Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καρναβάλι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καρναβάλι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2023

Σκατά ο γάμος!



Βρέθηκα κάποτε σε μια πλατεία. 
Είχαν γάμο και ετοίμαζαν τον χώρο κάτι μεθυσμένα και μπαρουτοκαπνισμένα πλάσματα. Έστηναν το βάθρο όπου θα γινόταν η τελετή μιλώντας για το πόσο καυλιάρικο είναι το ζευγάρι, τι μουνάρα είναι η νύφη, πόσο τον έχει ο γαμπρός και άλλα τέτοια. Κυνηγούσαν τους καλεσμένους με τα μουτζουρωμένα τους χέρια και ο παπάς ανεβασμένος στο βάθρο ευλογούσε με το μεσαίο του δάχτυλο.
Εμφανίστηκε με τα πολλά ο γαμπρός, κοντός, με μαλλί αλλά Τζιμ Χέντριξ, γυαλί μαύρο, ένα τεράστιο κομπολόι και με την τεράστια πούτσα του, που την είχε έξω να παίρνει αέρα, γιατί ήταν στενό το παντελόνι έλεγε και κρίμα να στριμώχνεται. 
Αφού χαιρέτησε τον κόσμο κοντοστάθηκε στο βάθρο και περίμενε την νύφη. Με τα πολλά εμφανίστηκε και η νύφη, δύο μέτρα ανδρογύναικο, με μια μουστάκα ΝΑ και μεθυσμένη. Την έσυραν στο βάθρο για να πάει να παντρευτεί. 
Ο γαμπρός δεν κρατήθηκε και θέλησε να την πηδήξει επί τόπου αλλά παρενέβη ο παππάς που κρατούσε έναν παλιό ταλαιπωρημένο τηλεφωνικό κατάλογο του ΟΤΕ που τον προσγείωσε με δύναμη στο κεφάλι του γαμπρού. Αμέσως άρχιζε να διαβάζει ευχές για καλά γαμήσια και με το μεσαίο του δάχτυλο ευλογούσε τους νεόνυμφους. 
  

Πρώτη φορά είδα σε γάμο να μοιράζουν κουραμπιέδες στους καλεσμένους. Πέρασε ο δίσκος από μπροστά μου, πήρε έναν ο τύπος δίπλα μου, πήρα θάρρος κι εγώ και άρπαξα έναν. Παράξενο, ήταν παγωμένος. Πάω να τον φάω και με την άκρη του ματιού μου βλέπω τον τύπο δίπλα μου να έχει διπλώσει και να φτύνει με μανία. Σηκώνεται με κοιτάει, τον κοιτάω και μου λέει ΣΚΑΤΑ, με καφετιά χείλια και δόντια! Τιιιιιι;;;; 
Ο χορός του Ησαία είχε αρχίσει και αντί για ρύζι, εκτόξευσα τον κουραδιέ προς τους νεόνυμφους. Η πασπαλισμένη με ζάχαρη άχνη σκατόμαπαλα, πέρασε γλυκά απ' τα κεφάλια των καλεσμένων στην πλατεία και αφού την απέφυγε με δεξιοτεχνία ο παπάς, προσγειώθηκε ανώμαλα στο μαλλί του Τζιμ Χεντριξ.

Άντε ΣΚΑΤΑ για γάμο. 

Κυριακή 10 Μαρτίου 2019

Το Καρναβάλι της Νέδουσας


Πριν πολλά χρόνια, μια Καθαρά Δευτέρα, ξεκινήσαμε με τους γονείς μου και με μια φίλη μου για το χωριό Νέδουσα στον Ταΰγετο.  Μετά από ένα μισάωρο δρόμο λίγο πριν μπούμε στο χωριό, μας σταμάτησαν τρεις τέσσερις τύποι ντυμένοι με προβιές, ελαφρώς μεθυσμένοι. Τα πρόσωπά τους ήταν μουτζουρωμένα με κάρβουνο. Ένας από αυτούς, στα κατάμαυρα χέρια του, κρατούσε ένα ταψί γεμάτο λιωμένο κάρβουνο• όχι δεν ήταν αντάρτες ούτε ορεσίβιοι ληστές που θα μας άρπαζαν και θα ζητούσαν λύτρα, αλλά κάτοικοι του χωριού Νέδουσα. Αφού λοιπόν μας κατέβασαν από το αμάξι, ακούμπησαν τα χέρια τους στο ταψί και μας μουτζούρωσαν το πρόσωπο. Η παραπάνω κίνηση ήταν η πρώτη από μια σειρά καρναβαλικών εθιμοτυπικών διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα στο χωριό.

Η καρναβαλική τελετή είχε ξεκινήσει από νωρίς το πρωί όπου ο θίασος κρατώντας ένα μεγάλο κοφίνι, με νταούλια και φλογέρες πηγαίνουν στα σπίτια που βρίσκονται στην άκρη του χωριού. Εκεί μουτζουρώνουν τους ιδιοκτήτες των σπιτιών και αυτοί αφήνουν διάφορα τρόφιμα στο κοφίνι. Κάθε σπίτι έχει ένα κέρασμα για τον θίασο, κάτι για τσίμπημα και ασφαλώς πολύ κρασί και τσίπουρο! Η παραπάνω διαδικασία ονομάζεται Αγερμός και ολοκληρώνεται στην πλατεία του χωριού όπου όλοι οι κάτοικοι τρώνε μαζί ότι υπάρχει στο κοφίνι. Ο Αγερμός κυκλώνει το χωριό και μουτζουρώνει τα ακριανά σπίτια για να ασφαλίσει το χωριό για να ξορκίσει το κακό και να μην εισέλθει στο χωριό. Είναι η προετοιμασία για το ξεκίνημα του καρναβαλιού.

Ο θίασος αποσύρεται και

Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

Καλούμπα, Καλάμι κι Αλευρόκολλα

Στοιχεία από ένα κόσμο που χάνεται

Οι Μπούλες και οι Γενίτσαροι στην Νάουσα, ο Καλόγερος (καλός γέρος) στην Αγ. Ελένη Σερρών και στην Θράκη, οι Γέροι στην Σκύρο, οι Φανοί στην Κοζάνη, οι χρωματιστές πλεκτές προσωπίδες του Σοχού της Θεσσαλονίκης, οι Τράγοι στην Νέδουσα Μεσσηνίας και οι φωτιές των
γειτονιών και των χωριών. Επίσης, οι πολλές παραλλαγές του θεατρικού έργου «Ερωφίλη» του Γεώργιου Χορτάτση γραμμένο το 1600. Το έργο προέρχεται από την Κρήτη αλλά παίζεται με την μορφή λαϊκού θεάτρου στις απόκριες, σε πολλές περιοχές του ελλαδικού χώρου. Όλα τα παραπάνω και πολλά ακόμα, λαμβάνουν χώραν την τελευταία Κυριακή των Απόκρεω και την Καθαρά Δευτέρα. Συνήθειες που χάνονται στον χρόνο και μαρτυρούν την ύπαρξη μαγείας και επικοινωνίας μεταξύ των μελών μιας κοινότητας αλλά και με την φύση, που σε αυτό το χρονικό σημείο αρχίζει να αλλάζει, να μεταμορφώνεται. Συνήθειες που φανερώνουν την διαφορετικότητα και την μοναδικότητα, κάθε κοινότητας και περιοχής.

Στο ξύπνημα, λοιπόν, της φύσης ο άνθρωπος ζητάει την εύνοια της, προσπαθεί να την καλωσορίσει ώστε όλα να πάνε καλά. Φτιάχνει τραγούδια βωμολοχικά και σκωπτικά. «Η αισχρολογία και απεικονίσεις των γεννητικών οργάνων είναι χαρακτηριστικά όλων των γιορτών που αποσκοπούν στη γέννηση των ανθρώπων και των καρπών».[1]  Σε κάποιες πόλεις οι άνθρωποι ανάβουν φωτιές στις γειτονιές και ο καθένας φέρνει ό,τι μπορεί από το σπίτι ώστε να καλωσορίσουν το ξύπνημα της φύσης, άλλοι φτιάχνουν χάρτινα αερόστατα που φωτίζουν την

νύχτα και άλλοι αναζητούν στις καλαμιές τα κατάλληλα καλάμια ώστε να κατασκευάσουν έναν χαρταετό. Οι γειτονιές αυτές τις δύο μέρες βρίσκονται σε οργασμό. Φωνές, συζητήσεις για την καλύτερη οργάνωση του ανάματος της βραδινής φωτιάς και διαφωνίες για τον τρόπο κατασκευής του αερόστατου ή του χαρταετού. Διαφωνίες για την σωστή αναλογία νερού και αλευριού, ώστε να φτιαχτεί η κόλλα για τον χαρταετό και το αερόστατο.

Και ξάφνου ένα βραζιλιάνικο τραγούδι. Στριμωγμένος σ’ ένα διαμέρισμα κοιτάω μέσα από τον ακάλυπτο, τον ουρανό που μου αναλογεί. Τί καιρό να κάνει άραγε; Τί εποχή έχουμε; Από κάπου ήρθε αυτό το τραγούδι, το καρναβάλι ήρθε και εδώ. Μόνο που είναι ίδιο παντού, οι ίδιες μουσικές, ο ίδιος ρυθμός, οι ίδιες πλαστικές στολές και περούκες και η φύση από όλα αυτά απούσα. Χωρίς τελετή, χωρίς μαγεία, χωρίς νόημα. Το ίδιο και οι χαρταετοί, αγορασμένοι και πλαστικοί. Χωρίς καλάμια που μεγάλωσαν ριζωμένα στο χώμα, μέχρι που μια ημέρα έγιναν χαρταετοί. Έχουμε τα καρναβάλια που μας αξίζουν. Μην πάει ο νους σας σε κανέναν πολιτικό, για καρναβάλια μιλάω. Καρναβάλια προϊόντα. Για να ξεχαστεί ο κόσμος, να καταναλώσει και να κοιμηθεί ναρκωμένος.

          Τράγος Ελευθέρας Περισυλλογής

[1] Nilsson, M.P., Ιστορία της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, Παπαδήμα, Αθήνα 1985 σελ. 245

Πηγή: Anarchy Press

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Ανακοίνωση Νεδουσαίων για την μη συμμετοχή τους στο καρναβάλι της Καλαμάτας


Το Δρώμενο Ευετηρίας της Νέδουσας ΔΕΝ έχει ανάγκη από διαφήμιση. Επειδή έχει συζητηθεί και ζητηθεί αρκετά η συμμετοχή του Δρωμένου του χωριού μας της Νέδουσας στο νεοαστικό καρναβάλι της Καλαμάτας σας αναφέρουμε: Θεωρούμε ότι είναι απαράδεκτο έως ανεπίτρεπτο να συμμετέχουμε εμείς σε τέτοιου είδους καρναβαλικές εκδηλώσεις που καμία σχέση με την Ελλαδική παράδοση της Αποκριάς δεν έχουν …

Το Δρώμενο μας και η ύπαρξη του χάνεται στα βάθη των αιώνων και παραδόθηκε ως πολιτιστική και αγνή κληρονομιά σε εμάς τους Νεδουσαίους τους νεότερους και οφείλουμε να το παραδώσουμε στους απόγονους μας αναλλοίωτο, αγνό, και αυθεντικό για το "καλό του χωριού μας"! Το δρώμενο της Νέδουσας δεν έχει καμία σχέση με αστικά καρναβάλια … Διοργάνωση είναι όλοι οι κάτοικοι της Νέδουσας και όλοι οι Νεδουσαίοι οφείλουμε να διαφυλάξουμε την προγονική κληρονομιά μας... Μόνο στη Νέδουσα την Καθαρή Δευτέρα μπορεί να δει όποιος επιθυμεί και να συνεορτάσει μαζί μας, μα με τους όρους των κατοίκων, το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ ΤΗΣ ΝΕΔΟΥΣΑΣ... κανένας αμουτζούρωτος, ντόπια τραγούδια, όχι μάσκες και καρναβαλικές στολές! Ενδυμασία χωριάτικη... Πάντα θα προσπαθούμε να το κρατήσουμε ΑΓΝΟ ΚΑΙ ΑΝΟΘΕΥΤΟ.

Αριστείδης Βαρελάς - πρόεδρος Νέδουσας

Μπατσικούρας Παναγιώτης

Βεργινάδης Βασίλης

Φωτάκης Επαμεινώνδας

Λαδάς Νικήτας

Βεργινάδης Παναγιώτης

Πράττης Γεώργιος

"Φωνή κατοίκων της Νέδουσας"

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Το αποτύπωμα της κυριαρχίας στην κουλτούρα

Από τα πρώτα βήματα του ανθρώπου στον πλανήτη Γη και στην συγκρότησή του σε ομάδες, η κουλτούρα αποτέλεσε ένα βασικό στοιχείο συνεννόησης, ταυτότητας αλλά και έκφρασης της διαφορετικότητας σε σχέση με κάποια άλλη ομάδα. Ένα σήμα κατατεθέν, σημαίνον και σημαινόμενο, ενταγμένο και αφομοιωμένο πλήρες στις ανάγκες και στα χαρακτηριστικά κάθε ομάδας. Η κουλτούρα δεν ήταν ποτέ γέννημα της ομάδας, αλλά το άυλο σώμα της. Στον όρο κουλτούρα μπορούμε να προσδώσουμε μια άυλη υπόσταση που περιλαμβάνει την καλλιέργεια του πνεύματος, την πνευματική παράδοση και γενικά την δημιουργία που γίνεται στο χώρο μιας ομάδας. Έτσι, λόγου χάρη, στην ανασκαφή ενός προϊστορικού ή ιστορικού αρχαιολογικού χώρου, τα υλικά ευρήματα μπορούν να μας κατατοπίσουν για την σκηνογραφία, που περιελάμβανε την κουλτούρα μιας ομάδας· αλλά τα έργα που παιζόντουσαν τότε κρατούνται επτασφράγιστο μυστικό, υπό την επίβλεψη του χρόνου. Έτσι, λοιπόν, η εύρεση μίας εστίας σε ένα χώρο, μας υποδεικνύει την ύπαρξη φωτιάς, αλλά ο λόγος ύπαρξης της φωτιάς δεν μπορεί να διευκρινιστεί απόλυτα. Ακόμα πιο δύσκολη είναι η εύρεση της άυλης συνθήκης που την συνόδευε, όπως μια τελετουργία ή αυτά που λέγονταν και διαδραματίζονταν γύρω της. Ίσως μπορούμε να ακούσουμε ακόμα λίγους ψιθύρους, ώστε να πάρουμε μια ιδέα για το τί γινόταν στο παρελθόν, εάν δώσουμε λίγο παραπάνω προσοχή στο τώρα, σε κάποιες κουλτούρες-παραδόσεις του σήμερα.

Η παραπάνω υπόθεση καθίσταται τρομερά δύσκολη για πολλούς λόγους. Η τεράστια χρονική απόσταση είναι ένας προφανής λόγος, ενώ ένας δεύτερος, όχι τόσο ευδιάκριτος, είναι αυτός της ευαισθησίας των παραδόσεων στις κοινωνικές αλλαγές. Πολλές παραδόσεις προσαρμόζονται, άλλες καταστρέφονται και άλλες μένουν ως έχουν ανάλογα με το τι ρόλο καλούνται να παίξουν στα νέα δεδομένα που παρουσιάζονται. Όταν, πλέον, δεν υπάρχει λόγος συνέχισης μιας παράδοσης, γιατί η ομάδα-κοινότητα δεν εκφράζεται ή της επιβάλλεται να μην εκφράζεται μ’ αυτήν, εφευρίσκεται μια άλλη ή παραλλάσσεται. Συνήθως οι αλλαγές που μπορεί να υποστεί μια παράδοση αντικατοπτρίζουν κοινωνικές αλλαγές (εξ αιτίας μαζικών θανάτων από αρρώστια ή πόλεμο που μπορεί να φέρει αλλαγή στην διακυβέρνηση μιας κοινότητας ή επαναστάσεων και εξεγέρσεων όπου οι άνθρωποι ξεκόβουν από κάποιες παραδόσεις και δημιουργούν νέες). Από τα παραπάνω γίνεται εμφανές ότι οι παραδόσεις είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες και άμεσα συνυφασμένες με την εκάστοτε πραγματικότητα των ανθρωπίνων συνόλων.

Το χαρακτηριστικό της ευαισθησίας, που αναφέρθηκε προηγουμένως, μας είναι χρήσιμο ώστε να δούμε και να κατανοήσουμε καλύτερα, τους τρόπους που επιλέγει κάθε φορά η κυριαρχία να επιβληθεί, ώστε να διαιωνίσει την τάξη της. Κάθε φορά που η κυριαρχία αναδιαρθρώνεται αλλάζοντας το μοντέλο και τον τρόπο που χρησιμοποιεί, ώστε να επιβληθεί, αφήνει ένα αποτύπωμα στις παραδόσεις κάθε τόπου που άγγιξε. Έτσι, λοιπόν, όπως ένας αρχαιολόγος εξετάζει την σειρά των κύκλων ενός κορμού δέντρου για να βγάλει περιβαλλοντολογικά συμπεράσματα της αρχαιότητας, έτσι και εμείς με κορμό την λαϊκή παράδοση του ελλαδικού χώρου θα προσπαθήσουμε να δούμε, έστω γενικά, την πορεία της κυριαρχίας.

Η γέννηση του όρου «παράδοση»

Αυτό που έφτασε σήμερα να ονομάζεται «παράδοση» κάποτε δεν ήταν σηματοδοτημένο και ξεχωριστό. Υπήρχε όπου ζούσαν οι άνθρωποι, εξελισσόταν ή χανόταν μαζί τους. Αυτή ή άυλη συνθήκη, αλλά και η υλική πραγματικότητα, έφτασε στο σημείο να σηματοδοτηθεί και να ξεχωρίσει την στιγμή της δημιουργίας της πόλης, όπως την γνωρίζουμε σήμερα, και πιο συγκεκριμένα με την διαδικασία της λεγόμενης αστικοποίησης. Η μετακίνηση μεγάλου ανθρωπίνου πληθυσμού από την ύπαιθρο στην πόλη, συντέλεσε στην οριοθέτηση των άυλων πρακτικών καθώς και διαφόρων αντικειμένων της υπαίθρου, που μέχρι τότε δεν ήταν και δεν χρειάζονταν να ήταν παραδοσιακά. Ουσιαστικά πρόκειται για την ανάγκη της σύνδεσης του ξενιτεμένου της πόλης, με τις πρότερες συνθήκες βίου της υπαίθρου και κατά επέκταση την αναπόληση της κοινοτικής ζωής μέσα στην μη κοινοτική συνθήκη της πόλης. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται ο όρος «παράδοση» και «παραδοσιακό».

Στον ελλαδικό χώρο αυτή η διαδικασία άρχισε δειλά-δειλά με την δημιουργία του ελλαδικού κράτους, παρουσίασε μεγάλη ανάπτυξη στα τέλη του 19ου αιώνα και κορυφώθηκε στα μέσα του 20ου. Από το 1880 και μετά η οικονομική δραστηριότητα στον ελλαδικό χώρο, αρχίζει να αποκτά έναν προσανατολισμό σε αστικά επαγγέλματα. Σε αυτή την αλλαγή έπαιξε σημαντικό ρόλο και το ζήτημα των «εθνικών γαιών». Πολλοί από τους αγρότες ήταν ακτήμονες, πλήρωναν αρκετούς φόρους και κατέβαλαν ένα μέρος από τη σοδειά τους. Κάποιοι άλλοι ήταν ιδιοκτήτες μικρών εκτάσεων γης και με δυσκολία μπορούσαν να αντεπεξέλθουν. Οπότε, αρκετοί από αυτούς τους ακτήμονες και μικροϊδιοκτήτες γης, προτίμησαν το γρήγορο και εύκαιρο κέρδος που προσφέρονταν σε πολλά αστικά κέντρα του ελλαδικού χώρου, αντί της οικονομικής ανασφάλειας του αγροτικού τομέα. Στο σημείο αυτό μπορούμε να διαπιστώσουμε την στιγμή δημιουργίας του όρου της «παράδοσης» και την αποκρυστάλλωσής του λίγα χρόνια αργότερα (1909) από το Νικόλαο Πολίτη. Από εκεί και μετά οι πρακτικές, οι συνήθειες και οι εκφράσεις του πρότερου κοινοτικού βίου γίνονται αντικείμενο μελέτης από τους «λόγιους» λαογράφους. Τα επεξηγούν, τα αναβαπτίζουν, τα στυλιζάρουν ή τα αφήνουν ως έχουν ανάλογα με την εθνική συμβατότητα.

Το μοντέλο διακυβέρνησης στην παραπάνω περίοδο στηρίζεται πάνω στα εθνικά κράτη. Γέννημα του συγκεκριμένο κυριαρχικού μοντέλου ήταν και η λαογραφία, η οποία επιφορτίζεται στην ανάδειξη του ιδιαίτερου απέναντι στο γενικό. Με το ξεκίνημα της αστικοποίησης και την αποκοπή του ανθρώπου από την κοινότητα, εμφανίζεται η ταμπέλα τής παράδοσης, με την οποία οι «διαβασμένοι» λαογράφοι επεξηγούν –εθνικά πάντα– την κάθε λαϊκή έκφανση τής υπαίθρου σε αυτούς που ήταν καθ’ εαυτό σώμα της, στους «αδιάβαστους». Το ενδιαφέρον της λαογραφίας, σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο, στράφηκε σε κάθε έθνος ξεχωριστά, αναζητώντας –και πολλές φορές εφευρίσκοντας– τις «ρίζες» του και ερευνώντας την ιδιομορφία του σε σχέση με τα άλλα έθνη, στην βάση της διάκρισης «εμείς και οι ξένοι». Δεν είναι τυχαίο που το λαογραφικό ενδιαφέρον εμφανίζεται στον γερμανικό χώρο την περίοδο των Ναπολεόντειων πολέμων, την στιγμή, δηλαδή, που ο Ναπολέων τον έθετε υπό αμφισβήτηση.

Φολκλόρ και εθνικό κράτος

Με την συγκέντρωση πληθυσμών στις πόλεις και την σχεδόν ταυτόχρονη έναρξη της αναζήτησης και της μελέτης για κάθε τι «παραδοσιακό», έρχεται το φολκλόρ και η αναπαράσταση. Το φολκλόρ αποτελεί τέκνο της αστικοποίησης και υπηρέτη του εθνικού μοντέλου δια­κυ­βέρνησης. Εκφάνσεις του λαϊκού υπαίθριου-κοινοτικού βίου αποκόπτονται από τον τόπο, τον χρόνο και πολλές φορές από τους ανθρώπους, που τους δίνουν υπόσταση και παρουσιάζονται με την μορφή αναπαράστασης, διαχωρισμένες από το σημείο αναφοράς τους και παρουσιαζόμενες σαν μουσειακά είδη. Η φολκλοροποίηση, αναγκαστικά, στυλιζάρει την παρουσιαζόμενη έκφανση, αφού την μετατρέπει σε προϊόν προς κατανάλωση. Ουσιαστικά, απορροφά και εξαϋλώνει την ουσία αφήνοντας από αυτήν μόνο το κουφάρι. Ο χορός, η μουσική και διάφορα δρώμενα μετατρέπονται σε «καθαρά» εθνικά προϊόντα, με ρίζες πάντα από την αρχαία Ελλάδα. Εφ’ όσον μιλάμε για προϊόντα θα μπορούσαμε να πούμε ότι και στον τομέα του φολκλόρ υπάρχουν «αξιόλογα» και «σκάρτα» προϊόντα. Με τον όρο «αξιόλογα προϊόντα» εννοούμε την κάθε μελετημένη παράσταση που μπορεί να γίνει αφορμή για περαιτέρω εντρύφηση. Παρ’ όλα αυτά, δεν παύουμε να μιλάμε για προϊόντα, για κάτι που ποτέ δεν ήταν έτσι, με αποτέλεσμα η κάθε λογής έκφανση του λαϊκού κοινοτικού βίου, να μοιάζει με αρκούδα που χορεύει αλυσοδεμένη στο ρυθμό του αρκουδιάρη, υπό το βλέμμα των θεατών.

Η κατανάλωση και το χρήμα είναι άμεσα συνυφασμένα με αυτές τις παραστάσεις, όπως και η δεδομένη εξάρτηση από το κράτος. Διάφοροι φορείς, κρατικοί και μη, αναλαμβάνουν την χρηματοδότηση των παραστάσεων, σε κάτι που στον κοινοτικό του χαρακτήρα ήταν εντελώς αποκομμένο από τέτοιες λογικές λειτουργώντας ομαδικά, με κοινό πνεύμα και αλληλέγγυα, για την πραγμάτωσή του. Κάτι τέτοιο συνέβη και αμέσως μετά την μεταπολίτευση με το νεκρανάστημα της παράδοσης του ρεμπέτικου. Το εθνικό προφίλ την περίοδο εκείνη στυλίζαρε την παράδοση του ρεμπέτικου και το υποδέχτηκε ως είδος με μπόλικη κακογουστιά και κιτς παραστάσεις, που ουδεμίαν σχέση είχαν με αυτό. Πολλοί αριστεροί φοιτητές και μετέπειτα κυβερνώντες με το Πασοκ έψαξαν και βρήκαν, τους γερασμένους και πτυσμένους από τους ίδιους, εκφραστές τους ρεμπέτικου και τους περιέφεραν από εδώ και από εκεί, προσπαθώντας να κερδίσουν πολιτική υπεραξία από κάτι, που από την γέννησή του ως είδος, είχε γραμμένη την πολιτική στα παλιά του τα παπούτσια. Μέχρι τότε το είδος ήταν παραγκωνισμένο, με καμμία αξία μελέτης, λόγω του περιθωριακού του χαρακτήρα και κατακριτέο από όλο το πολιτικό σύστημα της αριστεράς και της δεξιάς. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι σαφώς και δεν αναζητούμε το «αυθεντικό», δεδομένου ότι αυτό δεν υπάρχει, καθώς συναλλάσσεται συνέχεια με την εκάστοτε κοινωνική ή κοινοτική πραγματικότητα, αλλά καταδεικνύουμε την παρέμβαση της κρατικής εξουσίας, που απογυμνώνει και παραλλάσσει τον ρόλο κάθε έκφανσης και την κάνει άμεσα εξαρτώμενη της.

Το έθνικ και η παγκοσμιοποίηση

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 στον ελλαδικό χώρο αρχίζει να χρησιμοποιείται, στον χώρο της μουσικής κυρίως, ο όρος έθνικ. Το έθνικ παρουσιάζει μεγάλη ανάπτυξη κυρίως την δεκαετία του ’90 και κρατεί μέχρι και σήμερα. Ο όρος χρησιμοποιείται σε μουσικές που εντάσσουν στοιχεία από διαφορετικές μουσικές εκφάνσεις του κόσμου. Η βασική διαφορά του φολκλόρ με το έθνικ είναι, ότι το πρώτο χρησιμοποιεί το υλικό του αυτούσιο κόβοντας το από το δέντρο, ενώ το δεύτερο το κόβει κομμάτια φτιάχνοντας μια ομοιογενή σούπα ή (στην χειρότερη περίπτωση) δημιουργεί μια σαλάτα με εμφανή όλα τα κομμένα κομμάτια.

Ήδη από την δεκαετία του ’80 το μοντέλο κυριαρχίας στον ελλαδικό χώρο τείνει να αλλάξει, αφήνοντας στο περιθώριο το κλειστό κυριαρχικό μοντέλο του έθνους-κράτους, προσανατολιζόμενο σε κάτι πιο ευρύτερο (ΕΟΚ). Στην δεκαετία του ’90 αυτό πλέον γίνεται καταφανέστατο με την λεγόμενη «νέα τάξη πραγμάτων» και την επιτάχυνση των διαδικασιών ενοποίησης της κυριαρχίας που εμφανίζεται με την αμφιλεγόμενη και παραπλανητική πινακίδα της «παγκοσμιοποίησης». Η παραπάνω αλλαγή στο κυριαρχικό μοντέλο, αναπόφευκτα επηρεάζει και την μουσική κουλτούρα των λαών, που με έναν ορισμένο τρόπο διευρύνεται και «παγκοσμιοποιείται».

Η είσοδος και η ανάπτυξη του έθνικ στον ελλαδικό χώρο παρουσιάζει χρονολογική συνάφεια με τους σχεδιασμούς και τα βήματα της κυριαρχίας. Είναι συνδεδεμένο με την λεγόμενη παγκοσμιοποίηση όχι μόνο γιατί είναι δημιουργημένο από αυτή, αλλά και επειδή ακολουθεί όλα τα χαρακτηριστικά της. Το έθνικ είναι τέκνο μεγάλων πολυεθνικών δισκογραφικών εταιρειών, που μέσα από συγκεκριμένους κανόνες μάρκετινγκ μεταπλάθουν ένα πρωτογενές μουσικό υλικό δημιουργώντας ένα υβρίδιο. Ο μουσικός φορέας της πρωτογενούς κουλτούρας έχει παύσει να έρχεται σε διάδραση με την κοινότητά του, η διαλεκτική έδωσε την θέση της στην εφαρμογή καταναλωτικών κανόνων δισκογραφικών εταιριών. Οι καλλιτέχνες πλέον κρίνονται από κανόνες, που τις περισσότερες φορές ουδεμία σχέση έχουν με την τέχνη τους. Αποκομμένοι, λοιπόν, από την διαρκή κοινοτική διάδραση, κρίνονται επιτυχείς ή αποτυχημένοι ανάλογα με το πόσο καλό μάνατζερ έχουν προσλάβει. Σαν προϊόν μάρκετινγκ το έθνικ είναι ενταγμένο στα πλαίσια της μόδας και της κατανάλωσης, δημιουργώντας την ψευδή συναίσθηση ότι ο ακροατής ανήκει σε κάτι μεγαλύτερο και παγκόσμιο, ενώ ουσιαστικά είναι υποχείριο και το μόνο που τον σπρώχνουν να κατανοήσει είναι το ποιος είναι το αφεντικό. Ένας οργανοπαίχτης που έχει γαλουχηθεί μέσα στα πανηγύρια του χωριού του, μαθαίνοντας από τους μεγαλύτερους οργανοπαίχτες και εξελίσσοντας αυτά που πήρε, βάζοντας την δικιά του πινελιά σε αυτή την διαδικασία της παράδοσης, κρίνεται από τον χορευτή και τον ακροατή με βάση τοπικά στοιχεία συμπεριφοράς στην κοινότητα και μουσικά ιδιώματα που συνθέτουν τον τόπο. Ο ίδιος οργανοπαίχτης ως έθνικ εκθέτει τον εαυτό του στο κέρδος και η αποτυχία ή επιτυχία του κρίνεται από τελείως διαφορετικούς και απρόσωπους παράγοντες, που δεν έχουν να κάνουν με την μουσική και την αλληλεπίδρασή της με τους ανθρώπους. Βέβαια, στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι στο έθνικ σίγουρα υπάρχουν και αισθητικά αποτελέσματα που συνηγορούν στο ότι οι καλλιτέχνες είναι βαθιά γνώστες της σύντηξης που θέλουν να δημιουργήσουν. Παρ’ όλα αυτά, η παραπάνω διαδικασία θα συνεχίσει να υπάρχει μόνο εάν η δισκογραφική εταιρία το επιθυμεί και μόνο εάν η μόδα συνεχίσει να υπάρχει, καθιστώντας το είδος άμεσα εξαρτώμενο από το χρήμα, την μόδα και το μάρκετινγκ.

Η ομογενοποίηση που πλασάρει η παγκόσμια κυριαρχία έχει επεκταθεί σε σημείο που τείνει να διαμορφωθεί μια ενιαία παγκόσμια «κουλτούρα», που θα είναι άμεσα κατευθυνόμενη μέσω της μόδας, της μουσικής, του χορού, υπό την ομπρέλα της κατανάλωσης. Μέσα σ’ αυτό το πνιγηρό και αλλοτριωτικό περιβάλλον, οι περισσότερες ιδιαιτερότητες που θα παραμείνουν και πολλές που έχουν παραμείνει, θα είναι κατ’ επίφαση, άοσμες και άχρωμες εσωτερικά, αποτελούμενες μόνο από νότες, βήματα και παραδοσιακές στολές ραμμένες από ανήλικους ασιάτες. Από όλα αυτά θα έχει εξαφανιστεί η βάση που είναι ο άνθρωπος και η κοινοτική του συμβίωση, που γεννούσε και έθετε σε λειτουργία την διαδικασία της κουλτούρας και στην θέση του ανθρώπου και της κοινοτικής συμβίωσης βρίσκονται οι πολυεθνικές που γεννούν παραδόσεις, συνήθειες και κουλτούρες. Μέσα σ’ αυτό τον παγκοσμιοποιημένο ορυμαγδό σε όλο τον κόσμο υπάρχουν ψήγματα που μαρτυρούν την συνέχεια της κοινοτικής συμβίωσης. Ακόμα και στον ελλαδικό χώρο υπάρχουν μικρά πανηγύρια και δρώμενα που βρίσκονται μακριά από καταναλωτικές και μοδάτες λογικές, μαρτυρώντας την ιδιαιτερότητα της δικής τους κοινοτικής ταυτότητας και συνεχίζοντας με πείσμα την προγονική τους κοινοτική γραμμή, σε αφιλόξενο περιβάλλον και καιρούς δίσεκτους.

Ελευθερόκοκκος

Σημ. Οι φωτογραφίες απεικονίζουν αποκριάτικο δρώμενο ευετηρίας (για να πάει καλά ο χρόνος στην κοινότητα) στο χωριό Νέδουσα Μεσσηνίας στον Ταΰγετο.

Δημοσιεύθηκε στην αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 156, Ιανουάριος 2016

Αρχική Πηγή: Anarchy Press

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

H ΑΝΤΙ-ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΟΥ



Ο άνθρωπος διαθέτοντας έμφυτα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της κοινωνικότητας και του παιχνιδιού επιθυμεί την συναναστροφή με άλλους ανθρώπους και την συν-δημιουργική ενασχόληση (ζωγραφική, γλυπτική, μύθοι). Παράλληλα αναπτύσσει διάφορες γιορτές που άλλοτε αποτελούν δοξασίες σε κάποια θεότητα, όπως αυτή ορίζεται από την κοινότητα ή είναι άμεσα συνδεδεμένες με τη φύση ή και τα δυο μαζί.

Στις πρώτες κοινωνίες, όπως διαπιστώνουμε και σήμερα από διάφορες ανθρωπολογικές και εθνολογικές μελέτες, είναι αυτές οι ενασχολήσεις που παίζουν κεντρικό και κυρίαρχο ρόλο στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Παντού, σε ολόκληρο τον κόσμο, σε όλες τις κοινωνίες σαρκάζεται μέσω του γέλιου η εξουσία σε κάθε της μορφή (κρατική, θρησκευτική, οικογενειακή) μέσω διαφόρων γιορτών που αφετηριακά είχαν άλλες αφορμές (π.χ. αρχή άνοιξης) αλλά οι συμμετέχοντας έβρισκαν την ευκαιρία να κοροϊδεύουν καθετί εξουσιαστικό.

Κεντρική ιδέα σε πλήθος εορταστικών εκφάνσεων, ήταν η αναστολή των καθημερινών απαγορεύσεων, η ταύτιση με τη φύση και τα φυσικά φαινόμενα, η φαλλοφορία και βωμολοχία, η αντιμετάθεση κοινωνικών ρόλων. Βέβαια το μασκάρεμα κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο σε όλες αυτές τις εκδηλώσεις. Από την αρχαιότητα στον ελλαδικό χώρο συναντάμε πλήθος εορτών που τηρουμένων των αναλογιών παρουσιάζουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Τα Διονύσια, Ανθεστήρια, Λήναια, Κρόνια, γιορτές του Ερμή στη Κρήτη είναι οι πιο γνωστές από τις πάμπολλες που υπήρχαν και σε πολλές άλλες περιοχές (Σκύρος, Τίρναβος, Νάουσα) με έκδηλο το “διονυσιακό” στοιχείο. Επίσης λαϊκές γιορτές παρατηρούμε και στη ρωμαϊκή εποχή με τα Βακχάλια, στο Βυζάντιο με τις Καλένδες, τις γιορτές του χειμώνα στη Κίνα και της άνοιξης στην Ινδία.

Οι πάμπολλες ομοιότητες που υπάρχουν μεταξύ εορτών φανερώνουν μια βαθιά και εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να γελοιοποιήσει και να σαρκάσει οτιδήποτε τον περιορίζει και τον καταπιέζει και στέκεται εμπόδιο στην απόλαυση της ζωής, όπως για παράδειγμα o έρωτας. Φυσικά και αυτές οι περιοδικές στιγμές ελευθερίας που αναπτύσσουν οι άνθρωποι, μπήκαν στο στόχαστρο της εξουσίας είτε πολιτικής είτε θρησκευτικής, με σκοπό να αλλοιώσουν και να τερματίσουν αυτές τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Άλλωστε η εκκλησία δεν αποδέχεται τις διονυσιακές γιορτές και τις απορρίπτει ως ειδωλολατρικές (έρχονται πολύ προγενέστερα από τον χριστιανισμό) και σατανικές που αμαρτάνουν και κολάζουν τους ανθρώπους.

Θυμόμαστε, τη μηνυτήρια αναφορά που έκανε ένας ψάλτης από το Μεσολόγγι προς την Δόμνα Σαμίου επειδή τραγούδησε σκωπτικά τραγούδια στην κρατική τηλεόραση. Τον οποίο ασφαλώς επιβράβευσε με επιστολή του ο Χριστόδουλος (ναι! Δεν στέλνει μόνο συστατικές επιστολές για πρεζέμπορους). Ο Χριστόδουλος, που τάσσεται με φανατισμό υπέρ της παράδοσης και πρεσβεύοντας καθετί ελληνικό, αρνείται πεισματικά να αποδεχθεί τα γηγενή έθιμα των αρχαίων κατοίκων του ελλαδικού χώρου. Είναι εκείνα που δεν εγκρίθηκαν από την εκκλησιαστική εξουσία, που χειραγώγησε τη σκέψη και την επιθυμία φυλακίζοντας το σώμα. Διότι μπορεί να κατάφεραν να γκρέμισαν αρκετούς αρχαίους ναούς (και τις περισσότερες φορές να έχτισαν πάνω σε αυτούς) αλλά δεν μπόρεσαν να χαλιναγωγήσουν τον γέλωτα και την ειρωνεία από τους καταπιεσμένους μέχρι και τις μέρες μας. Σίγουρα η αλλοίωση υπάρχει όχι μόνο στα καθαρά εμπορικά καρναβάλια (Πάτρα, Θήβα, Ξάνθη κλπ), που με την πάροδο των χρόνων έχουν χάσει βασικά πρωταρχικά τους στοιχεία, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις είναι εμφανές ακόμη το διονυσιακό στοιχείο ή η βωμολοχική επίθεση σε κάποιο εξουσιαστικό στοιχείο.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, λοιπόν, συναντάμε στην Αγ. Άννα Ευβοίας τους κατοίκους της, να τραγουδάνε κάθε χρόνο τους παρακάτω στίχους, φανερώνοντας την διαχρονικότητα και επικαιρότητα τους:

Ποιος είδε θηλυκό παπά
Κ’ διάκο γκαστρωμένο,
Ποιος είδε κι ένα γούμενο
Τριού μερού λεχώνα

Το συγκεκριμένο έθιμο είναι γνωστό για την έντονη βωμολοχική του χροιά απέναντι κυρίως στους παπάδες και στις παπαδιές και συχνά οι εκάστοτε αστυνομικοί σταθμάρχες επιχείρησαν με επιμονή και ζήλο να το απαγορεύσουν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές το συγκεκριμένο βωμολοχικό καρναβάλι έχεις τις ρίζες του στην αρχαιότητα (Αλώα, Θεσμοφόρια) προσαρμόζοντας στη σύγχρονη εποχή τον χλευασμό προς την εκκλησιαστική (παπάδες, παπαδιές) και πολιτική (κυβερνήσεις, κόμματα) εξουσία.

Επίσης την περίοδο του μεσαίωνα παρατηρείται μια καρναβαλική έξαρση όπου το γέλιο είναι καθολικό και εκτός από το χλευασμό εκφράζει και την αισιοδοξία στην οικοδόμηση ενός καινούργιου κόσμου. Το γέλιο είναι αμφίσημο και αμφίπλευρο: καταλύει αλλά ταυτόχρονα οικοδομεί, όλοι γελούν με όλους και με όλα, ακόμα και με τους εαυτούς τους. Με την διαμόρφωση των κρατών και την ανάπτυξη του κλασσικού ορθολογισμού, το σοβαρό ταυτίζεται με το ανώτερο και το κωμικό με το κατώτερο. Έτσι το καρναβάλι προοδευτικά θα εξελιχθεί σε κάτι παρόμοιο με την αντικουλτούρα: μια αντικουλτούρα εθιμικά αναγνωρισμένη αλλά δυνάμει αντιστασιακή. Άλλωστε στα έθιμα του καρναβαλιού περιλαμβάνονταν και πράξεις όπως η πυρπόληση των δημαρχείων και των αστυνομικών τμημάτων, το κάψιμο τίτλων ιδιοκτησίας, το λιντσάρισμα αρχόντων, φοροεισπρακτόρων και κληρικών.

Η εξουσία αντέδρασε άλλοτε με βίαιο κατασταλτικό τρόπο και άλλοτε με έμμεσο σκοπεύοντας να οριοθετήσει τις λαϊκές εκδηλώσεις σε ευπρεπή πλαίσια. Εν πολλοίς τα κατάφερε προσδίδοντας -σε αρκετές- εμπορευματοποιημένο και ιλουστρασιόν χαρακτήρα υπό την κηδεμονία των δήμων καταλύοντας το αυθόρμητο.

Για ποιο λόγο, τελικά, ο άνθρωπος ανέπτυξε τον καρναβαλικό σαρκασμό; Μήπως έχοντας γελοιοποιήσει τους δυνάστες του, νιώθει ότι ισχυροποιείται απέναντι στην εξουσία; Το σίγουρο πάντως είναι ότι κατορθώνει να υπερβεί το υποκείμενό του και να συσφίξει τους κοινοτικούς δεσμούς, τη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη.

Αναρχικός πυρήνας Χαλκίδας

Πηγές:
1) Σημαντικά στοιχεία αντλήθηκαν από την εφημερίδα. Άλφα, φ. 41 και 42, Καρναβάλι: η γιορτή του γέλιου και της εξέγερσης.
2) Εύβοια, λαϊκός πολιτισμός, Δημ. Σέττα, εκδ. Σπανός, 1976, Αθήνα
Δημοσιεύτηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.37, Μάρτιος 2005

 Πηγή: http://anarchypress.wordpress.com/2011/03/04/h-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9-%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BD%CE%B1/