Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Άνθη στις Σόλες


Στο σπίτι που μεγάλωσα,
πεθαίνουν
ένας ένας οι θερινοί του επισκέπτες.
Οι κλίνες περισσεύουν
και στα μωσαϊκά έχει στρώσει ο χρόνος.

Ο χώρος μικραίνει.
Λίγο πριν γίνει κόκκος άμμου,
πάντα εμφανίζεται μια τόσο δα ρωγμή
και πετάγομαι έξω,
σαν το ποντίκι που το κυνηγάει η γάτα
και κρύβεται.

Μετά χάνομαι και μετά ξαναεγκλωβίζομαι
και μετά το ίδιο και μετά το ίδιο.
Μέχρι το σώμα
να διαλυθεί στην λήθη.

Σκόρπισε η μαγεία και έμεινε η αγριότητα.
Ας έχει,
δεν θα παραδώσουμε έτσι
το τομάρι μας,
έχουμε και εμείς κλειδιά για θηρία κλειδωμένα για χρόνια,
τόσα όσες οι προσβολές που δεχτήκαμε
και όποιος αντέξει ρε κουφάλες.

Και οι πουτάνες των εφηβικών μου χρόνων έχουν πια πεθάνει
και τα σπίτια που υπήρξαν,
είναι βαμμένα με μια ανέραστη καθημερινότητα

Οργασμοί και λουλούδια στο πάτωμα,
χρωματίζουν τις σόλες μας.

 

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2025

Θερινογραφία σε ψάθινο καπέλο

 


Έζησα το περπάτημα σε ξεραμένα χόρτα,

δίχως τον φόβο των φιδιών στα πέλματα.

Ανακαλώ εκείνο τον ήχο,

την κάψα την καλοκαιρινή μέσ' το μεσημέρι μπας και δεν σκέφτομαι,

μήπως και απολαύσω

αυτή την στροφή του χρόνου.

 

Οδηγώ σε δρόμους με στροφές,

πορεία με φιδίσιους ελιγμούς,

ελιές, φραγκοσυκιές,

ξεραμένα χορτάρια στα κτήματα,

συκιές και ο μόνιμος ήχος των τζιτζικιών.

Πιάνω την πλάτη μου, έχω ιδρώσει,

κοιτώ τον καθρέφτη και αναρωτιέμαι που πάω και αν ο δρόμος είναι σωστός.

Πετάω το μεγάλο ψάθινο καπέλο, στο δίπλα κάθισμα και απελευθερώνονται σκέψεις, 

συμβουλές και ερωτήματα για το πως πρέπει να είναι η ζωή.

Περνώ τα δάχτυλα στα μαλλιά που μου κρύβουν το πρόσωπο

και με μια κίνηση με χαϊδεύω,

μια ελάχιστη τρυφερότητα

προς τον ίδιο μου τον εαυτό.

 

Μια οχιά κόβει στην μέση την άσφαλτο

και συνεχίζει στο ξερό σκληρό χώμα.

Άνθρωποι σε καρέκλες πλαστικές,

κοιτούν και μιλούν,

για τον ξένο που πέρασε και προσπέρασε,

τον καιρό και την ελιά που σταφιδιάζει

απ' την ζέστη και την ξηρασία,

για το κορίτσι που τον φόβο του τον κατάπιε εκείνο το πηγάδι,

μαζί με το μεγάλο ψάθινο καπέλο του.

 

Μια ξερή αφοβιά τούτο δω το καλοκαίρι,

 δέντρο που ο αέρας το συμπάθησε και γύρισε την φωτιά, των ανθρώπων τα πάθη.




Τετάρτη 2 Ιουλίου 2025

Πορεία μοναχική

 



Σερνάμενη άνοιξη,
λιανισμένη
απ’ τα λάστιχα των αυτοκινήτων,
θρήνος βουβός,
σκιά αφημένη στην άσφαλτο,
να θυμίζει την προσπάθεια,
την πορεία για τον απέναντι λόφο,
λίγο πριν χτιστεί.

Έτσι είναι οι άνθρωποι οι μόνοι,
αδέσποτοι ουρανοί
που χάσανε την γη τους,
μάσκες
με τα μάτια βγαλμένα,
αφημένα σε παιδικά φυλάκια,
μιας παλιάς αποκριάς.

Σκόνη σε μονότονο τοπίο, με κλειστά τα μάτια,

 παραδομένοι και στο νου πάντα λευτερωμένοι.

         - Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;

      - Ούτε που θέλω, αδιαφορώ.

Τρίτη 1 Απριλίου 2025

Μια ραδιοφωνική εκπομπή από επιλεγμένα κείμενα του Μπούρμπουνα



Έχουν περάσει χρόνια από τότε που κάθισα σε παγκάκι της πόλης με τον φίλο Αλέξανδρο Καρλή και χρόνια από τότε που παίχτηκε ζωντανά η παρακάτω εκπομπή. 
Ο Αλέξης έβαλε καρδιά στην αφήγηση και στις επιλογές της μουσικής και το αποτέλεσμα είναι άρτιο. Την κοινοποιώ λοιπόν:

Καθισμένος στο παγκάκι της πόλης

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2025

Δοκιμαστική τομή

 



Ασθμαίνει το βυθισμένο μου πνεύμα μέσα στο όφελος της μισθωτής σκλαβιάς, 

στο λαμπερό νεκροταφείο της καθωσπρέπει επιβίωσης,

την στιγμή που ο ήλιος ξερνάει στο πρόσωπό μου τον χρόνο που μου απομένει 

σε τούτο δω το φως.


Βουλιάζουν τα πέλματά μου σε σάρκες καιρών αλλοτινών, 

χνάρια σε ιλύς, που ο χρόνος τ' άφησε για χλευασμό στη δόξα.


Έναν, έναν πεθαίνω τους παλιούς μου φίλους.

Τους πνίγω στην θλίψη μου και αυτοί δεν βγάζουν ήχο. 

Ένας με ρώτησε, -τι κάνεις; Μα είμαστε ήδη νεκροί.


Για μια στιγμή γνωρίζω, 

όλα μπορούν να είναι αλλιώς.


Την νύχτα απλά αφήνω το κορμί μου όπου βρεθεί,

αποκαμωμένο απ' την προέλαση της ματαιότητας της μέρας· 

χίμαιρες μ' ερεθίζουν γλείφοντας το σώμα ως λάφυρο.

Το παρατηρώ μέχρι να με πάρει ο ύπνος 

και το ξημέρωμα με ξυπνούν κάτι νότες που στάζουν απ' το ταβάνι,

το φορούν το σώμα τα πουλιά,

το ξεπλένουν με ήχους κι ανέμους και ελαφρύς τ' ατενίζω,

μέχρι να μου το φορέσουν ξανά.


για μια στιγμή γνωρίζω,

όλα μπορούν να είναι αλλιώς.


Αφήνω κομμάτια μου από μέρη που υπήρξα, 'δω και 'κει, χωρίς να το καταλάβω. 

Είμαι στο εδώ και στο τώρα και έρχεται ο τάδε ή ο δείνα τόπος 

και θρονιάζεται στο σώμα μου,

έτσι απρόσκλητα· 

για να καταλάβω, 

πως τίποτα στην πορεία μου δεν είναι ξεκομμένο απ' το σώμα μου,

αλλά σε πλήρη σύνδεση.

Αναπνέω την λύπη του κόσμου

και στραγγίζω τα πνευμόνια μου απ' τα δάκρυα

που φως δεν είδαν.


Σκορπιοί ήχοι, 

σε κλαδιά κρεμασμένοι, σφηνωμένοι σε βράχια.

Οι κραυγές στερεύουν,

εξασθενούν, 

σαν τραγούδι σε φαραγγιού χείλος,

μέχρι να πνιγεί στα νερά του χειμάρρου 

και να χαθεί στα έγκατα, από όπου βγήκε.


Σχοινοβατώ·

παρέα με μια βαθιά θλίψη, ξεχασμένη σ' ένα φωτεινό πρόσωπο·

σαν τις αρχαίες κολώνες, 

λευκές και μόνες σε χορταριασμένο χώμα. 

Έτοιμος για φωτογραφία.

Μικραίνει ο χώρος και ένας κόκκος άμμου φανερώνει το μεγαλείο του· 

εμφανίζεται μια τόσο δα ρωγμή και εκεί πετάγομαι έξω, 

σαν το ποντίκι που η γάτα το κυνηγά και κρύβεται.

Μετά χάνομαι και μετά ξαναεγκλωβίζομαι 

και μετά το ίδιο και μετά το ίδιο. 

Μέχρι το σώμα να διαλυθεί και να επιστρέψει εκεί που ανήκει,

στο όνειρο.

Κι έρχονται πάλι οι νύχτες, 

να λιώσουν στο κρεββάτι όλα τα διαφορετικά που κουβάλησα στους δρόμους

και να τα φιλιώσουν στα ονείρατα, 

να με σκεπάσουν στον έρωτά τους 

και έτσι τ' όνειρο να με βρει αποκαμωμένο 

γι' αυτά που θα 'θελα να ζήσω.

Μέχρι να ξυπνήσω ξανά μ' ένα σύννεφο στο κεφάλι και στο σώμα.


για μια στιγμή γνωρίζω,

όλα μπορούν να είναι αλλιώς.














Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2024

Στο σκάμμα


Μας κυοφορούσε η νύχτα,
με φωτιές κραυγές και κρότους.

Γεννηθήκαμε με το πρόσωπο καλυμμένο,
φυλαγμένο το χαμόγελό μας σε γιορτινή φιάλη.

Ζωές ολάκερες σκάβουμε,
βαθιά, πιο βαθιά,
για εκεί που μας κρύψανε τον ήλιο
και τα φεγγάρια μας.

Ορφανοί, αδέσποτοι και ανεξέλεγκτοι.

Ρίξαμε την μητέρα στις φλόγες, μήπως και την σώσουμε
απ' τον αέρα δηλητήριο.

Θυμάσαι;

Γύρισα σπίτι βρεγμένος
και δεν κατάλαβες τα δάκρυά μου.

Η νύχτα μας θήλασε,
μα μια εποχή πέθανε στα χέρια μας.

Σκάψε βαθιά, πιο βαθιά,
δεν τελειώνει εδώ ο κόσμος.


 

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2024

Οι ακτογραμμές της γιαγιάς

 


Η γιαγιά πάντα θωρούσε την θάλασσα από μακριά και μονάχα μια φορά συναντήθηκε μαζί της, μια φορά ένιωσε την ανάσα της. Ήταν τότε που μικρό κορίτσι είχε βγάλει τα αιγοπρόβατα για βοσκή και την πήρε ο κατήφορος του βουνού και βρέθηκε στην παραλία. Ενώ τα ζωντανά βοσκούσαν κρίταμο και αγριόχορτα στα βότσαλα και στην άμμο, εκείνη ανέβηκε σ’ ένα ψηλό βράχο που συνομιλούσε με το κύμα και είδε τα ψάρια στα νερά της. Για πρώτη φορά είδε πως η μπλε απέραντη εικόνα που θωρούσε απ’ το βουνό ήταν ζωντανή.

Το παρόν της γιαγιάς ήταν το βουνό, αλλά το παρελθόν της θάλασσας βρισκόταν σ’ εκείνο το βουνό. Μάρτυρες αυτής της σχέσης ήταν η πληθώρα των βυθισμένων οστρέων στο χώμα· η γιαγιά γεννήθηκε και μεγάλωσε στο βουνό, σ’ εκείνη την ξεχασμένη αρχαία παραλία. Περπατούσε ανάμεσα στα λασπωμένα σπαράγματα του χρόνου που κάποτε ζούσαν στη θάλασσα και τώρα μαρτυρούσαν πως τα πράγματα αλλάζουν, πως ο χρόνος είναι ο μέγας κοσμοπλάστης και πως η ύπαρξη είναι ένας κόκκος άμμου μπροστά στο κύμα του πελάγου. Κάθε τόσο ξεχώριζε κάποια απ’ αυτά και τα κρατούσε στα ζαρωμένα απ’ τον χρόνο χέρια της και με μιας εκατομμύρια χρόνια μοναξιάς βρίσκονταν στην παλάμη της, απορροφώντας τα γηρατειά της. Τότε η γιαγιά μπρος στο μεγαλείο του χρόνου, μεταμορφωνόταν σ’ ένα τόσο δα μωρό.

Μια νύχτα την είδα σ’ όνειρο, πως περπατούσε λέει όπως και τότε σ’ εκείνη την παραλία, μα δεν ήταν νέα. Όλα ήταν εκεί, όπως και τότε που ήταν μικρό κορίτσι. Ο φλύαρος ήχος του κύματος ήταν εκεί. Μα το περπάτημα της στα βότσαλα και την άμμο ήταν ήσυχο, αθόρυβο, χωρίς ήχο, αφού το πέλμα της βρισκόταν ελάχιστα πάνω απ’ αυτά. Βρισκόταν μόνη χωρίς τα αιγοπρόβατα και ο κρίταμος με τ’ αγριόχορτα ήταν ακόμα εκεί. Ανέβηκε σ’ εκείνον τον βράχο που έστεκε όπως και τότε ακλόνητος συνομιλητής με την θάλασσα και την χτύπησε ένα ελάχιστο αεράκι χαϊδεύοντάς τα λευκά μαλλιά της. Χαμήλωσε το βλέμμα προς τον βυθό και είδε τα ψάρια. Άνοιξε τα ζαρωμένα της δάχτυλα και εμφανίστηκε το όστρεο που είχε πάρει απ’ το βουνό της.

Το πρωί η γιαγιά δεν βρισκόταν πια σπίτι, αλλά ήταν ξαπλωμένη σε μιαν αρχαία θάλασσα· περιτριγυρισμένη από όστρεα μιας μακρινής εποχής. Το δικό της τ’ όστρεο έστεκε αφημένο στο κομοδίνο, δίπλα στο άδειο της κρεβάτι. Το πήρα και το ‘βαλα να το κρατάει, να την συντροφεύει στην τελευταία της βόλτα, στην ατέλειωτη αμμώδη ακτογραμμή του χρόνου.

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2024

Μια φωτογραφική αποτύπωση της καταστροφής

 Όπου σταθήκαμε και πήραμε ανάσες η φωτιά τις σκόρπισε στον ουρανό.




Μαύρα νερά κατεβάζει η Πεντέλη. Μια αλεπού έτρεχε αλαφιασμένη μέρα μεσημέρι, οι χελώνες που σε κάθε βροχή έβγαιναν στο δρόμο για νερό δεν υπάρχουν πια, ενώ η έκπληξη ήταν ένας μεγάλος καφέ βάτραχος καθισμένος σε μια μαύρη λούμπα σαν Βούδας στο γυμνό μαύρο τοπίο.


Το γεφύρι Σουβαλιώτη πριν και μετά την φωτιά:

το πριν:


το μετά:




το πριν:


το μετά






ο αρχαίος δρόμος λιθαγωγίας που οδηγεί στα αρχαία λατομεία της Πεντέλης










Παρασκευή 26 Ιουλίου 2024

Μια μικρή ιστορία μοναχικής ηδονής: «Ένας γυμνός ώμος και η ελπίδα των σκουπιδιών»

 Αγαπημένη μου Πρωταγωνίστρια (Μέρος 11)



Αγαπημένη μου Πρωταγωνίστρια

Είχα ξεροσταλιάσει σ’ εκείνο το μπαρ. Κουβαλούσα κι αυτόν τον αναθεματισμένο μπαγλαμά, τον σπασμένο σε χίλια κομμάτια και άγαρμπα κολλημένο, σκεπτόμενος πως θα βρεθεί η κατάλληλη στιγμή ν’ ανέβω στην σκηνή και γρατζουνώντας τις χορδές του, να ερέθιζα κάπως το μυαλό σου. Μάταια όμως. Έμεινα με τον μπαγλαμά ακουμπισμένο στην μπάρα και οι μόνοι που ρωτούσαν γι’ αυτόν ήταν κάτι μεθυσμένοι κωλομπαράδες που οι γυναίκες τους κοιμόντουσαν μόνες στο σπίτι, με μόνη παρηγοριά την ανοιχτή τηλεόραση που έπαιζε χαμηλόφωνα. Ένας απ’ αυτούς μου ζήτησε να τον δει και του τον έδωσα. Τον έπιασε άγαρμπα και έχωσε το μάτι του μέσα στο ηχείο, δείχνοντας τάχα πως ενδιαφερόταν για την κατασκευή του. Μου θύμισε πριν κάποια χρόνια, που κατέβαινα τον Ταΰγετο προς την Σπάρτη με την μηχανή, ένα περιστατικό που είχα πέσει πάνω σε αστυνομικό μπλόκο που έκανε ελέγχους για ναρκωτικά. «Έχεις τίποτα παράνομο» με ρώτησε ένας απ’ τους μπάτσους, «Όχι», του είπα, «μονάχα έναν μπαγλαμά που κάποτε θεωρούταν παράνομος», θέλοντας έτσι να αστειευτώ με το γεγονός που οι μπάτσοι έψαξαν ακόμα και τον μπαγλαμά, κοιτώντας μέσα στο ηχείο και βάζοντας το δάχτυλό τους στην οπή του ηχείου του, μήπως και μ' αυτόν τον τρόπο ανακάλυπταν κάποια μυστική κρύπτη που οδηγούσε στο σαλόνι κάποιου μεγάλου εμπόρου ναρκωτικών. Μάταια όμως. Και εννοείται, δεν γέλασαν με το αστείο.

Λίγο πριν ξημερώσει, σου κουβάλησα τα σκουπίδια του μπαρ σε μαύρες σακούλες, ως ύστατη προσπάθεια επικοινωνίας μαζί σου, γλυκιά μου σερβιτόρα. «Άστα! Θα τα πετάξω εγώ» σου είπα «και αν θες μετά σε πετάω και μέχρι το σπίτι». «-Αμέ!» μου είπες και έτσι άλλη μια ανοργασμική διαδρομή ξεδιπλώθηκε μπροστά στα φώτα του παπιού μου. Φτάσαμε και η διαδρομή σφραγίστηκε με μια αγκαλιά, ένα φιλί στο μάγουλο και μετά  μια φράση, «καληνύχτα, τα λέμε». Το απόγευμα σε είδα στο παράθυρο του σπιτιού σου καθώς γύριζα απ’ την δουλειά και με χαιρέτησες. Ο γυμνός σου ώμος στο ανοιχτό παράθυρο, την ώρα που χανόταν το φως και τα ντουβάρια είχαν απορροφήσει όλη την κάψα της μέρας, να ψάχνει ανάσα στο δειλινό ήταν ποίημα στα μάτια μου. Φώτισαν τα ντουβάρια της πολυκατοικίας και εγώ περαστικός, κράτησα την ανάσα μου.

Μπήκα στο σπίτι και ο ήχος των κλειδιών έτσι όπως τ’ ακούμπησα στο τραπεζάκι μου πήρε τ’ αυτιά. Το μοτέρ του ψυγείου αγκομαχούσε και είχε καλύψει τους τοίχους και την ατμόσφαιρα του σπιτιού. Η βρύση έσταζε επάνω σε κάτι άπλυτα πιάτα. Έβγαλα τα ρούχα και τ’ ακούμπησα σε μια καρέκλα που είχε ήδη και άλλα ρούχα. Έκλεισα τα μάτια και μετέφερα στο κρεββάτι μου την αίσθηση του ακουμπισμένου σου σώματος στην πλάτη μου μαζί με την αίσθηση του στητού σου στήθους να πιέζεται σε κάθε φρενάρισμα στην πλάτη μου. Ήμασταν γυμνοί με όλα τα φώτα κλειστά και απ’ τις γρίλιες εισέβαλε αποκαμωμένο το φως του δρόμου και καθόταν πάνω στις γραμμές του σώματος σου, να ξεκουραστεί λίγο απ’ την βρωμιά και την μοναξιά του πεζοδρομίου. Τόσο φιλόξενο ήταν το σώμα σου εκείνο το βράδυ που μου χάριζε απλόχερα μια γλυκιά μοναχική ηδονή, πλημμυρισμένη με χίμαιρες και αυταπάτες. Τα μαλλιά σου, μακριά και μαύρα, χάιδευαν το στήθος σου, που πότε το αποκάλυπταν ολόγυμνο και κατάλευκο μέσα στο ημίφως και πότε το κάλυπταν, αφήνοντας μόνο την ρόγα σου να εξέχει σαν βραχονησίδα σε πέλαγος ηδονής, σαν το παιχνίδισμα του ήλιου με τα σύννεφα. Έσκυψες πάνω μου και σου φίλησα λαίμαργα τον ώμο, εκείνον που έψαχνε λίγο φως μέσα απ’ τα καυτά ντουβάρια της πολυκατοικίας. Απορρόφησα όλη αυτή την κάψα γλιστρώντας την γλώσσα μου ως τον λοβό του αυτιού σου, ένιωσες την ανάσα μου και ύστερα έδωσα ένα τέλος σ’ εκείνη την περιπέτεια του μοναχικού οργασμού· γύρισα  την πλάτη στο παράθυρο και κοιμήθηκα.


Κυριακή 21 Απριλίου 2024

Οι καρδιές μας οι επίμονες



Έζησα τις φωτιές των γειτονιών, 

τ' ατέλειωτα βήματα σ' ασβεστωμένους δρόμους,

έκαψα τα χέρια μου πυρώνοντας αερόστατα, τα μάτωσα σχίζοντας καλάμια,

σε γειτονιά που μεγάλωσε, πέθανε και θάφτηκε στο τσιμέντο.


Χαμένη αποκριά στο εγκαταλειμμένο φυλάκιο των παιδικών χρόνων.


Τα βήματά μου τα έσυρα στα χώματα, σε μονοπάτια ανοιγμένα από γιαγιάδες ζαλωμένες με ξύλα, μαύρες και ζαριασμένες.

Θραύσματα του χρόνου, στωικά περιμένουν το ποδοπάτημα, τον ήλιο, την βροχή και την αδιαφορία.

Χρόνε φώτισε, ρίξε μια ματιά στο χνούδι που αιωρείται στον αέρα, 

δείξε τον σωστό τρόπο να ζήσω και να φύγω από δω

 

Και τώρα πια, που χιλιάδες ενήλικα βήματα μακριά, με οδήγησαν πίσω,

βλέπω πως νύχτα και μέρα, πιστεύω μόνο σ' όσους παλεύουν ν' αντέξουν τον χειμώνα.

Σ' όσους δίνουν κουράγιο στο μπουμπούκι στη ρωγμή της ασφάλτου.

Σ' όσους τιμούνε, σιωπές και εξεγέρσεις.

Σ' όσους καίνε το είδωλο τους στον καθρέπτη.


Αναγεννάτε το βυθισμένο μου πνεύμα μέσα στο όφελος της μισθωτής σκλαβιάς, 

στο λαμπερό νεκροταφείο της καθωσπρέπει επιβίωσης, 

την στιγμή που ο ήλιος ξερνάει στο πρόσωπό μου τις στιγμές που μου απομένουν στο φως.

Για μια στιγμή όλα μπορούν να είναι αλλιώς.


Είμαστε μαζί.


Με νιώθεις που τα δάχτυλα σου με πνοές τα μετρώ,

σε διαδρομές σε χώρους και σε τόπους ατελείς.

Όλα τα ενδεχόμενα μας περιτριγυρίζουν.

Ρουφήχτρες βλεμμάτων και σκέψεων,

επίμονα και λαίμαργα περιμένουν να μας αλώσουν.

Μα οι καρδιές μας επιμένουν, στο δικό μας ενδεχόμενο, 

θολές λάμψεις πεισματάρη σηματωρού στην ομίχλη,

διασχίζουν και σχίζουν το κύμα ανάποδα

σε διαδρομή για το πέλαγο.

 

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2024

Της πτώσης αντάρα

 


Δεν σκόρπισα μωρή γαμιόλα ζωή, δεν μου δόθηκε η ευκαιρία.

Συρρικνώθηκα χρόνο το χρόνο και τώρα ξαπλώνω σε σπασμένα γυαλιά

και μόνο ανάποδα ξέρω τ' αστέρια να μετρώ.

 

Έλα έξω, μου λες, έχει ωραία νύχτα.

Τραβάω και εγώ, αλλά μάταια.

Τα προγραμματισμένα σκοτάδια, δεν είναι όπως αυτά που έχω πρόχειρα,

ανάλογα την περίσταση.

Τι να τις κάνω τις νύχτες, τι κι αν γυμνές μου προσφέρονται;

Όταν το φως πια μ’ έχει αποκάμει, έπονται δεύτερες.

Το φως,

που σώνει και ντε θέλει νόημα, αυταρέσκεια και επιβίωση.

Γι’ αυτό όταν θέλω να δώσω ένα τέλος, πέφτω και κοιμάμαι νωρίς.

 

Ξυπνάω πρωί, πολύ πρωί, για να προλάβω τον εαυτό μου που φεύγει.

Να τον δω λίγο πριν σβήσουν τα φώτα, λίγο πριν την αυγή,

να αποχαιρετιστούμε στα βαθιά, πριν πνιγούμε στα ρηχά της μέρας.

Με την αφή στέλνω μηνύματα αναπάντητα στην θνητότητα,

τραβάω τα χείλη μου, νυχιάζω τα δάχτυλά μου,

την ρωγμή χαϊδεύω

και αισθάνομαι την αρχή και το τέλος.

Στο 'να χέρι μια λίθινη αιχμή, κτέρισμα τάφου ήρωα.

Στο άλλο σημάδι από καυτό κερί, του Ικάρου το φιλί.

Πτώσεις.

 

Μόνο τα παιδιά ίσως γνωρίζουν να ζουν, τραβώντας τα κρεμάμενα ξέφτια του χρόνου.

Λασπωμένα όστρεα στα όρη. Ξεμάκρυναν οι θάλασσες, σκλήρυναν τα σώματα.

Μεγάλωσες.

Κάπου κάπου οσμίζονται οι περαστικοί τον βυθό, και τρομαγμένοι επιστρέφουν στα φώτα,

μα τα παιδιά προσπαθούν ν' ακούσουν την αρχαία θάλασσα 

και ύστερα τα γυρνούν στο χώμα, να μετρούν τον χρόνο με βροχές.

 

Σου μιλώ για σχέδια μελλοντικά και ένα βιολί στο ραδιόφωνο αγκαλιάζει τις λέξεις·

κάπνα στην ατμόσφαιρα·

και απ' την μπαλκονόπορτα ένα φορτηγό θωρώ να ξεφορτώνει μπάζα.

 

Μια μακρά περίοδος

συνεχόμενων και αλληλοτροφοδοτούμενων κρίσεων είναι το κάδρο μου,

γι’ αυτό και φαίνομαι σκυθρωπός.

Κάθε τόσο του βάζω φωτιά, στρώνω ένα χαμόγελό,

αλλά πάλι τα ίδια,

μέχρι η φωτιά να κάψει και μένα.

 

Και οι στάχτες να σκορπιστούν στο Ταίναρο, 

σεισμού κουρνιαχτός του Γαιηόχου Ποσειδώνα.

Στις βαθιές των εγκάτων αντάρες είμαι στο Ταίναρο,

στην άκρη,

στο σπάραγμα του κύματος στον βράχο.

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2023

Απομακρυσμένο μήνυμα στο παιδί

 



Στο σπίτι που μεγάλωσα, 
πεθαίνουν ένας ένας 
οι θερινοί του επισκέπτες.
Οι κλίνες πλέον περισσεύουν 
και στα μωσαϊκά έχει στρώσει 
ο χρόνος.
Σου γράφω 
απ' το προκεχωρημένο φυλάκιο,
να μην σηκωθείς απ' την στρωματσάδα, 
μην αφήσεις τα μετόπισθεν.
Μαίνεται ο πόλεμος.



Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2023

Εν είδη εξήγησης

Πίστεψαν οι απρόσωποι

πως φυλαγόμαστε απ'του ήλιου το πρόσωπο,

γιατί στα σκοτάδια 

με χάρη γλιστρούμε.


Μωροί σαλτιμπάγκοι, 

γερασμένοι χορτάτοι,

με σάλπιγγες ξεφωνημένες.


Κωφεύουμε και είμαστε νέοι 

μπρος στα φώτα σας,

κοιλοπονούμε 

στα σκοτάδια της μήτρας

ένα μωρό με φως οπλισμένο

Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2023

Σμπαράλια δύο

 

Η ζωή της ξεκίνησε κουβαλώντας νερό απ’ το ποτάμι. 

Όλη της η μέρα ήταν ένα ατελείωτο πήγαινε έλα μεταξύ παράγκας και πηγαδιού να κουβαλάει νερό. Να προσέχει να μην σπάσει η στάμνα, να μην χυθεί ο ντενεκές και να μη δίνει σημασία στα σμπαραλιασμένα της κόκκαλα που όλο και στράβωναν. Μέχρι που τελικά στράβωσε η πλάτη της και το βιός της. Ο απλωμένος πόνος σκέπασε το κελάρισμα του ποταμού, σκέπασε και τα πουλιά που την περιγελούσαν στο δρόμο της και που ανάλαφρα και ελεύθερα, διέγραφαν στον ουρανό τις ματαιότητες της ανθρώπινης καθημερινότητας. 

Στράβωσε ο λόγος της, δέθηκε η γλώσσα της· τραύλιζε η ζωή της. 

Ο χρόνος περνούσε και τα δάχτυλά της σκλήραιναν στα χωράφια για την πατάτα και τις ελιές· μαύριζαν τα νύχια της απ’ το χώμα· σκούραινε το δέρμα της απ’ τον ήλιο. Ενήλικη πιά, βρέθηκε κρυμμένη στην βουή του εργοστασίου για τα σύκα, καμουφλαρισμένη στη μυρωδιά του· ξερή, ζαρωμένη και άνυδρη. 

Για άντρα της έδωσαν έναν σκουπιδιάρη, περίγελο ενός καφενείου δίχως καθρέπτες, από άντρες που όλα τα ξέρουν. 

Που κάθε μέρα παίρνει τηλέφωνο για ξεμάτιασμα γιατί έχει πονοκέφαλο και κάθε μέρα του δίνεται για απάντηση ένα «ήσουν» ή «δεν ήσουν», χωρίς να έχει γίνει η απαραίτητη τελετή με το νερό, το λάδι και τα λόγια· χωρίς τελικά να τον νοιάζει αν ήταν ή δεν ήταν.

Που μέχρι πριν λίγα χρόνια δούλευε στο νεκροταφείο και που πήρε σύνταξη από εκεί, αφού γλίστρησε και έπεσε σ’ ένα τάφο και έσπασε το χέρι του. Και φώναζε μέσα από το λάκκο του θανάτου και κανείς δεν τον άκουγε και ο ήλιος έπεφτε και ο λάκκος ένιωθε άβολα με έναν ζωντανό φιλοξενούμενο. Έπειτα βγήκε από κει και γύριζε όρθιος με ένα πλατύ χαμόγελο με χαλασμένα δόντια και με το χέρι στο γύψο, λες και επέστρεψε απ’ τους νεκρούς· λαβωμένος από δάγκωμα του Κέρβερου.

Που ύστερα βρήκε γκόμενα και όλοι απορούσαν στο καφενείο, γιατί αυτός και όχι αυτοί που όλα τα ξέρουν. 

Πήγαιναν βόλτες με το τρένο σε κοντινές επαρχίες, χόρτασαν τσάρκες με το παπί το Yamaha και φιλιά στα παγκάκια και σε καφετέριες με νάιλον περίγυρο. Για λίγο ένιωθε νικητής στον έρωτα, αλλά χώρισε ένα απόγευμα, όταν αυτή μιλούσε σ’ ένα καρτοτηλέφωνο και αυτός πίσω της κρυφάκουγε. 

Τον έτρωγε η ανασφάλεια ότι δεν της έφταναν οι βόλτες και τα φιλιά, πως δεν της έφτανε το τρενάκι ούτε το Yamaha που έκαιγε λάδια και μύριζαν τα μαλλιά και τα ρούχα της και έτσι μία, δύο, τρείς, τέσσερις φορές έκανε τον κύκλο του καρτοτηλεφώνου καθώς η τσάντα της έπεφτε στο κεφάλι του, παρέα με βρισιές και κλωτσιές. «Τι κρυφακούς ρε πούστη; Τι θες ρε μαλάκα; Χάσου από δω ρε γαμημένε!»

Και κάπως έτσι χώρισε και επιτέλους ξαναχαμογέλασαν οι άντρες στο καφενείο δίχως καθρέπτες. Και πήγε και κλείστηκε στο σπίτι του νικημένος, βλέποντας τηλεόραση και καπνίζοντας, σκεπτόμενος εκείνα τα ηρωικά του χρόνια· αιώνια ματιασμένος.

Έτσι απέμειναν οι δυο τους, σ’ ένα σπίτι με σπαριαλιασμένο καναπέ και κιτρινισμένους τοίχους, να συντηρούν τα σπασμένα κομμάτια τους και να τα φωτίζουν με το φως της τηλεόρασης. Εκείνη να μην τον εμπιστεύεται και να του παίρνει την σύνταξη και εκείνος να μένει ρέστος. Να τσακώνονται και για τιμωρία να μην του φτιάχνει φαγητό για μεσημέρι· 

να μην έχει τσιγάρα, παρά μόνο έναν μόνιμο πονοκέφαλο, που φεύγει μόνο με ξεμάτιασμα.   

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2023

Ταΰγετος ο Βαθύς



Αναπνέει η θνητότητα μου

σε κάθε μου βήμα

πάνω στην πέτρα σου.


Το περαστικό

τσαλαπατάει το αιώνιο.


Παιδί της σκοτεινιάς ο Ταΰγετος,

που θέλησε να αρπάξει απ' την χαίτη 

τ' άλογα του φωτός.


Και αναδύθηκε απ' τα έγκατα

και σφήνωσε ψηλά στο φως.

Απ'το Ταίναρο ως του αη Λιά.


Κουρδίζοντας τα φώτα

με τα σκοτάδια,

τον φόβο

που έρχεται από ψηλά,

που με κρότο και λάμψη

λιανίζει το δέντρο,

με την μυρωδιά του βρεγμένου χώματος.


Έτσι με γυμνώνει,

έτσι με σκεπάζει,

ο Ταΰγετος.

Βαθύς,

που θέλησε να πιάσει

τον Ήλιο. 





Πέμπτη 13 Απριλίου 2023

Φαρέτρα



στα χρώματα, στις μυρωδιές, στα όμορφα,

στις φωνές και στους σαματάδες,

εναπόθεσα τα δάκρυά που κανείς δεν είδε.

 

στιβαρό το προσωπείο για τις συναλλαγές,

όμορφο το κουφάρι.

Παγωμένο ατσάλι το δέρμα,

στα νέα που φτάνουν

για τους παλιούς φίλους που ξεμάκρυναν.

 

Μα όπως και να μεταμορφωθώ,

ο θυμός μου

διαλύει την μάσκα.

 

Καταφύγιο το δικό σου, το καθαρό βλέμμα,

το περιτριγυρισμένο απ’ τον άνεμο

σε καθημερινή διαδρομή.

 

Κρύβομαι στη φασαρία και στις σημαντικές συζητήσεις σας,

σ’ όλα αυτά τα «για να περάσει η ώρα».

Χαράζω με τα φαγωμένα νύχια μου και πλένω με δάκρυα

τις εξαίσιες χωάνες,

 της παράδοσης και του αφοπλισμού.

 

Συνεχίζω μόνος κι οπλισμένος,

περιτριγυρισμένος απ’ το βλέμμα σου,

τις επόμενες εξαίσιες διαδρομές.

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2023

Σκατά ο γάμος!



Βρέθηκα κάποτε σε μια πλατεία. 
Είχαν γάμο και ετοίμαζαν τον χώρο κάτι μεθυσμένα και μπαρουτοκαπνισμένα πλάσματα. Έστηναν το βάθρο όπου θα γινόταν η τελετή μιλώντας για το πόσο καυλιάρικο είναι το ζευγάρι, τι μουνάρα είναι η νύφη, πόσο τον έχει ο γαμπρός και άλλα τέτοια. Κυνηγούσαν τους καλεσμένους με τα μουτζουρωμένα τους χέρια και ο παπάς ανεβασμένος στο βάθρο ευλογούσε με το μεσαίο του δάχτυλο.
Εμφανίστηκε με τα πολλά ο γαμπρός, κοντός, με μαλλί αλλά Τζιμ Χέντριξ, γυαλί μαύρο, ένα τεράστιο κομπολόι και με την τεράστια πούτσα του, που την είχε έξω να παίρνει αέρα, γιατί ήταν στενό το παντελόνι έλεγε και κρίμα να στριμώχνεται. 
Αφού χαιρέτησε τον κόσμο κοντοστάθηκε στο βάθρο και περίμενε την νύφη. Με τα πολλά εμφανίστηκε και η νύφη, δύο μέτρα ανδρογύναικο, με μια μουστάκα ΝΑ και μεθυσμένη. Την έσυραν στο βάθρο για να πάει να παντρευτεί. 
Ο γαμπρός δεν κρατήθηκε και θέλησε να την πηδήξει επί τόπου αλλά παρενέβη ο παππάς που κρατούσε έναν παλιό ταλαιπωρημένο τηλεφωνικό κατάλογο του ΟΤΕ που τον προσγείωσε με δύναμη στο κεφάλι του γαμπρού. Αμέσως άρχιζε να διαβάζει ευχές για καλά γαμήσια και με το μεσαίο του δάχτυλο ευλογούσε τους νεόνυμφους. 
  

Πρώτη φορά είδα σε γάμο να μοιράζουν κουραμπιέδες στους καλεσμένους. Πέρασε ο δίσκος από μπροστά μου, πήρε έναν ο τύπος δίπλα μου, πήρα θάρρος κι εγώ και άρπαξα έναν. Παράξενο, ήταν παγωμένος. Πάω να τον φάω και με την άκρη του ματιού μου βλέπω τον τύπο δίπλα μου να έχει διπλώσει και να φτύνει με μανία. Σηκώνεται με κοιτάει, τον κοιτάω και μου λέει ΣΚΑΤΑ, με καφετιά χείλια και δόντια! Τιιιιιι;;;; 
Ο χορός του Ησαία είχε αρχίσει και αντί για ρύζι, εκτόξευσα τον κουραδιέ προς τους νεόνυμφους. Η πασπαλισμένη με ζάχαρη άχνη σκατόμαπαλα, πέρασε γλυκά απ' τα κεφάλια των καλεσμένων στην πλατεία και αφού την απέφυγε με δεξιοτεχνία ο παπάς, προσγειώθηκε ανώμαλα στο μαλλί του Τζιμ Χεντριξ.

Άντε ΣΚΑΤΑ για γάμο. 

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2023

Σε βλέπω να χαμογελάς και γύρω σου σκισμένες σελίδες του χρόνου

 



Έλεγα τότε που άναβε η φλόγα,

πως η μόνη μου πατρίδα είναι τα παιδικά μου χρόνια,

τώρα που η φλόγα εδραιώθηκε στην καρδιά,

ξέρω πως η μόνη μου πατρίδα

είναι τα δάκρυα,

που αλατίζουν του χρόνου τις σκισμένες σελίδες,

γύρω απ’ το χαμόγελό μας.

 

Δεν θα μείνω άλλο εδώ,

στον ήχο των ρολογιών των άλλων

και στην πατρίδα που αυτά ορίζουν.

 

Πάω να ξεψαχνίσω τον εαυτό μου,

και ό,τι βρω

με το ζόρι φορεμένο,

θα το βάλω σ' ένα μπουκάλι.

Θα κόψω και θα δέσω μια τούφα απ 'τα μαλλιά μου

βάζοντας φωτιά,

στον αφρό αυτού του κόσμου.


Εύξυ

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2022

Στο πιο ψηλό βουνό

 


Στο πιο ψηλό βουνό η Νία, 

με τις απάτητες κορυφές του·

μακριά

 απ’ όσους ανασαίνουν και πατούν σε τούτο δω τον κόσμο. 


Μια στριφογυρισιά σ’ ένα ζεϊμπέκικο 

και μια κραυγή προς τα μέσα ήταν ο ρυθμός σου· 

ο κόσμος σου ολάκερος ένα παράπονο. 


Βαρέθηκες, το ξέρω, 

μα σε ψάχνουν τα παιδικά μου χρόνια, τα καλοκαίρια της στρωματσάδας 

και οι συζητήσεις των μεγάλων τα βράδια στην αυλή,

λίγο πριν έρθει ο ύπνος απ’ τα ανοιχτά παράθυρα. 


Καργιόλη θάνατε,

πόσο έντονα χρωματίζεις την ζωή; 


Μας παρακολουθείς να μονολογούμε,

να κάνουμε στροφές στα αλώνια της ζωής,

να ερωτευόμαστε και να απελπιζόμαστε 

γιατί όλο κάτι δεν είναι αρκετό. 

Μεγαλώνεις μαζί μας, 

μετράς τις ανάσες,

τρέφεσαι απ’ την ύπαρξή μας.

---------------------------- 

 Αυτές δεν είναι μόνο λίγες λέξεις για μια ζωντανή μνήμη,

αλλά και για ένα παιδί που μεγαλώνει,

χάνοντας στο υλικό πεδίο, ένα κομμάτι που πάντα πίστευε πως θα είναι εκεί δίπλα.