Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2024

Μια φωτογραφική αποτύπωση της καταστροφής

 Όπου σταθήκαμε και πήραμε ανάσες η φωτιά τις σκόρπισε στον ουρανό.




Μαύρα νερά κατεβάζει η Πεντέλη. Μια αλεπού έτρεχε αλαφιασμένη μέρα μεσημέρι, οι χελώνες που σε κάθε βροχή έβγαιναν στο δρόμο για νερό δεν υπάρχουν πια, ενώ η έκπληξη ήταν ένας μεγάλος καφέ βάτραχος καθισμένος σε μια μαύρη λούμπα σαν Βούδας στο γυμνό μαύρο τοπίο.


Το γεφύρι Σουβαλιώτη πριν και μετά την φωτιά:

το πριν:


το μετά:




το πριν:


το μετά






ο αρχαίος δρόμος λιθαγωγίας που οδηγεί στα αρχαία λατομεία της Πεντέλης










Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2024

Της πτώσης αντάρα

 


Δεν σκόρπισα μωρή γαμιόλα ζωή, δεν μου δόθηκε η ευκαιρία.

Συρρικνώθηκα χρόνο το χρόνο και τώρα ξαπλώνω σε σπασμένα γυαλιά

και μόνο ανάποδα ξέρω τ' αστέρια να μετρώ.

 

Έλα έξω, μου λες, έχει ωραία νύχτα.

Τραβάω και εγώ, αλλά μάταια.

Τα προγραμματισμένα σκοτάδια, δεν είναι όπως αυτά που έχω πρόχειρα,

ανάλογα την περίσταση.

Τι να τις κάνω τις νύχτες, τι κι αν γυμνές μου προσφέρονται;

Όταν το φως πια μ’ έχει αποκάμει, έπονται δεύτερες.

Το φως,

που σώνει και ντε θέλει νόημα, αυταρέσκεια και επιβίωση.

Γι’ αυτό όταν θέλω να δώσω ένα τέλος, πέφτω και κοιμάμαι νωρίς.

 

Ξυπνάω πρωί, πολύ πρωί, για να προλάβω τον εαυτό μου που φεύγει.

Να τον δω λίγο πριν σβήσουν τα φώτα, λίγο πριν την αυγή,

να αποχαιρετιστούμε στα βαθιά, πριν πνιγούμε στα ρηχά της μέρας.

Με την αφή στέλνω μηνύματα αναπάντητα στην θνητότητα,

τραβάω τα χείλη μου, νυχιάζω τα δάχτυλά μου,

την ρωγμή χαϊδεύω

και αισθάνομαι την αρχή και το τέλος.

Στο 'να χέρι μια λίθινη αιχμή, κτέρισμα τάφου ήρωα.

Στο άλλο σημάδι από καυτό κερί, του Ικάρου το φιλί.

Πτώσεις.

 

Μόνο τα παιδιά ίσως γνωρίζουν να ζουν, τραβώντας τα κρεμάμενα ξέφτια του χρόνου.

Λασπωμένα όστρεα στα όρη. Ξεμάκρυναν οι θάλασσες, σκλήρυναν τα σώματα.

Μεγάλωσες.

Κάπου κάπου οσμίζονται οι περαστικοί τον βυθό, και τρομαγμένοι επιστρέφουν στα φώτα,

μα τα παιδιά προσπαθούν ν' ακούσουν την αρχαία θάλασσα 

και ύστερα τα γυρνούν στο χώμα, να μετρούν τον χρόνο με βροχές.

 

Σου μιλώ για σχέδια μελλοντικά και ένα βιολί στο ραδιόφωνο αγκαλιάζει τις λέξεις·

κάπνα στην ατμόσφαιρα·

και απ' την μπαλκονόπορτα ένα φορτηγό θωρώ να ξεφορτώνει μπάζα.

 

Μια μακρά περίοδος

συνεχόμενων και αλληλοτροφοδοτούμενων κρίσεων είναι το κάδρο μου,

γι’ αυτό και φαίνομαι σκυθρωπός.

Κάθε τόσο του βάζω φωτιά, στρώνω ένα χαμόγελό,

αλλά πάλι τα ίδια,

μέχρι η φωτιά να κάψει και μένα.

 

Και οι στάχτες να σκορπιστούν στο Ταίναρο, 

σεισμού κουρνιαχτός του Γαιηόχου Ποσειδώνα.

Στις βαθιές των εγκάτων αντάρες είμαι στο Ταίναρο,

στην άκρη,

στο σπάραγμα του κύματος στον βράχο.

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2021

#10 Όσα πιάνει το μάτι

Οι στιγμές τελειώνουν μέσα σε ασαφή όρια,
ανεξούσιες και άναρχες
κολυμπάνε εντός.
Αρχή και τέλος
σε μελέτες και νόμους.
Στην καρδιά και στο νου
διαδρομές συνεχόμενες


Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2020

Ψηφίδων ατέλειωτη διαδρομή

Η κρυφή διαδρομή του λιμανιού

Τις νύχτες στάζουν απ'το ταβάνι, τα λαμπερά κομμάτια των ανθρώπων που πέρασαν απ'την ζωή μου.

Αιχμηρές σκέψεις, σκυφτές αντιλήψεις, ηρωισμοί, μάχες, θάνατοι, αυτοκαταστροφικές εμμονές, αλητεία, πίστη, αρμονία, αντιφάσεις και χάος.
 
Χαϊδεύουν το πρόσωπο, ζεσταίνουν την καρδιά και αυλακώνουν το μυαλό.

Περπατώ σε πεζοδρόμια, σε ασφάλτους,
με συντροφεύει ο ήχος των πελμάτων στα βότσαλα,
γλιστρώ στων βουνών τις σάρες 
και βγάζω φωτιά, 
μυρίζω χώμα, άμμο και αλμύρα.

Χάδι, σε οχλοβουητό
μοναξιά, στον ήχο του μοτέρ του ψυγείου την νύχτα
και μια βρύση που στάζει.

Αποσπάσματα ολοκληρωμένα
εντός μου.

Διαδρομές,
ταξίδι ατέλειωτο,
χωρίς τελεία

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2020

Η μπουγάδα των κόσμων


Πιστεύω στο μάτι, στα χαρτιά και αποφεύγω να περνάω κάτω από σκάλες. Συμμετέχω σε παγανιστικά αγροτικά δρώμενα και κάθε χρόνο ψάχνω κάποιον να μου πει τα μερομήνια. 
Έχω αποχαιρετήσει τις νεράιδες του ποταμού όταν μπαζώθηκε. Ήπια, έκλαψα  και ένιωσα τις καλαμιές να λυγίζουν.  Έχω φίλους ξωτικά που μυρίζουν γη. Ανθρώπους δίχως ρολόγια, γεμάτους ήλιους και ατέλειωτες νύχτες.

Λατρεύω τις μάγισσες και ερωτοτροπώ μαζί τους. Περιτριγυρίζομαι από γάτες και σκουπίζω την αυλή με ψάθινη σκούπα.
Περπατώ στο μεταίχμιο, χορεύοντας πάνω στους αρμούς των κόσμων.

Με όσους αγάπησα και με αγάπησαν πολύ, ταξιδεύουμε τις νύχτες σε ψηλά βουνά και μου δείχνουν από εκεί τις φωτισμένες πολιτείες, λέγοντας μου, μέχρι εδώ εσύ.

Πιστεύω στη μαγεία αυτού του κόσμου και σε όλες εκείνες τις πρακτικές που αντιστέκονται στο μπάζωμα και στην ευθυγράμιση αυτού του κόσμου.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2020

Η Μαρία λίγο πάνω απ' το έδαφος

 

Τελευταία φορά που είδα την Μαρία, ήταν πρίν από πάρα πολλά χρόνια, έξω  από τα κάγκελα της αυλής. Δεν φορούσε μαύρα όπως παλιά, αλλά ένα μπλέ μακρύ φουστάνι με άσπρες μικρές βούλες και τα μαλλιά της δεν ήταν δεμένα, ούτε φορούσε μαύρο μαντήλι, παρά τα είχε λυτά και κάτασπρα. 
Η Μαρία δεν περπατούσε όταν την είδα για τελευταία φορά. Ήταν λίγα εκατοστά πάνω απ' το έδαφος και σαν να την αγκάλιαζε ένα ελαφρό άσπρο φως γύρω της. Ήταν σοβαρή, το δέρμα της κουρασμένο, όπως και τα όμορφα γαλάζια μάτια της. Κινήθηκε λίγο προς το μέρος μου και χάθηκε, αυτό ήταν, καμία ανάμνηση από εκεί και ύστερα.

Σκέφτηκα ότι μπορεί να πήγε προς τα κτήματα, να βρει ξύλα, να τα ζαλωθεί ώστε να ανάψει τον φούρνο. Μετά σκέφτηκα ότι μπορεί να πήγε στο βουνό. Άλλωστε απ' όλα τα μέρη που μεγάλωσε, το βουνό γι' αυτήν δεν ήταν παρά το μεγάλο της σπίτι. Μικρό κορίτσι η Μαρία, 10-13 χρόνων, ξυπνούσε στις τρεις, για να ετοιμάσει τα πρόβατα και τα κατσίκια και πριν φέξει τα έβγαζε στο βουνό. Μια φορά την Μαρία την είχε πάρει ο κατήφορος ή η περιέργεια και κατέβηκε στη θάλασσα, που πάντα την έβλεπε από ψηλά αλλά ποτέ δεν είχε πάει. Με το πρώτο φως της ανατολής λοιπόν, έφτασε στη θάλασσα παρέα με το κοπάδι της με τα αιγοπρόβατα. Ανέβηκε σε ένα ψηλό βράχο και κοίταξε την θάλασσα, ενώ το κοπάδι έψαχνε να βοσκήσει στην παραλία. -Είδα τα ψάρια, έλεγε γεμάτη χαρά, πολλά χρόνια μετά.

 Δεκαετίες μετά από αυτό το κατηφόρισμα, η χαρά της ακόμα κρατούσε. Άλλωστε δεν είχε και πολλές χαρές η Μαρία από την ζωή της. Στον καιρό της κατοχής έπιασαν κάτι αντάρτες την Μαρία και της είπαν να τους πάει τυρί, ψωμί, λαχανικά και κρέας στα λημέρια τους. Φορτώνει  μετά από λίγες μέρες η Μαρία τον γάιδαρο και πάει. Στο δρόμο αντιλαμβάνεται Γερμανούς στρατιώτες και χώνεται πίσω από μια γκρεμισμένη καλύβα. Ο γάιδαρος σαν να κατάλαβε ότι έπρεπε να σταματήσει ακόμα και να αναπνέει και έτσι οι Γερμανοί στρατιώτες πέρασαν από εκείνη την καλύβα δίχως να αντιληφθούν την Μαρία με το φορτωμένο ζωντανό. Λέγοντας την ιστορία της στους αντάρτες η Μαρία, εκείνοι γελούσαν, ενώ ήταν μπουκωμένοι με ψωμί.

Κάποτε την ρώτησα, αν ποτέ είχε δει κάτι παράξενο στο βουνό τα βράδια, θέλοντας να ακούσω κάτι παράξενο ώστε να μου εξάψει την φαντασία μου. -Τίποτα παιδί μου, έλεγε. -Μόνο μια φορά έναν απίστευτο μεγάλο θόρυβο που δεν ξέρω τι ήταν. Τι να ήταν άραγε αυτός ο θόρυβος;  

Την Μαρία κατά το τέλος της ζωής της, την άκουγα τις νύχτες να ψιθυρίζει μόνη της. Έσερνε το χέρι της στον τοίχο και εγώ άκουγα το σύρσιμο και ένα ψίθυρο, έναν ψίθυρο γεμάτο παράπονα και ανεκπλήρωτα. 

Καμιά φορά, όταν πάει να ξημερώσει, σκέφτομαι εκείνη την λάμπα στο αποθηκάκι που ζύμωνε, δίπλα στον φούρνο με τα ξύλα και αμέσως η Μαρία είναι όντως εκεί, κάτω από την Πούλια και τον Αυγερινό, να δίνει μορφή στις δυσκολίες και να τις αλλάζει σε κάτι όμορφο, να τις μαλακώνει, μέχρι αυτές να είναι έτοιμες να ψηθούν και να είναι νόστιμες και ζεστές. Την σκέφτομαι ελάχιστα πάνω από το έδαφος. Απαλλαγμένη από το βάρος και τα ανεκπλήρωτα.

Κυριακή 2 Αυγούστου 2020

Εν Ωκεανό

Εν Ωκεανό, έγραφε το ανάγλυφο πάνω στον σταυρό που είχε αρχίσει να βυθίζεται στο χώμα. Η ημερομηνία θανάτου κάπου στο μακρινό 1934. Κανείς δεν έμεινε να θυμάται εκείνη την τελετή του Θοδωρή, τα μοιρολόγια και τα δάκρυα. Μόνο κάποιες ελιές ίσως να κρατάνε αυτά που είδανε και άκουσαν, φρουροί της μνήμης τωνετων ανθρώπων. Τι άλλο να έμεινε, που να θυμίζει τον Θοδωρή, εκτός απ' αυτόν εδώ τον γερμένο σταυρό και αυτές τις δύο αινιγματικές λέξεις, Εν Ωκεανό;
Αυτό του έγραψαν, γιατί ο ωκεανός ήταν ο τελευταίος που αγκάλιασε το σώμα του. Ίσως οι φίλοι και οι συγγενείς να πληροφορήθηκαν αρκετό καιρό μετά,τον θάνατό του. Να έκλαψαν την εικόνα που είχαν στο νου τους, να θρήνησαν τον ναυτικό Θοδωρή, που έφυγε από τις πέτρες και τις ελιές,για να συναντήσει τον απέραντο ωκεανό με τις χίλιες πολιτείες στην άκρη του. Να τον μοιρολογησαν, δίχως αυτός να είναι εκεί, όχι γιατί χάθηκε σε μια απ' αυτές τις πολιτείες, αλλά γιατί ο ωκεανός τον αγκάλιασε τόσο σφιχτά που τον έκανε μέρος του. Λες και ήταν μέρος μιας συμφωνίας, ανάμεσα στην γη και στο νερό. Λες και ο Θοδωρής ήταν το μέσο ώστε τα δύο αυτά στοιχεία να φιλιώσουν κάνοντας την αντιστροφή, το νερό να πάρει το σώμα και το χώμα να μείνει πεινασμένο. 
Έτσι η θύμηση του Θοδωρή σκαλίστηκε στην πέτρα και βρήκε μια γωνιά στο νεκροταφείο, μαζί με τους άλλους χωριανούς, μα με το χώμα αδειανό κάτω από αυτή την πέτρα. Να θυμίζει στον επισκέπτη, ότι ο Θοδωρής δεν βρίσκεται εκεί, αλλά Εν Ωκεανό.

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2020

Διαδρομές

Καλοκαιρινή οδήγηση στα ενδότερα της Μεσσηνίας. Δρόμοι με στροφές, σαν πορεία με ελιγμούς φιδιού, με ελιές, φραγκοσυκιές, ξεραμένα χορτάρια στα κτήματα, συκιές και ο μόνιμος ήχος των τζιτζικιών να αγκαλιάζει όλα τα παραπάνω και καλύπτοντας τον ήχο του ραδιοφώνου και των διαφημίσεων. Αισθάνεσαι ότι η συγκεκριμένη στιγμή, θα μπορούσε να συμπεριληφθεί σε όνειρο κάποιας μεσσηνιακής εκδοχής του Κλιντ Ίστγουντ. 
Πιάνεις την πλάτη σου και την νιώθεις να έχει ιδρώσει, όπως και τα σημεία του δέρματος του προσώπου σου που ακουμπά το γυαλί ηλίου σου. Κοιτάς τον καθρέφτη και αναρωτιέσαι που πας και αν ο δρόμος είναι σωστός. Πετάς το μεγάλο σου ψάθινο καπέλο, στο δίπλα κάθισμα και είναι σαν να απελευθερώνονται σκέψεις, συμβουλές και ερωτήματα για το πως πρέπει να είναι η ζωή. 
 Αφθονία και ξεραήλα, λίγα και πολλά, ο μετεωρισμός των αντιθέτων κινείται όπως το ψαθί, λίγο πριν κοπεί για να γίνει καπέλο και όλα αυτά τα αντίθετα, με κάποιο παράξενο τρόπο, να έχουν ισορροπήσει εκείνη την στιγμή μέσα σου, χωρίς να υπάρχει σαφής απάντηση.
Τα χρώματα του καμβά της διαδρομής εναλλάσονται σε κίτρινο, γκριζοπράσινο και ψηλά το μπλε του ουρανού. Χωρίς τα χρώματα όλα θα ήταν μια ευθεία διαδρομή.
 Μια οχιά κόβει στην μέση την άσφαλτο και συνεχίζει στο ξερό σκληρό χώμα. Άνθρωποι κοιτούν τον ξένο που πέρασε και προσπέρασε, κοιτούν τον καιρό και την ελιά που σταφιδιάζει απ' την ζέστη και την ξηρασία.
Έχει δρόμο ακόμα για τα σύκα, περισσότερο για τα φραγκόσυκα και άγνωστο πόσο για τις ελιές. Ποιός μπορεί να ξέρει πως θα εξελιχθεί η συγκομιδή; Το ζήτημα είναι ότι είμαστε καθ' οδόν. 
Κάποιος κορνάρει, έφυγα.

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2020

Φολόη

Ένα μυθικό δάσος που κάποτε ζούσαν Κένταυροι. Σ'αυτό το μέρος πιάστηκε ο Ευρυμάνθιος κάπρος, διεξήχθη η μάχη των Κενταύρων με τον Ηρακλή και σ'αυτό το δάσος ο Κένταυρος Φόλος, φίλος του Ηρακλή, πέθανε από μολυσμένο βέλος της μάχης.



Κάποτε έγινε ένας γάμος.

Ο γάμος ήταν μεταξύ του βασιλιά Πειρίθου, των αλαζόνων Λαπίθων και της Ιπποδάμειας. Στο γάμο ο καλεσμένος Κένταυρος  Ευρυτίωνας, μέθυσε και επιχείρησε να κλέψει την νύφη Ιπποδάμεια. Οι Λαπίθες εξοργίστηκαν και του έκοψαν τα αυτιά και τη μύτη και τον διέταξαν να φύγει από γλέντι. Οι κένταυροι όμως όταν έμαθαν τα νέα επιτέθηκαν στου Λάπιθες. Πέτρες, κορμοί δέντρων χρησιμοποιήθηκαν ως όπλα στην μάχη. Οι Κένταυροι υπερίσχυαν αλλά οι Λάπιθες είχαν στον πλευρό τους τον Θησέα και κυνήγησαν όσους Κενταύρους επέζησαν, μακριά από το Πήλιο.

Η μάχη των Λαπιθών και Κενταύρων σε πίνακα του Πιέρο ντι Κόζιμο

Μετά απ'αυτό οι κένταυροι, εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές καθώς και στην περιοχή της Ηλείας σ'ενα εκπληκτικό δρυόδασος. Σ'αυτό το δάσος με τις βελανιδιές τρομοκρατούσαν τους κατοίκους των γύρω περιοχών. Μόνο ένας κένταυρος ονόματι Φόλος ήταν πράος και γαλήνιος. Ο Φόλος είχε ένα τεράστιο πιθάρι με κρασί χωμένο στη γη, δώρο του θεού Διόνυσου προς τους Κενταύρους, που όμως δεν έπρεπε να ανοιχτεί παρά μόνο όταν εμφανιστεί ο Ηρακλης. Χρόνια πολλά ο Φόλος κρατούσε φυλαγμένο αυτό το πιθάρι, με το εξαίσιο δώρο του θεού Διονύσου, προστατεύοντας το από τους άλλους Κενταύρους που ήθελαν να το πιουν.

Ηρακλής και Φόλος την ώρα που πάνε να γεμίσουν κρασί
Μέχρι που εμφανίστηκε στην περιοχή ο Ηρακλής, ψάχνοντας τον Ερυμάνθιο κάπρο, ένα τεράστιο αγριογούρουνο που προξενούσε πολλές ζημιές στην περιοχή και που ακόμα και οι κένταυροι ενοχλούνταν της παρουσίας του. Ο κάπρος ήταν θεϊκό δώρο απ'την Άρτεμη στον Ευρύμανθο.
Ο Ηρακλής λοιπόν πήγε στην σπηλιά του Κένταυρου Φόλου ώστε να πάρει πληροφορίες για τον κάπρο. Ο Φόλος τον φιλοξένησε προσφέροντάς του φαγητό. Ο Ηρακλής θέλησε να πιεί κρασί και πίεσε τον Φόλο να ανοίξει το πιθάρι. Ο Φόλος ήξερε ότι το άνοιγμα του πιθαριού θα προσέλκυε πολλούς Κενταύρους στην σπηλιά του που θα είχαν μυρίσει το άρωμα του κρασιού. Έτσι διστακτικά άνοιξε το πιθάρι και γεύτηκαν με τον Ηρακλή το θεϊκό κρασί. Οι κένταυροι έτρεξαν στην σπηλιά μαγεμένοι απ΄το άρωμα. Τα ποδοβολητά τους προκάλεσαν σεισμούς και τελικά έγινε μια μεγάλη μάχη μεταξύ του Ηρακλή και των Κενταύρων που ήθελαν το κρασί. Ο Ηρακλής εξόντωσε τους περισσότερους με δηλητηριασμένα βέλη απ'το αίμα της Λερναίας Ύδρας. Όταν η μάχη έληξε, ο Ηρακλής επέστρεψε στην σπηλιά. Εκεί διαπίστωσε ότι ο Φόλος πέθαινε. Είχε αυτοτραυματιστεί με ένα βέλος την ώρα που έθαβε τους σκοτωμένους Κενταύρους. Ο Φόλος περιεργάστηκε ένα βέλος, απορώντας πως ένα τόσο μικρό αντικείμενο μπορούσε να σκοτώσει έναν κένταυρο. Ο Ηρακλής έθαψε το φίλο του και  προς τιμήν του ονόμασε την περιοχή Φολόη.
Η μάχη της Φολόης σε αγγειογραφία


Περίπου αυτή είναι η ιστορία, που υπάρχει σε πολλές παραλλαγές γραμμένη από αρχαίους συγγραφείς.


Το δάσος όπου έγιναν όλα αυτά, είναι βγαλμένο όντως από παραμύθι. Καλύπτει έκταση 42.000 στρεμμάτων. Αποτελείται από αυτοφυείς πλατύφυλλες βελανιδιές ενώ κοντά σε κατοικημένες περιοχές υπάρχουν Καστανιές και Πλατάνια. Το δρυόδασος της Φολόης είναι είναι από τα λίγα αμιγώς σπερμοφυή στην Ευρώπη. Βρίσκεται στον νομό Ηλείας στα σύνορα Αχαΐας και Αρκαδίας. Αποτελεί προορισμό και για τους μελισοκόμους που από εκεί παίρνουν ένα αρκετά σκούρο μέλι, χωρίς να είναι πολύ γλυκό, με χαμηλά σάκχαρα με έντονο και ιδιαίτερο άρωμα.Ένας τέτοιος τόπος λοιπόν δεν θα μπορούσε να μην έχει τους δικούς του μύθους.



Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019

Χειμερινό ηλιοστάσιο μια πανάρχαια γιορτή.

Ο Ήλιος όπως φαίνεται από την κορυφή του Ταυγέτου, όπου
σύμφωνα με τον Παυσανία έκαναν τελετές και θυσίες για τον Ήλιο
Ποτέ μια κυρίαρχη τάξη δεν εξαλείφει τα πάντα από τις συνήθειες των πληθυσμών που επιβάλλεται. Αφήνει στίγματα εδώ και εκεί ώστε να μπορέσει να εδραιωθεί πιο αποτελεσματικά στην εξουσία. Μια τέτοια γνωστή ιστορικά αλλαγή κυριαρχίας είναι από την πολυθεΐα και το λεγόμενο δωδεκάθεο στον χριστιανισμό, χωρίς βέβαια αυτό να έχει σημείο εκκίνησης το δωδεκάθεο, αλλά πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω χρονικά σε παλαιότερες θρησκείες και δοξασίες.
Ένα τέτοιο σπάραγμα, σημείο αναφοράς αυτής της συνέχειας είναι και η γιορτή των Χριστουγέννων, όπου γιορτάζεται ένας θεός που γεννιέται την στιγμή που η μέρα προσπαθεί να πάρει χρόνο από την νύχτα, μια στιγμή που έρχεται αμέσως μετά από την μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου. Ο θεός αυτός γεννιέται την εποχή που χρόνια πριν είχε γεννηθεί ο Απόλλωνας (Ήλιος), ο Διόνυσος, ο Μίθρα, ο Όσιρις, ο Βράχμα, ο Βάαλ και άλλοι πολλοί θεοί.

Τίποτα δε είναι καινούργιο σ' αυτή την πανάρχαια γιορτή που ακολουθεί την ανθρώπινη παρουσία στη Γη. Βέβαια όλα αυτά στις μέρες μας έχουν χάσει την ουσία τους και έχουν απομείνει αδειανά πουκάμισα, που εξυπηρετούν καταναλωτικά και παγκοσμιοποιημένα μπερδεμένα πρότυπα με όπως αυτό του Άγιου Βασίλη, που είναι ο Santa Claus δηλαδή ο Άγιος Νικόλας, που δεν ξέρουμε αν μένει στον βόρειο πόλο ή στην Καισαρεία, όπως δεν ξέρουμε πότε φέρνει τα δώρα, τα  Χριστούγεννα ή την Πρωτοχρονιά; Το παραπάνω μπέρδεμα είναι χαρακτηριστικό αυτής της παγκοσμιοποιημένης πλέον γιορτής που παραμερίζει και σβήνει, οτιδήποτε οι κοινότητες των ανθρώπων για χρόνια δημιούργησαν και νοηματοδότησαν.

Τα κάλαντα, είναι μια πανάρχαια πρακτική από την εποχή του Ομήρου τουλάχιστον. Στην κλασική αρχαιότητα τα κάλαντα γινόντουσαν προς τιμήν του Διονύσου και ονομάζονταν Πυανέψια ή Θαργήλια.  Τα έλεγαν παιδιά που ζούσαν οι γονείς τους, κρατώντας ένα κλαδί ελιάς στολισμένο με μαλλιά και καρπούς την λεγόμενη ειρεσιώνη και μεταφέροντας έτσι ευχές και παινέματα σε κάθε σπίτι. Στην συνέχεια κρεμούσαν την ειρεσιώνη στις πόρτες των σπιτιών τους και την έκαιγαν αργότερα σε τελετουργική φωτιά. Επίσης, τα παιδιά κρατούσαν και διακοσμημένα ραβδιά, τους «θύρσους» καθώς και ομοιώματα πλοίων που συμβόλιζαν τον ερχομό του Διόνυσου. Σε όλα αυτά τα στοιχεία έχουν αναφορές οι σημερινοί καλαντιστές που συχνά κρατάνε μικρά καράβια καθώς και ραβδιά  στη Μακεδονία και τη Θράκη, τις λεγόμενες μαγικές «σούρβες». Στους ρωμαϊκούς χρόνους η γιορτή των Καλενδών, που γινόταν την ίδια εποχή έδωσε το όνομα της στα σημερινά κάλαντα.

Τα Χριστούγεννα λοιπόν, είναι η συνέχεια μιας πανάρχαιας γιορτής που η κάθε κυρίαρχη τάξη την προσάρμοζε σύμφωνα με τα δικά της πρότυπα. Η γιορτή αυτή είναι άμεση συνυφασμένη με το χειμερινό ηλιοστάσιο και την χρονική στιγμή όπου η μέρα αρχίζει σιγά σιγά να ροκανίζει τον χαμένο της χρόνο απ' την νύχτα!

Αυτά τα ολίγα για τον κύκλο του χρόνου και την συνέχεια κάποιων γιορτών, που στις μέρες μας αγνοούνται! 

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019

#9 Όσα πιάνει το μάτι


Μια ματιά απ΄την γοητευτική περιοχή της δυτικής παραλίας, με τις μεγάλες καλλιεργούμενες εκτάσεις και ένα μακρύ αμμώδες παραλιακό μέτωπο, ευτυχώς ανεκμετάλλευτο και άγριο ακόμα. Αυτή την εποχή το κύμα ξεβράζει πολλά ξύλα στην παραλία με αποτέλεσμα τελειώνοντας απ'την βόλτα στην παραλία να βρίσκεσαι με αρκετά ξύλα με περίεργο σχήμα στα χέρια σου.






Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019

Βουλκάνο Μεταξύ, μύθου και ιστορίας

Έχω μια συνήθεια από μικρό παιδί να προσπαθώ να δω τα σχήματα των βουνών. Να τους δώσω μορφή και να τα φανταστώ σε ένα άλλο επίπεδο. Προσπαθώ να τα φανταστώ να γεννιούνται να εξελίσσονται στο χρόνο, να μάθω τους μύθους, τις ιστορίες που κρύβουν από ανθρώπους που τα περπάτησαν και τα έζησαν και μέσα από αυτό το κουβάρι πληροφοριών τα βουνά να τα γνωρίσω καλύτερα.

Ένα τέτοιο βουνό είναι το Βουλκάνο ή Βουρκάνο με υψόμετρο 800 μέτρων. Από μικρός είχα φανταστεί εκείνο το βουνό ως ηφαίστειο. Στην πορεία έμαθα για το ενεργό ηφαίστειο και ηφαιστιογενές νησί της Ιταλίας με το ίδιο όνομα, το Vulcano ή Vurcano και εκεί σκίρτησε και ξαναζωντάνεψε η φαντασία του μικρού παιδιού μέσα μου. Λες όλα αυτά που είχα φανταστεί να ήταν κάποτε αληθινά; Μήπως κάποιοι Βενετοί κατακτητές είχαν δώσει αυτό το όνομα σ’ αυτό το βουνό που τους θύμιζε τα ηφαίστεια της Ιταλίας; Το έβλεπαν τα παιδικά μου μάτια από μακριά και έμοιαζε με ηφαίστειο. Το φανταζόμουν να καπνίζει και την νύχτα να φαίνεται η λάβα που κυλάει στις πλαγιές του.

Ίσως δεν είναι τυχαίο που σ’ αυτό το βουνό ο Δίας, ο ισχυρός αυτός θεός, είχε το ιερό του εκεί ψηλά. Σ’αυτόν τον Δια τον Ιθωμάτα, όπως τον έλεγαν, ο Αριστομένης θυσίασε 300 Σπαρτιάτες αιχμαλώτους μαζί με τον βασιλιά τους τον Θεοπομπό στον Β’ Μεσσηνιακό πόλεμο. Φανταζόμουν πως εκείνη η τρομερή ανθρωποσφαγή συνέβη στην κορυφή του βουνού, άκουγα τις κραυγές και την απελπισία των αιχμαλώτων μπροστά στην μήνη των επαναστατημένων Μεσσηνίων.

Οι χριστιανοί το 625 μ.Χ έφτιαξαν μοναστήρι πάνω στα ερείπια του ναού του Διός. Μάλιστα βρήκαν και ένα μικρό άγαλμα του Διός παιδιού, του γλύπτη Αγελάδα (τέλος 6ου-αρχές 5ου αιώνα π.Χ.) όπου είχε μεταφερθεί στο Ιερό του Ιθωμάτα
Δία από τους εξόριστους Μεσσήνιους της Ναυπάκτου που επέστρεψαν το 369 π.Χ. Σύμφωνα με παράδοση, το συγκεκριμένο άγαλμα για αιώνες το φύλαγε ο νεώτερος μοναχός μέχρι τα γεράματά του, όπου και το παρέδιδε στον νεότερο.

Έτσι όταν κάθε φορά κοιτώ αυτό το βουνό, δεν μπορώ να δω ότι είναι φτιαγμένο και γέννημα μόνο μεγάλων γεωλογικών διαδικασιών, αλλά βλέπω ακούω και αισθάνομαι τους μύθους και τους θρύλους του.






Το αρχαίο οικοδομικό υλικό απ' το ιερό του Ιθωμάτα Δία που είναι ενταγμένο στο μοναστήρι.


Αγιογράφηση του Μοναστηριού


Η θέα στον Μεσσηνιακό κάμπο

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Η μοναχικότητα μιας πέτρας

Που μπορεί να στοχαστεί κανείς; Χρειάζεται καρέκλα ή μήπως πολυθρόνα; Θα βάλει μουσική ή θα μείνει στην σιωπή.
Κάποτε οι άνθρωποι ίσως να μην ήθελαν και πολλά για να πουν πως ξεκουράζονται. Έφτανε μια πλατιά πέτρα στο χώμα, ώστε για λίγο να ξεχαστεί ο μόχθος της επιβίωσης, έφτανε για να πάρει κανείς μια ανάσα και να συνεχίσει τις εργασίες της υπόλοιπης μέρας. Σε μια πέτρα επάνω γινόταν ο προγραμματισμός μιας ολόκληρης ζωής, δύσκολης, επίπονης αλλά ουσιαστικής. Χωρίς μάταια κενά, χωρίς διαφημίσεις ζάπινγκ και like.
Η πέτρα γείωνε τις σκέψεις. Μπορεί να ήταν σκληρή και κάποιες φορές παγωμένη, σαν την ζωή του βουνού, αλλά προσέφερε απλόχερα τον χώρο της για ανασυγκρότηση και ξεκούραση, δεν θα έτριζε, ούτε θα ήθελε ποτέ επισκευή, ήταν εκεί σταθερή και δυνατή, γυμνή και χωρίς φτιασίδια, χωρίς να υποκρίνεται ότι είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που δείχνει.
Με τον καιρό οι άνθρωποι μαζεύτηκαν στις πόλεις και έμειναν μόνα τα σπίτια στα χωριά, παρέα και οι πεζούλες όπου οι άνθρωποι επικοινωνούσαν, ξεκουράζονταν και λογίζονταν. Πια οι πεζούλες δεν έχουν νέες ανθρώπινες ιστορίες να διηγηθούν, καινούργιες χαρές και καημούς να μαρτυρήσουν. Απόμειναν μόνες αυτές οι πέτρες, συνεχίζοντας τις πρoαιώνιες υπάρξεις τους, χωρίς τους ανθρώπους.
Άλλωστε, στα εκατομμύρια της ύπαρξης τους, αυτές οι πέτρες είχαν μάθει να είναι μόνες,  οι άνθρωποι ήταν μια παρένθεση στην πορεία τους. Έχουν μάθει να πορεύονται μονάχες, να εξιστορούν τους ήχους του βουνού και του ποταμού, των ζώων και την ησυχία όλων αυτών των τόπων που κάποτε υπήρχαν και οι άνθρωποι.
Καμιά φορά όμως, παρ' όλο που ξέρω ότι οι πρoαιώνιες  πέτρες τελικά, δεν έχουν ανάγκη τους ανθρώπους, δεν μπορώ, πηγαίνω σ'αυτή την πέτρα έξω απ'το σπίτι του παππού και κάθομαι. Οδηγώ προς εκείνο το σπίτι του παππού με μόνο σκοπό να κάτσω σ' αυτή την πέτρα. Να δω τι έβλεπε ο παππούς από εκεί, να ακούσω τι άκουγε και να αισθανθώ τι ένιωθε. Νιώθω ότι της δίνω ελπίδα ότι δεν έχει λησμονηθεί απ' τους ανθρώπους. Νιώθω πως χαίρεται όταν ακούει τις σκέψεις μου, όταν νιώθει την θερμότητα του σώματός μου. Νιώθω ότι προσφέρω νέες πληροφορίες σ' αυτή την πέτρα, μιλάω και τραγουδάω μόνος μου, με τον ήχο του ποταμού και των πουλιών να επενδύει το τραγούδι μου, αλλά τελικά κάνω λάθος, η πέτρα είναι που μου δίνει τις δικές τις πληροφορίες, αυτή μου τραγουδάει, το τραγούδι του δικού της χρόνου, που ο ανθρώπινος χρόνος απλά είναι μια φωτεινή ζεστή κουκκίδα στον τεράστιο χρόνο της, ένα πέρασμα στην πρoαιώνια παρουσία της στο βουνό. Μια κουκκίδα όμως που έδωσε μορφή σ'αυτή την πέτρα και πάνω της εναπόθεσε όλα τα βάρη του καθημερινού ανθρώπινου βίου ώστε να ξαποστάσει για λίγο, να κάνει ένα διάλειμμα.



Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2019

Υφέρποντες και Εκκωφαντικά Προσεκτικοί

Κλειστήκαμε σε πόλεις, σε δουλειές.

Πνιγήκαμε στην ασφάλεια και στην προετοιμασία.

Διαβάζουμε, μελετάμε, μετράμε τις αποστάσεις και υπολογίζουμε το κέρδος και τη
 ζημιά.

Είμαστε μέσα σε όλα και καταπίνουμε σιγουριές.

Χλευάζουμε και λέμε ότι γνωρίζουμε, είμαστε γρήγοροι, αλλά διεκπεραιωτικοί,
παθητικοί και άοσμοι. 

Αγνοώντας την αλήθεια του βυθού μας,
αποφεύγοντας την συστηματικά.
Γιατί έτσι μας είπαν, για προστασία.

Φωτίζουμε την νύχτα με τα χιλιόμετρά μας, αγνοούμε το φως της μέρας και
λουζόμαστε σε οθόνες.

Είμαστε προστατευμένοι και προετοιμασμένοι απ΄τον καιρό, χωρίς να έχουμε επαφή
μαζί του.

Κάναμε φίλους τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα και αυτά μας κρατάνε σφιχτά απ' το
χέρι,

μέχρι να πάψει το αίμα να κινείται.

Μας οδηγούν στον ύπνο, από κελί σε κελί, από προαύλιο σε προαύλιο, μέρα την μέρα, χρόνο το χρόνο, ζωή τη ζωή.

Μας κλείνουν ραντεβού με το θάνατο, καθημερινά.

Τραυλή η κάβλα,

μουγκός ο οργασμός.

Και όλο αναρωτιέμαι, τι να είναι όλες αυτές οι φωτιές στα όνειρα μου;

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

Τι μυρωδιά έχει το πανηγύρι; Τι χρώματα και τι ήχους; Τι ανθρώπους;

Υπάρχει μια φυλή ανθρώπων που πασχίζει για τα προς το ζην. Δεν μπορεί να απεργήσει και δεν έχει ποτέ μόνιμη έδρα.
Οι λεγόμενοι πανηγυριώτες ή παζαριώτες. Αυτοί λοιπόν όλο τον χρόνο, κυρίως από άνοιξη έως τέλη του Φθινοπώρου, φορτώνουν τα εμπορεύματά τους, όπως και όπου μπορεί ο καθένας, και γυρίζουν όλο τον ελλαδικό χώρο. 



Στήνουν παράγκες με τσιγκόφυλλα, μουσαμάδες και λιόπανα, ζούνε για λίγο χρόνο σ' αυτό τον χώρο, ανάμεσα σε σακούλες, εσώρουχα, σεντόνια, ασημικά, μυρωδιές από λουκουμάδες και σουβλάκια, στρώνουν να κοιμηθούν σε ράντζα πλάι στο εμπόρευμά τους και μετά ξεστήνουν,τα φορτώνουν και τραβάνε γι' αλλού. 

Πολλοί γνωρίζονται μεταξύ τους, μισιούνται, αγαπιούνται ή απλά ανέχονται ο ένας τον άλλον.


Τα πολλά χρόνια σ' αυτή την δουλειά δημιουργούν ιστορίες και προηγούμενα. Έχουν τα μάτια τους δεκατέσσερα, διαβάζουν κινήσεις και βλέμματα, ξέρουν ποιος ήρθε για να κλέψει, ποιος να ψωνίσει και ποιος να ρίξει μια ματιά. Οι ώρες του ύπνου τους είναι ελάχιστες, όπως και η τροφή τους. Τα μάτια τους είναι μόνιμα κουρασμένα.


Οι πανηγυριώτες είναι ένα κουβάρι ανθρώπων. Λαϊκοί, χίπηδες,"περίεργοι", καλόγριες, μοναχοί, ρωσοπόντιοι,τσιγγάνοι, αφρικανοί, πακιστανοί, έμποροι και φτωχοδιάβολοι, πτυχιούχοι και μη, καλλιεργημένοι και άξεστοι. Όλοι ένα πολύχρωμο ανθρώπινο μπλέξιμο, που συνυπάρχει και προσπαθεί να επιβιώσει. 

Και γύρω απ'αυτούς,ακόμα πιο διαφορετικοί άνθρωποι. Οικογένειες,αγύρτες,ψώνια και κλεφτρόνια. Γυναίκες με φθηνά φορέματα, με έντονα αρώματα και ντεκαπάζ και άλλες απλές και όμορφες. Άντρες που σέρνουν τα πόδια τους, που γκρινιάζουν και κουβαλάνε σακούλες. Άξεστοι,ευγενείς και λαϊκοί.
Οι άνθρωποι των αναμνήσεών μας. Των μυρωδιών, των χρωμάτων και των ήχων που γεμίζει ο νους με την λέξη πανηγύρι ή παζάρι.


Ακόμα να συμφωνήσουν αυτοί οι άνθρωποι τι είναι παζάρι και τι πανηγύρι. Άλλοι θεωρούν το παζάρι αυτό που έχει μεγάλη διάρκεια,ενώ άλλοι αυτό το θεωρούν πανηγύρι.
Όπως και να λέγεται λοιπόν, θέλει κόπο, προσπάθεια και πρέπει να έχεις ψυχή για να είσαι πανηγυριώτης ή παζαριώτης. 

Γι αυτό σεβασμό. 

Στη Βασούλα.



 Το πανηγύρι της Μεσσήνης σε ήχο εδώ