες από 16-60 χρονών. Πατέρας, μεγάλος γιος και γαμπρός αρπάζονται και εξαφανίζονται. Απόγνωση για την μητέρα, το μικρό γιο και την κόρη που έμειναν πίσω.
Μετά από μέρες οι εναπομείναντες αιχμάλωτοι μεταφέρονται πάλι στην Σμύρνη και στοιβάζονται σε ένα μαντρότοιχο για μέρες. Η τροφή τους για μέρες περιορίζονταν σε ξεροκόμματα που τα πετούσαν οι στρατιώτες από τον μαντρότοιχο και οι πεινασμένοι αιχμάλωτοι τσακώνονταν για το ποιος θα τα πάρει. Κάπου εκεί η κόρη γεννάει και η μάνα παίρνει το παιδί και το πετάει στα σκουπίδια, σκεπτόμενη πως ένα μωρό θα ήταν αδύνατο να ζήσει σε αυτές τις συνθήκες παρέα με την ανασφάλεια της καθημερινής απειλής για την δικιά τους ζωή. Απάνθρωπο από την μεριά του θεατή, αλλά η ζωή παίζει ακόμα ποιο απάνθρωπα παιχνίδια.
Κάπου εκεί η μάνα με τα δυο παιδιά επιβιβάζεται μαζί με άλλους σε πλοίο που τους αφήνει κάπου στην κεντρική Ελλάδα. Μέρες μετά στην πόλη του Αγρινίου ο μικρός γιος συναντάει ανέλπιστα τον πατέρα. Ο πατέρας έχοντας αποδράσει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης είχε επιβιβαστεί και αυτός σε πλοίο για την κεντρική Ελλάδα. Τα βάσανα μόλις είχαν τελειώσει προς το παρών.... όχι όμως και ο πόνος που προκαλούν οι αναμνήσεις και η θύμηση των χαμένων δικών τους ανθρώπων.

υγ. Η παραπάνω τραγική ιστορία είναι μια από τις χιλιάδες που δημιουργήθηκαν από τον πόλεμο του ελληνικού κράτους με το αντίστοιχο τούρκικο το 1922. Την παραπάνω ιστορία μου την διηγήθηκε ο μπαρμπα Στρατής Κισόγλου στα 102 χρόνια και είναι η ιστορία της δικιάς του οικογένειας τις πρώτες μέρες εκείνου του Σεπτέμβρη του 1922 στην Σμύρνη. Η ιστορία αυτή περιλαμβάνετε επίσης σε αδημοσίευτο βιβλίο του ίδιου με την επιμέλεια της Μαρίας Σταθέα με τον τίτλο ''Ημερολόγιον της Ζωής 1922''.

Ένα άγνωστο φιλμ του George Magarian  που καταγράφει την κατάσταση πριν και μετά την κατάληψη της Σμύρνης και το τι επακολούθησε στην Ελλάδα αργότερα με τους χιλιάδες πρόσφυγες:




Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Απολιθωμένα κοχύλια

Δύσκολα μπορεί κάποιος να προσδιορίσει τι είναι χρόνος. Μην μπερδεύεστε, δεν εννοώ τον χρόνο που έχουμε οριοθετήσει μεταξύ μας οι άνθρωποι για να συνεννοούμαστε, αλλά τον χρόνο ως ξεχωριστή διάσταση. Ο οριοθετημένος χρόνος δεν είναι άλλο παρά η φθορά.
Με τον τρόπο αυτό αλλιώς είναι εκατομμύρια χρόνια για τον άνθρωπο, αλλιώς για την Γη και αλλιώς για το σύμπαν.
Έτσι λοιπόν ερχόμαστε στο σήμερα στην περιοχή της Καλαμάτας και συγκεκριμένα στο κομμάτι μεταξύ του λόφου Τούρλες και του ποταμού Καλαμίτσι, όπου κατασκευάζεται ο περιμετρικός της πόλης. Οι μπουλντόζες στο πέρασμα τους ισοπεδώνουν παλαιοπαραλίες εκατομμυρίων ετών για την κατασκευή του δρόμου όπου θα οδηγεί στις νέες παραλίες του τώρα. Κάτω από τόνους ασφάλτου και τσιμέντου θα θαφτούν πολλά θαυμαστά απολιθωμένα κοχύλια που αποτελούν χρονικά στιγμιότυπα εκατομμυρίων ετών.
Ο ελλαδικός χώρος 5.000.000 χρόνια πρίν

Βέβαια όλα τα παραπάνω θα ενδιέφεραν αυτούς που αποφάσισαν να φτιαχτεί ο δρόμος εάν δίπλα από τα απολιθωμένα κοχύλια βρισκόντουσαν ξαπλώστρες, φουσκωτά και φρέντο καπουτσίνο ικανοποιώντας έτσι την κιτς αισθητική καθώς και την ανάγκη για περισσότερη κονόμα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο, οπότε αυτά τα χρονικά στιγμιότυπα θα θαφτούν από την εταιρία του Μπόμπολα για να κατασκευαστεί ο δρόμος που θα οδηγεί στην τωρινή θάλασσα με τις ατέλειωτες ξαπλώστρες, την καταπάτηση και την βλαχογκλαμουριά. Βλέπεται το μπετόν και το πλαστικό χαρακτηρίζουν γεωλογικά την εποχή μας. Εάν καταφέρουν και υπάρχουν αρχαιολόγοι μετά από εκατομμύρια χρόνια στον πλανήτη θα μπορούν να χρονολογήσουν γεωλογικά την εποχή μας από τα ευρήματα πλαστικού και μπετού. Αυτή είναι η αισθητική μας.

Τρία αποσπάσματα από την παλαιοπαραλία πριν περάσει ο δρόμος:





Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

Τούτη η Γη είναι ιερή για εμάς! : Οι λόγοι του Σιάθ

Ο Σιάθ υπήρξε αρχηγός-σύμβουλος της φυλής Duwamish, που ζούσε για αιώνες ελεύθερα στα εδάφη της σημερινής πολιτείας Ουάσινγκτον. Γεννήθηκε το πιθανότερον το 1780. Υπερασπίστηκε τα πνευματικά του αδέρφια τόσο με το βέλος, όσο και με την εξαιρετική του ικανότητα στον λόγο∙ λέγεται μάλιστα πως διέθετε ιδιαίτερα βροντερή φωνή και ήταν εις θέσιν να ακουστεί από εκατοντάδες μέτρα απόσταση. Αναχώρησε για τ’ αστέρια πλήρης ημερών, λίγες ημέρες πριν το θερινό ηλιοστάσιο του 1866.

Ο ανθρωπολόγος Λαρς Πέρσον έχει συμπεριλάβει στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο του Άκου Λευκε! ένα μέρος από τους λόγους του Σιάθ. Παρουσιάζουμε, λοιπόν, εδώ κάποια αμετάφραστα στα ελληνικά μέρη τους από τις ίδιες ομιλίες, προτείνοντας παράλληλα μια άλλη μετάφραση κάποιων ήδη μεταφρασμένων αποσπασμάτων. Πρόκειται για απαντητικές επιστολές[1] του ίδιου του Σιάθ προς τον τότε πρόεδρο των Η.Π.Α, Franklin Pierce, μεταξύ των ετών 1854-1855. Ο αρχικρατιστής επιθυμούσε ν’ «αγοράσει» την γη των Duwamish. Βεβαίως σε περίπτωση που λάμβανε αρνητική απάντηση, τον λόγο θα είχαν τα επαναληπτικά τυφέκια και οι ατσαλένιες σπάθες του ιππικού∙ τα πραγματικά οικόσημα της πολιτισμένης «δικαιοσύνης». Ας δούμε λοιπόν τι του απάντησε ο Σιάθ:

 Ο μεγάλος αρχηγός στην Ουάσινγκτον μήνυσε πως θέλει να αγοράσει την γη μας. Μας στέλνει επίσης λόγια φιλίας και καλής θελήσεως. Ευγενικό εκ μέρους του, μιας και γνωρίζουμε πως έχει ελάχιστη ανάγκη το αμοιβαίο της φιλίας μας. Αλλά θα σκεφτούμε την πρότασή του, μιας και γνωρίζουμε πως, αν δεν πράξουμε αναλόγως, ο λευκός άνθρωπος είναι πιθανόν να πάρει την γη μας με τα όπλα.

Πώς είναι δυνατόν να αγοράζεις ή να πουλάς τον ουρανό; Την θέρμη ενός τόπου; Τούτη η ιδέα είναι ξένη για ’μάς. Ωστόσο, δεν είναι ιδιοκτησία μας η διαύγεια του αέρα ούτε το λαμπύρισμα των νερών. Πώς είναι δυνατόν να τ’ αγοράσετε από εμάς; Κάθε τμήμα αυτής της γης είναι ιερό για τους ανθρώπους της φυλής μου. Κάθε λαμπρή πευκοβελόνα, κάθε αμμώδης όχθη, κάθε παρουσία ομίχλης στο σκοτεινό δάσος, κάθε ξέφωτο και θορυβώδες έντομο είναι για την μνήμη και την ελεύθερη εμπειρία των συντρόφων μου ιερό.

Αντιλαμβανόμαστε πως ο λευκός άνθρωπος δεν κατανοεί τους τρόπους μας. Ένα κομμάτι της γης γι’ αυτόν είναι ίδιο κι απαράλλαχτο με το διπλανό, διότι είναι ένας ξένος, που έρχεται νύχτα, για να κλέψει ο,τιδήποτε επιθυμεί. Η γη δεν είναι αδερφή του, αλλά εχθρός του και άπαξ και την κατακτήσει, προχωρεί παρακάτω. Η ακόρεστη όρεξη του την καταβροχθίζει, αφήνοντας πίσω μόνον ερήμους. Η όψη των πόλεών σας καίει τα μάτια του ερυθρού ανθρώπου. Αλλά μάλλον αυτό συμβαίνει, διότι ο ινδιάνος είναι άγριος και δεν καταλαβαίνει.

Αν αποφασίσω να δεχθώ, θα θέσω έναν όρο. Ο λευκός άνθρωπος θα πρέπει να συμπεριφέρεται στα ζώα αυτής της γης σαν αδέρφια του. Τι είναι ο άνθρωπος δίχως αυτά; Αν όλα τα ζώα εξαφανιστούν, οι άνθρωποι θα πεθάνουν∙ το πνεύμα τους θα σβήσει μέσα στην αβάσταχτη μοναξιά∙ διότι ο,τιδήποτε συμβαίνει στα ζώα, συμβαίνει επίσης και στον άνθρωπο.

Γνωρίζουμε κάτι που ο λευκός άνθρωπος δεν θα ανακαλύψει ποτέ: ο θεός μας είναι κοινός. Μπορεί να πιστεύετε πως σας ανήκει, με τον ίδιο τρόπο που επιθυμείτε να υποδουλώσετε την γη μας. Αυτό όμως δεν ισχύει∙ είναι θεός όλων των ανθρώπων. Και η συμπόνιά του υπάρχει εξ ίσου για όλους τους ανθρώπους, ερυθρούς και λευκούς. Η γη είναι πολύτιμη για το Μεγάλο Πνεύμα. Το να καταστρέφεις την γη είναι επίδειξη μεγάλης περιφρόνησης προς τον δημιουργό της. Κι οι λευκοί κάποια στιγμή θα χαθούν –πιθανόν νωρίτερα από τους άλλους ανθρώπους. Συνέχισε να βρωμίζεις το ίδιο το κρεβάτι σου και θα έρθει μια νύχτα που θα πνιγείς στις ίδιες σου τις ακαθαρσίες. Όταν οι βούβαλοι θα έχουν όλοι σφαγιασθεί, τα άγρια άλογα θα έχουν όλα δαμαστεί, τα ιερά σημεία του δάσους θα αναδύουν την βαριά ανθρώπινη οσμή και την θέα των χιλιόχρονων βουνών θα μολύνουν τα σύρματα που τραγουδάνε[2], τι θ’ απογίνουν οι λόχμες; Τι θ’ απογίνουν οι αετοί; Και πώς θα’ ναι να λες αντίο στους κυνηγότοπους; Τα έσχατα της ζωής και το λυκαυγές του θανάτου.

Δεν υπάρχει ήσυχο μέρος στις πόλεις των λευκών. Κανένα μέρος, για ν’ ακούσεις το θρόισμα των ανοιξιάτικων φύλλων ή το σιγοπετάρισμα των φτερωτών εντόμων. Αλλά, πιθανόν, δεν κατανοώ γιατί είμαι άγριος∙ θεωρώ πως το ποδοβολητό προσβάλει απλώς την ακοή. Και ποια είναι η ουσία της ζωής, αν δεν μπορείς ν’ ακούσεις το νυχτοπούλι να θρηνεί ή τους βατράχους να καυγαδίζουν γύρω απ’ την λιμνούλα την νύχτα; Ο ερυθρός άνθρωπος προτιμά τον απαλό ήχο του αέρα, καθάριο από την μεσημεριανή βροχή ή ευωδιασμένο από το άρωμα των πεύκων. Ο αέρας είναι πολύτιμος για τον ινδιάνο, μιας κι όλα τα πλάσματα μοιράζονται την ίδια αναπνοή∙ τα ζώα, τα δέντρα, ο άνθρωπος. Ο λευκός δεν δείχνει να ενδιαφέρεται για τον αέρα που αναπνέει. Όπως κάποιος που αργοπεθαίνει για μέρες, έχει συνηθίσει στην αποφορά της μυρωδιάς του.


Ίσως και να καταλαβαίναμε αν γνωρίζαμε τι ονειρεύεται ο λευκός άνθρωπος, ποιες είναι οι προσδοκίες που περιγράφει στα παιδιά του τις μεγάλες χειμερινές νύχτες, τι είδους οράματα τους εμφυσά στο νου, για να γίνουν οι δικές τους ελπίδες για το αύριο. Αλλά εμείς είμαστε άγριοι. Τα όνειρα των λευκών μάς είναι ακατανόητα.

Κι επειδή μας είναι ακατανόητα, θα προχωρήσουμε με τον δικό μας τρόπο. Αν συμφωνήσουμε, θα είναι, για να εξασφαλίσουμε την διαμονή που μας υποσχεθήκατε. Εκεί ίσως ζήσουμε τις σύντομες μέρες μας όπως επιθυμούμε. Όταν ο τελευταίος ερυθρός άνθρωπος χαθεί από το πρόσωπο της γης και η μνήμη του γίνει μια σκιά σύννεφου που κινείται κατά μήκος του λειμώνα, αυτές οι ακτές και τα δάση θα έχουν ακόμη στην καρδιά τους τα πνεύματα των συντρόφων μου, που αγαπούν αυτή την γη, όπως το νεογέννητο αγαπά τον παλμό της μητέρας του. Αν σου πουλήσουμε την γη μας, αγάπα την όπως την αγαπήσαμε, φρόντισε την όπως την φροντίσαμε, κράτα στο νου σου την θύμηση της, όπως ήταν όταν την παρέλαβες και μ’ όλη σου την δύναμη, μ’ όλη σου την ισχύ και την θέρμη της καρδιάς, διατήρησε την για τα παιδιά σου και αγάπα την, όπως το Μεγάλο Πνεύμα μας αγαπά όλους. Ένα πράγμα να γνωρίζεις∙ ο θεός μας είναι κοινός∙ η γη είναι πολύτιμη γι αυτόν. Ακόμη κι ο λευκός άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει από την κοινή μοίρα.

[…] Οι λευκοί άνθρωποι λησμονούν το χώμα που γεννήθηκαν, όταν ο θάνατος οδηγεί την στράτα τους στ’ αστέρια. Οι δικοί μας νεκροί δεν ξεχνούν ποτέ αυτή την όμορφη γη, που είναι μητέρα των ερυθρών ανθρώπων. Είμαστε κομμάτι της κι αυτή κομμάτι δικό μας. Τα ευωδιαστά άνθη είναι αδέρφια μας∙ το ελάφι, το άλογο, ο μέγας αετός αδέρφια μας επίσης. Οι βραχώδεις κορυφές, τα ζωοφόρα λιβάδια, η σωματική θέρμη του πόνι και ο άνθρωπος∙ όλα ανήκουν στην ίδια οικογένεια.[…]

[…]Διότι, αυτή η γη είναι ιερή για εμάς. Αυτά τα νερά που λαμπυρίζουν και κινούνται σε χειμάρρους και ποτάμια δεν είναι απλώς νερό, αλλά το αίμα των προγόνων μας. Αν αναγκαστούμε να σου πουλήσουμε την γη μας, να θυμάσαι πως είναι ιερή και οφείλεις να διδάξεις στα παιδιά σου την ιερότητα της και ότι κάθε άυλη αντανάκλαση στο καθαρό νερό των λιμνών, διηγείται περιστατικά και μνήμες από την ζωή του λαού μου. Το σιγομουρμούρισμα του νερού είναι η φωνή των προγόνων μου.[…]

[…]Ο άνεμος που χάρισε στους προγόνους μας την πρώτη τους ανάσα, ο ίδιος υποδέχεται τον έσχατο στεναγμό τους. Κι αν αναγκαστούμε να σου πουλήσουμε την γη μας, οφείλεις να την διαφυλάξεις χώρια, ως μέρος ιερό, όπου ακόμη και ο λευκός άνθρωπος θα μπορεί να γεύεται τον μελωμένο από τ’ άνθη του λιβαδιού άνεμο.[…]

[…]Έχω δει μυριάδες βούβαλους να σαπίζουν στους λειμώνες, εγκαταλειμμένους απ’ τον λευκό άνθρωπο, που τους πυροβόλησε για το κέφι του, ενώ περνούσε με το τρένο. Είμαι ένας άγριος και δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν το σιδερένιο άλογο που βγάζει καπνό να είναι σημαντικότερο από τους βούβαλους που εμείς σκοτώνουμε, όχι για διασκέδαση, αλλά για επιβίωση.[…]

[…]Αυτό γνωρίζουμε∙ η γη δεν ανήκει στον άνθρωπο∙ ο άνθρωπος ανήκει στην γη. Αυτό γνωρίζουμε. Όλη η ύπαρξη είναι συνδεδεμένη, όπως το αίμα ενώνει την οικογένεια[3]. Όλη η ύπαρξη είναι ένα.[…]

σύντροφοι για την Αναρχική Απελευθερωτική δράση

[1] Ο Σιάθ δεν γνώριζε γραφή και ανάγνωση, μιας και δεν θέλησε ποτέ του να μάθει την γλώσσα του κατακτητή. Προφανώς, οι επιστολές υπαγορεύτηκαν και η μετάφραση τους στα αγγλικά έγινε ταυτοχρόνως με την καταγραφή.
[2] Αναφέρεται στον τηλέγραφο.
[3] Ας μην συνδέσει ο αναγνώστης τις όποιες αναφορές περί «κοινού αίματος» με εξουσιαστικά και αντιανθρώπινα ιδεολογήματα∙ θα είναι μια άκρως λανθασμένη προσέγγιση. Εξ άλλου ο απολίτιστος λόγος αναδεικνύει την ενότητα της ύπαρξης και όχι τον κατακερματισμό της .(ΣτΜ)

Πηγή: Anarchy Press

Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

Ένα άλλο ολοκαύτωμα: Ποράιμος -Porrajmos

Μια παλαιότερη ανάρτηση

Στις 15 Νοεμβρίου το 1943 ο αρχηγός των SS Χάινριχ Χίμλερ διατάσσει να μεταφέρονται όλοι οι Τσιγγάνοι σε στρατόπεδα εξόντωσης. Με αυτό τον τρόπο τους κατατάσσει αυτόματα σε κοινωνικά μιάσματα που δεν συνάδουν με τις αρχές και το ήθος της Αρίας φυλής. 
Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν το ανελέητο κυνηγητό Τσιγγάνων σχεδόν σε όλη την Ευρώπη. Βέβαια τα πράγματα δεν ήταν ποτέ ρόδινα για αυτούς αφού λόγω της ιδιαίτερης ανυπότακτης ιδιοσυγκρασίας τους γίνονταν και γίνονται συνέχεια στόχος και αποδιοπομπαίος τράγος από την εκάστοτε κυριαρχία. 

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ήδη από το 1500 μ.χ μέχρι και το 1700 μ.χ οι Τσιγγάνοι διώκονται σε όλη την Ευρώπη. Διωγμοί, εξορίες, απαγχονισμοί, πυρπολήσεις, καθώς και δουλεία (που κράτησε τυπικά μέχρι το τέλος 19ου αιώνα στην Ρουμανία) συνθέτουν ένα ανατριχιαστικό μοτίβο στο μωσαϊκό της Τσιγγάνικης ιστορίας. Στα χρόνια του Ά παγκοσμίου πολέμου οι Τσιγγάνοι  ξαναμπαίνουν στο στόχαστρο σε πολλές χώρες όπου τους επιβάλλονται διάφορα εμπόδια που δυσκόλευαν την καθημερινή τους ζωή καθώς και περιορισμός στις μετακινήσεις. Η ίδια κατάσταση συνεχίζεται και την περίοδο του μεσοπολέμου.

 Το αποκορύφωμα των διώξεων είναι σίγουρα η περίοδο 1933-1945 με την άνοδο των Ναζί στη Γερμανία.Ο πρώτος νόμος που στόχευε τους Τσιγγάνους στην Γερμανία υπήρχε από την 16 Ιουλίου 1926 "ο νόμος για την καταπολέμηση των Τσιγγάνων, των νομάδων και των φυγόπονων''. Με την άνοδο των Ναζί στην εξουσία τα πράγματα γίνονται ακόμα ποιο δύσκολα για όλες τις μειονότητες. Οι Ναζί με διάφορα μέτρα όπως η στείρωση προσπαθούν σιγά σιγά να αφανίσουν αυτή την φυλή αρχικά από την Γερμανία και αργότερα ανά την υφήλιο. Έτσι λοιπόν στις 5 Σεπτεμβρίου του 1935 στο συνέδριο των Ναζί στην Νυρεμβέργη παρουσιάζεται ο νόμος για την προστασία του γερμανικού αίματος και της γερμανικής τιμής. Από εκεί και μετά τίποτα δεν θα είναι το ίδιο για Εβραίους, Τσιγγάνους και ομοφυλόφυλους. Το κυνήγι ήταν ανελέητο. Οι Τσιγγάνοι Φυλακίστηκαν, δούλεψαν μέχρι θανάτου σε καταναγκαστικά έργα σε εταιρίες όπως η Siemens, Daimler-Benz, AEG, Henkel, Messerschmitt, BMW, Volkswagen, IG Farben, χρησιμοποιήθηκαν ως ζωντανά πειράματα σε ιατρικά εργαστήρια και εν τέλει εξοντώθηκαν μαζικά σε θαλάμους αερίων. 

 Η γενοκτονία των Τσιγγάνων που συντελέστηκε στην περίοδο του Β' παγκοσμίου πολέμου από τους Ναζί αφάνισε  από 500.000 μέχρι 1,5 εκατομμύριο Τσιγγάνους, νούμερο που αντιστοιχεί στο 70% του τσιγγάνικου πληθυσμού στην Ευρώπη εκείνη την εποχή.

υγ. Στις μέρες μας υπάρχει έντονη στοχοποίηση από το κράτος αλλά και από μέρος της κοινωνίας. Χαρακτηριστικό για το πως αντιμετωπίζει τους Τσιγγάνους το κράτος είναι ότι τους φορτώνει κακουργήματα ακόμα και για κλοπή μερικών σίδερων.