Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

Ο Κώστας και ένα όνειρο

Σήμερα θα γιόρταζε ο Κώστας.
Ο Κώστας είχε γεννηθεί στις λάσπες, σε μια παράγκα. Παιδί ακόμα είχε μπλεξίματα με την αστυνομία. Είχε κάνει αναμορφωτήριο για διάφορες μικροκλοπές. Μπούκαρε στο στρατόπεδο και έπαιρνε εκρηκτικά, και εξαρτήματα από όπλα και έφτιαχνε τα δικά του. Τα χρησιμοποιούσε στα χωράφια και στην Ανάσταση. Μια χρονιά την ώρα της Ανάστασης ένας στρατιωτικό TNT ρίχτηκε στην όχθη του Νέδοντα ταρακουνώντας την γειτονιά και τα τζάμια της Υπαπαντής. Για καιρό ο κρατήρας από αυτή την έκρηξη ήταν εκεί. Ότι κλοπή γινόταν στην γειτονιά, οι γείτονες τα έριχναν στον Κώστα και αυτός κρυβόταν από την αστυνομία μέσα σ'ένα μπαούλο που το είχε θάψει στο χώμα. Μάταια έψαχναν οι μπάτσοι πάνω απ΄το έδαφος, αφού ο Κώστας βρισκόταν εντός.
Ο Κώστας μετά έφυγε από τις λάσπες και το υπέδαφος. Πήρε ένα καράβι και έφυγε, μετά άλλο και μετά ένα άλλο. Επέστρεφε στις λάσπες με ωραία ρούχα. λεφτά και δώρα που τα έδινε στα υπόλοιπα έξι αδέρφια του, στην μάνα του και τον πατέρα του. Σ'ένα ταξίδι του στην Αργεντινή γνώρισε μια πόρνη στο λιμάνι του Μπουένος Άιρες και έμεινε εκεί ενώ το καράβι έφυγε. Η πόρνη σύντροφος του Κώστα ήθελε ένα παιδί μαζί του ενώ ήξερε ότι ο Κώστας δεν θα μείνει εκεί για πάντα μαζί της. Εκεί λοιπόν γεννήθηκε ο Μάριος, παιδί μιας πόρνης και ενός ναυτικού από την Ελλάδα. Ο Κώστας έφυγε και αντάλλασσε γράμματα συνέχεια. Μιλούσε στο τηλέφωνο με το παιδί και την μητέρα του. Η μητέρα του Κώστα ήθελε να μιλήσει και προσπαθούσε να συνεννοηθεί με λίγες ιταλικές λέξεις που ήξερε από την Κατοχή. Τέτοια ήταν η λαχτάρα της να μιλήσει με το άγνωστο μακρινό της εγγόνι.
Ο Κώστας μετά άνοιξε μαγαζί, έχοντας εκατοντάδες αγορασμένους δίσκους από την Νέα Υόρκη, έπαιζε πολύ ιδιαίτερη μουσική για την εποχή. Οι δίσκοι καταστράφηκαν όταν το μαγαζί πήρε φωτιά.
Μετά ο Κώστας έκανε πολλές δουλειές ως διακοσμητής, μπογιατζής, ακόμα και ως βοηθός μέντιουμ. Μέχρι που ξανάνοιξε μαγαζί και σύχναζαν όλοι οι μουσικοί μετά από τις νυχτερινές δουλειές τους στα πάλκα.
Τα χρόνια πέρασαν, ήρθαν μέρες δύσκολες, ο Κώστας δυσκολευόταν ακόμα και για το νοίκι. Το μαγαζί έκλεισε και ο Κώστας έκανε χειρουργείο στην καρδιά. Όμως όλος αυτός ο κόσμος που ήταν γύρω του σιγά σιγά έφευγε, μέχρι που απέμεινε με ελάχιστους ανθρώπους. Ώσπου ένα παγωμένο βράδυ ο Κώστας έφυγε από την αδύναμη καρδιά του. Έμεινε εκεί στο πάτωμα μόνος. Ένα, δύο, τρία,τέσσερα, πέντε, έξι,εφτά, οχτώ, εννιά βράδια μέσα σε μια λίμνη αίματος απ όταν σωριάστηκε σε εκείνο το πάτωμα. Εννιά βράδια μόνος και δίπλα του να καίει ένα σίδερο για τα ρούχα, για να σπάει λίγο αυτό το απαίσιο κρύο.

Τρεις μήνες μετά βρέθηκα στο σπίτι του μαζί του. Μου έκανε δώρο ένα μουσικό όργανο αλλά όταν κοίταξα το πάτωμα δεν βρήκα αίμα και τότε συνειδητοποίησα ότι ο Κώστας έχει πεθάνει. Τρομοκρατήθηκα και με δυσκολία προσπάθησα να φτάσω στην πόρτα του σπιτιού για να βγω έξω. Ανοίγω την πόρτα και μπροστά μου κάθεται ένας φωτεινός άνδρας με ολόλευκο φως. Τρόμαξα έκλεισα την πόρτα και ξύπνησα στην γωνία του κρεβατιού μου. 
Ο Κώστας ήταν εδώ, περπάτησε, ανέπνευσε και όταν γέμισε από εμπειρία έφυγε. Δραπέτευσε από εκείνο το μπαούλο και πλέον δεν τον κυνηγάει κανείς. 

Πέμπτη 23 Απριλίου 2020

Ο Αγιώργης και τα Στοιχειά

Κάποτε υπήρχαν τα Στοιχειά, τα Θεριά, οι Νεράιδες, οι Στρίγκλες και τα Φαντάσματα. Οι άνθρωποι ζούσαν μαζί τους, τα περίμεναν σε συγκεκριμένα μέρη, στα μεγάλα και δύσκολα ταξίδια τους και υπήρχαν στις συζητήσεις των τραπεζιών τους. Στην πορεία αυτά τα πλάσματα καταδιώχτηκαν από την λογική του ανθρώπου. 
Σε κάποιο χωριό στην Κοζάνη υπάρχει και η μέρα όπου τα στοιχειά έφυγαν. Όλοι οι κάτοικοι τότε έφτιαξαν φαγητό και γλυκά και αποχαιρέτησαν τα Στοιχειά που θα εγκατέλειπαν για πάντα εκείνο τον τόπο, όπως θα έκαναν με ένα φίλο ή συγγενή που έζησαν μια ζωή μαζί έχοντας καλές και κακές στιγμές. Εκείνη η ημέρα όπου τα Στοιχειά έπαψαν να συγκατοικούν με τους ανθρώπους, συμβολίζει και την αλλαγή του τρόπου σκέψης του ανθρώπου, όπου την θέση του υπερβατικού την παίρνει αποκλειστικά ο χριστιανικός Θεός και οι Άγιοι.

Ένας στοιχειοδιώχτης Άγιος που σε πολλές περιοχές πολέμησε εναντίων τους είναι ο Αγιώργης. Ο Αγιώργης είχε ξαμοληθεί σε βουνά, λαγκάδια και ραχούλες και κατατρόπωνε το ''στοιχειωμένο'' παρελθόν του τόπου. Επιβάλλοντας έτσι την ''νέα τάξη πραγμάτων'' όπου τα Στοιχειά δεν είχαν θέση.
Τέτοιο συμβολισμό έχει και το παρακάτω κατόρθωμα του Αγιώργη:
Θυμάμαι πόσο με εξίταρε μια ιστορία με το Στοιχειό και τον Αγιώργη που μου την διηγιόταν  η γιαγιά μου. Στον Ταΰγετο μεταξύ του χωριού Γιάνιτσα και του μοναστηριού της Δήμιοβας, υπάρχει μια περιοχή μέσα σ'ένα ρέμα όπου ονομάζεται ''του Στοιχειού η τρούπα''. Λίγο πιο μακριά από εκεί υπάρχει μια εκκλησία του Αγιώργη όπου ανήμερα της γιορτής του αγίου γίνονταν πανηγύρι.Το πανηγύρι όμως ρήμαξε και κανείς δεν πήγαινε σε αυτό ανήμερα της γιορτής του. Η αιτία ήταν το στοιχειό που έμενε στο παρακάτω λαγκάδι στου Στοιχειού την τρούπα. Το Στοιχειό έτρωγε τον πρώτο που θα πήγαινε και τον τελευταίο που γύριζε. Έτσι το πανηγύρι σταμάτησε. Μόλις ο Αγιώργης αντιλήφθηκε το γεγονός, έτρεξε με το άλογο του και αναμετρήθηκε με το Στοιχειό. Η μάχη ήταν μεγάλη, αλλά στο τέλος ο Αγιώργης καταδίωξε το Στοιχειό βάζοντας το στην τρύπα του. Εκεί το άλογο του Αγιώργη σφράγισε την τρύπα με ένα βράχο δίνοντάς του μια δυνατή κλωτσιά. Τέτοια ήταν η δύναμη του αλόγου που στον βράχο έμειναν τα χνάρια από τα πέταλα που φορούσε. Έτσι το Στοιχειό έμεινε κλεισμένο στην σκοτεινή του τρύπα και ο Αγιώργης συνέχισε να απολαμβάνει την γιορτή του.
Θυμάμαι τον καιρό που ήμουν παιδί και κοιτούσα με περιέργεια το σημείο όπου το Στοιχειό σφραγίστηκε από το άλογο του Αγιώργη, να ψάχνω γύρω γύρω να δω κάποια παράξενη κίνηση ή κάποιον μυστήριο ήχο πίσω από εκείνο τον βράχο με τα χαραγμένα πέταλα....
Τόση ήταν ή τρομαγμένη θλίψη μου για το δύστυχο Στοιχειό που φυλακίστηκε στην τρούπα της λογικής, που ακόμα δεν έχει κοπάσει. 



Κυριακή 12 Απριλίου 2020

Η ανηφόρα της Μορφίας

Ο Αγιοσίδερης είναι μια λαϊκή γειτονιά της Καλαμάτας. Μηχανάκια, γήπεδο, καφενεία, αλητεία και καγκουριλίκια. Έρωτες, όμορφα έφηβα κορίτσια και αγόρια που αγαπάνε την υπερβολή και γυρίζουν γύρω γύρω την γειτονιά με μηχανάκια, με τα πόδια και με ποδήλατα, κάνοντας συνέχεια κάτι, αναζητώντας συνέχεια κάτι.

Λαϊκοί άνθρωποι με καθημερινές μικρές ρουτίνες. Ασπρισμένοι δρόμοι και αυλές, σπίτια χωρίς σχέδιο, με γλάστρες και σοκάκια που φτιάχτηκαν μόνο για περπάτημα και σήμερα έχουν μετατραπεί με το ζόρι σε δρόμους διπλής κατεύθυνσης.

Μέσα σ'αυτό το κολάζ που απαρτίζει την συγκεκριμένη γειτονιά λείπει εδώ και αρκετά χρόνια ένα πολύ σημαντικό κομμάτι: αυτό των μπουρδέλων. Τα "κορίτσια" και τα "σπίτια" ήταν σήμα κατατεθέν της γειτονιάς σχεδόν από την δημιουργία της. Τα κορίτσια λοιπόν της γειτονιάς ήταν κάποτε αρκετά, ψώνιζαν από τα μπακάλικα, έλεγαν καλημέρα και καλησπέρα αλλά δεν δίσταζαν να βρίσουν όσους τις πείραζαν με κακεντρέχεια.

Αυτό το αρθράκι δεν θα σας μιλήσει για όλα τα "κορίτσια" και όλα τα "σπίτια" του Αγιοσίδερη, παρά για ένα μόνο, την Μορφία και το σπίτι της.
Η πλειονότητα των ανδρών ηλικίας 50-65 είχαν για πρώτη φορά οδηγηθεί στον έρωτα μέσα από τα ανοιγμένα πόδια της Μορφίας. Έτσι ένα μεγάλο ποσοστό των ανδρών της γειτονιάς έχουν ένα κοινό, είναι κατά κάποιο τρόπο παιδιά της Μορφίας. Μυημένα στον έρωτα από την Μορφία.
Την δεκαετία του '60 η Μορφία έμενε σ' ένα σπιτάκι στο τέλος ενός ανηφορικού χωματόδρομου γεμάτου νεροφαγιές. Στο σπιτάκι αυτό στέγαζε και την επιχείρησή της, εκεί υποδεχόταν του πελάτες. Φαντάροι, καλαματιανοί και περαστικοί είχαν περάσει το κατώφλι του σπιτιού της που οδηγούσε στο σώμα της Μορφίας και στην ηδονή.

Το σπίτι της βρισκόταν στο μέσο της διαδρομής του πεδίου βολής και του στρατοπέδου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι φαντάροι περνούσαν συντεταγμένα έξω από το σπίτι της για να πάνε στο πεδίο βολής και φώναζαν ρυθμικά "Μορφία- Μορφία τα μπου-τια σου" (παραλλάσσοντας το γνωστό στιχάκι που φώναζαν οι φαντάροι όταν έκαναν βήμα,  που το έχει αποτυπώσει και ο Τζίμης Πανούσης, "Μαρία Μαρία τα μπού-τια σου"), με την Μορφία πολλές φορές να βγαίνει και να τους χαιρετάει χαμογελώντας.

Η Μορφία απέκτησε φήμη στην Καλαμάτα αφού δεν ήταν λίγες οι φορές που πρόσφερε ηδονή ακόμα και χωρίς χρήματα ή με πολύ μικρό αντίτιμο όταν κάποιος δεν είχε αρκετά χρήματα.
Η Μορφία αγαπούσε τα φανταχτερά ρούχα, το έντονο βάψιμο, τα χρυσά βραχιόλια, τα μακριά χρυσά σκουλαρίκια, τα δαχτυλίδια και τις αλυσίδες τις χρυσές.

Αυτή ήταν η Μορφία, μια φανταχτερή πουτάνα της γειτονιάς που της άρεσε πολλές φορές να επιδεικνύεται που της άρεσε να περνάει όμορφα. Πολλοί νέοι της εποχής την είχαν φαντασιωθεί, είχαν αποτυπώσει στο μυαλό τους μια παγωμένη εικόνα απ' το σώμα της και με αυτή πορεύονταν στα υγρά μονοπάτια τους..

Όμως αυτή πρόσεχε τις ισορροπίες, δεν μπορούσαν όλοι να δουν και να νιώσουν το γυμνό σώμα της, δεν μπορούσαν όλοι να ηδονιστούν με τις ερωτικές κραυγές της. Τα νεαρά αγόρια και οι παντρεμένοι της γειτονιάς ήταν οι αποκλεισμένοι του έρωτα της. Με αυτό τον τρόπο κρατούσε τις ισορροπίες της γειτονιάς και γλίτωνε τις παρεξηγήσεις.
Κάποτε ένας πιτσιρικάς την είχε ρωτήσει πόσο πάει και εκείνη τον έδιωξε λέγοντάς του ότι δεν θέλει ντράβαλα με τον πατέρα του.

Τα χρόνια πέρασαν και η Μορφία μεγάλωσε αλλά συνέχιζε να δουλεύει. Ένα μούτρο της γειτονιάς άνοιξε νέα μπουρδέλα στην γειτονιά με φρέσκα κορίτσια· η δουλειά της Μορφίας όλο και έπεφτε αναγκάζοντας την να κατεβάσει τις τιμές στο μισό από εκείνες των νέων μπουρδέλων, παρ' αυτά η Μορφία σε πολλούς συνέχιζε τις ειδικές τιμές, συνέχιζε ακόμα και το τζάμπα.

Το τέλος

Μέχρι που μια βραδιά το '81 η Μορφία πήγε στα μπουζούκια με δύο άντρες της γειτονιάς. Αφού διασκέδασαν και τα ήπιαν, γύρισαν νωρίς το πρωί. Η Μορφία μπήκε με τους δύο άντρες σπίτι της και δεν ξαναβγήκε ποτέ.

 Οι δύο άντρες την δολοφόνησαν αρπάζοντάς της τα χρυσαφικά και όλα της τα χρήματα. Το συγκεκριμένο έγκλημα συγκλόνισε την πόλη και όλη η γειτονιά θρήνησε την Μορφία.
Στην κηδεία της, στο νεκροταφείο που βρίσκεται κοντά στην γειτονιά, παρευρέθηκε πλήθος κόσμου. Το νεκροταφείο γέμισε κόσμο, ντόπιους, γείτονες και φίλους της Μορφίας από όλη την Ελλάδα.
Ένα γεγονός που έκανε εντύπωση στους καλαματιανούς ήταν ότι το νεκροταφείο το είχαν κατακλύσει πουτάνες, πούστηδες και τραβέλια που είχαν έρθει απ' την Αθήνα ώστε να παραβρεθούν στην κηδεία της Μορφίας. " Όλες οι πουτάνες τα τραβέλια και το πουσταριό της Αθήνας ήταν στην κηδεία της" έλεγαν.
Ο καφετζής του παραπάνω καφενείου δεν σταματούσε να φτιάχνει καφέδες σ' όλους αυτούς τους νέους πελάτες του. Οι δίσκοι πήγαιναν και έρχονταν μέχρι που ένας πούστης γλιστράει και ρίχνει τους καφέδες του δίσκου και από την ντροπή ή και από έλλειψη χρημάτων δεν ζήτησε άλλους παρά άρχισε να γεμίζει ένα ένα τα φλιτζάνια με όσο χυμένο καφέ είχε μείνει στον δίσκο.  Πολλές οι ιστορίες εκείνης της μέρας, όσοι είχαν βρεθεί έχουν από μια. Τόσο αγαπητή ήταν η Μορφία. Σ' όλους.
Τόσο αγαπητή όπου η Καλαμάτα έχει δώσει άτυπα το όνομα της στο δρόμο που έμενε, στο δρόμο που είχε το μπουρδέλο της. Όλοι ξέρουν αυτό τον δρόμο με το όνομά της και όχι από αυτόν που γράφει η επίσημη ταμπέλα. Από που να σε πάω, ρωτάει ο ταξιτζής. Από την ανηφόρα της Μορφίας, από που αλλού;

Με αγάπη

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Μια διαφορετική δική μου Πολυδούρη

1η Απριλίου 1902 γεννήθηκε και πέθανε 29 Απριλίου 1930.

Όχι δεν θα διαβάσετε για την ζωή της, ούτε για το έργο της Πολυδούρη στην συγκεκριμένη ανάρτηση. Μάλλον πράγματα που σχετίζονται με εμένα και για το πως βλέπω εγώ κάποια πράγματα θα διαβάσετε. Αυτή η κάπως βιωματική προσέγγιση με ότι καταπιάνομαι, είναι το καύσιμο. Έτσι λοιπόν θα σας γνωρίσω την Πολυδούρη των εφηβικών μου χρόνων, τον τρόπο που εντυπώθηκε σε εμένα αυτή η ποιήτρια και την σύνδεσή της με μέρη και χρόνους μια πόλης που συνεχώς αλλάζει, αφήνοντάς με στην αμηχανία.

Το όνομα, Μαρία Πολυδούρη, το άκουγα από πολύ μικρός στην Καλαμάτα, ο λόγος ήταν ότι η ποιήτρια γεννήθηκε και πέρασε κάποια χρόνια της σ'αυτή την πόλη και γενικότερα στη Μεσσηνία. Σε μια σχετικά απόμερη γωνιά του πάρκου των Σιδηροδρόμων, που ήταν ιδανικό καταφύγιο για κάθε ερωτευμένο ζευγάρι, υπήρχε η προτομή της Μαρίας Πολυδούρη. Σήμερα η προτομή έχει μεταφερθεί στη κεντρική πλατεία της πόλης, αλλά αν θέλετε την γνώμη μου, δεν ταιριάζει καθόλου να στέκεται η προτομή της ποιήτριας σ' αυτό το πολύβουο και αποστειρωμένο περιβάλλον της πλατείας. Η παλιά θέση της προτομής, στο απόμερο σημείο όπου πολύ αναζητούσαν την ερωτική ηδονή ή ήθελαν να μην δίνουν στόχο καθώς ο έρωτας μπορεί να ήταν απαγορευμένος, ήταν ιδανική για μια ποιήτρια όπως η Μαρία Πολυδούρη. Το ραντεβού πολλές φορές που κλείνονταν απ'το σταθερό τηλέφωνο ήταν στην "Πολυδούρη" την τάδε ώρα. Το σημείο μπορεί να ήταν "η Πολυδούρη" που ήταν ένα και σταθερό, αλλά η εξέλιξη του ραντεβού ποτέ δεν ήταν σίγουρη. Η "χυλόπιτα" με το "φάσωμα" ήταν τόσο κοντά που μόνο το πνεύμα της Πολυδούρη ήξερε που θα καταλήξει το ραντεβού.




Πολλές φορές φανταζόμουν ότι ακόμα και η ίδια η ποιήτρια, θα επέλεγε να χωθεί σ'αυτό το άνοιγμα του πάρκου, ώστε να ερωτοτροπήσει με κάποιον εραστή της, να ανάψει τσιγάρο και να νιώσει ηδονή και μετά να ξεχυθεί στην βουή της πόλης, παρατηρώντας την κίνηση του κόσμου. Θυμάμαι επίσης ότι η προτομή, κατά καιρούς "βανδαλιζόταν" από περαστικούς στο πάρκο και αποκτούσε βαμμένα χείλια, μάγουλα και μαλλιά. Θα μου πείτε αυτό είναι ασέβεια. Θα συμφωνήσω. Αλλά θα αφήσω ένα ελάχιστο χώρο μέσα μου, όπου εκεί θα έβρισκα ακόμα και σ'αυτή την βάνδαλη πράξη, ένα ελάχιστο νόημα και σύνδεση με την ίδια αντισυμβατική φύση της ποιήτριας για την εποχή της, όπου ερωτοτροπούσε με το "διαφορετικό", τους "κανόνες" και τους "τρελούς" της εποχής της:





Ο ΤΡΕΛΛΟΣ

Ἕνας τρελλὸς καθότανε στὴν εἴσοδο

τὴ νύχτα ἀπόψε καὶ μιλοῦσε,

μιλοῦσε βιαστικὰ κι᾿ ὅταν ἀπόσταινε

κάποτε, σκεφτικὰ χαμογελοῦσε.


Μιλοῦσε γιὰ τὴ γνώση, τὴν ὀνόμαζε

τὴν πρώτη ἀδυναμία τῶν ἀνθρώπων.

«Μὰ θὰ μιλήσω ἀπόψε κι᾿ ἂς μὲ δέσουνε,

ξέρω τὰ μυστικὰ τῶν ἅγιων τόπων!


»Ξέρω ὅλο μυστικὰ καὶ γύρω μου ἄφοβα

θὰ τὰ βροντοφωνήσω πάλι.

Α, ἤμουν τρελλὸς τόσον καιρὸ ποὺ σώπαινα

κι᾿ αὐτὰ μοὔχουν βαρύνει τὸ κεφάλι.


»Φίλε μου νἆσαι ἁπλῶς πολυλογάς

χωρὶς οὐσία, θἆσαι βάρος.

Φρόντιζε νἆσαι ὁ πιὸ ἐπικίνδυνος

καὶ μόνος σου νὰ παίρνῃς θάρρος.


»Νἄχῃς καρδιὰ κι᾿ ὅλο νὰ εὐφραίνεται

μ᾿ αἴσθημα καὶ φιλοτιμία,

εἶνε... νὰ καρτερᾶς τὸ θάνατο

καὶ νἄρθη μία λιποθυμία!!!


»Εἶδες ὁ φουκαρὰς ὁ τζίτζικας

ψόφησε ἐχτὲς ἀπὸ εἰλικρίνεια.

Τὰ λέγε ἀληθινὰ κ᾿ ἐπίμονα

καὶ μεῖς τὰ παίρναμε γιὰ γκρίνια.


»Στὸ τέλος ἔσκασε ἀπὸ εὐγένεια

κ᾿ ἐπίσημα κυλίστηκε στὸ χῶμα...

Α φαῦλοι, δὲ θὰ μοῦ τὸ κλείσετε

ποτὲ τ᾿ ἀχρεῖο μου τὸ στόμα!»


Καὶ τἄλεγε τόσο ἤρεμα

τόσο γλυκὰ ἡ ματιά του ἐφωτοβόλει,

γελοῦσε ξαφνικὰ κ᾿ ἔτσι χαρούμενα

σὰ νἄταν ἡ καρδιά του περιβόλι!

Επίσης ήξερα από μικρός ότι η Μαρία Πολυδούρη, όταν δούλευε στην νομαρχία της Καλαμάτας, ζούσε σ'ενα σπίτι που ήταν δίπλα στον ποταμό Νέδοντα. Αυτό δεν μπόρεσα ακόμα και σήμερα να το επιβεβαιώσω κάπου και παρέμεινε μέσα μου, ως δεδομένο και θέσφατο χωρίς "βιβλιογραφική αναφορά". Αν κάποιος από τους αναγνώστες γνωρίζει κάτι ας δώσει παραπάνω πληροφορίες.

Το μεσαίο κτήριο ήταν το ξενοδοχείο "Διεθνές"
Το κτήριο αυτό βρισκόταν στην συμβολή των οδών Αρτέμιδος,Μεσσήνης και Είρας. Ήταν ένα τριώροφο νεοκλασικό με υπόγειο και χρησιμοποιήθηκε σαν ξενοδοχείο με το όνομα "Διεθνές"και ενοικίαζε δωμάτια με τον μήνα. Ακριβώς μπροστά του ξεκινούσε η γέφυρα της 23ης Μαρτίου, μια από τις γέφυρες που περνούσαν πάνω απ΄το Νέδοντα και ένωναν την δυτική με την ανατολική πόλη. Αυτή η γέφυρα ξεκίνησε ως τροχήλατη αλλά κάπου στα μέσα του 20ου αιώνα φτιάχτηκαν σκαλιά απ'την μεριά του κτηρίου Πάνθεον και έτσι η γέφυρα ήταν μόνο για πεζούς. Το κτήριο αυτό λοιπόν, κατεδαφίστηκε απ'τον δήμο πριν λίγα χρόνια και στην θέση του έχει μείνει ένας κενός χώρος, όπου συχνά είναι παρκαρισμένα αυτοκίνητα και μηχανάκια.

Διακρίνονται αριστερά και δεξιά τα δύο σωζόμενα κτήρια, αλλά
το κτήριο ''Διεθνές" δεν υπάρχει, παρά μόνο τα ίχνη του στην νεόδμητη
πολυκατοικία.




Στην πόλη λοιπόν που γεννήθηκε και έζησε για κάποια χρόνια η ποιήτρια, ο χώρος που διέμενε είναι ισοπεδωμένος. Ο Δήμος τα τελευταία χρόνια κάθε χρόνο διοργανώνει τα λεγόμενα "Πολυδούρεια" αλλά ο χώρος που διέμενε η ποιήτρια είναι κενός, μαζί με ένα μεγάλο κομμάτι ιστορίας της πόλης που όλο αλλάζει και όλο πετάει πράγματα που τα θεωρεί παλιά και ξεθωριασμένα. Σβήνοντας λίγο λίγο τις μνήμες, αλλάζοντας τα σημαντικά και χάνοντας έτσι κομμάτια που την διαμόρφωσαν. Μα ο πόθος της ζωής δεν χάνεται, είναι ανήμερος, όπως και όλοι οι πλούσιοι τόποι μέσα μας, όχι παλαιοί ή καινούργιοι μα πλούσιοι:




Ο ΠΟΘΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Εἶνε ὁ πόθος μου τέτιος, ἀγέρα
σὰν τὸν ἄγριο θυμό σου
ποὺ στὶς πλούσιες κοιλάδες σφυρίζει.

Εἶνε ἀνήμερος, ἄγρια φοβέρα,
πλούσιοι οἱ τόποι βαθιά μου
καὶ σὰ χάρος σκληρὸς τοὺς θερίζει.

Κάθε ἐλπίδα, κάθε ὄνειρο νέο
τὸ χαϊδεύει σὰν αὔρα
ζωοδότρα στὰ ἐαρινὰ φύτρα.

Κι᾿ ἂν αὐξάνη καὶ γίνεται ὡραῖο,
εἶνε ἡ γόνιμη ὁρμή του
ποὺ θὰ γίνῃ ἡ σκληρὴ καταλύτρα.





Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

ΜΕΤΑΞΙ, ΡΑΣΟ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ταυτόχρονα με τις «μεγάλες» ιστορίες και τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, υπάρχουν και οι «μικρές» ιστορίες οι οποίες διαδραματίζονται υπό την ομπρέλα των «μεγάλων» ιστορικών γεγονότων. Άλλοτε προσυπογράφουν και άλλοτε διαψεύδουν τις «μεγάλες» ιστορίες. Συνήθως οι «μεγάλες» ιστορίες είναι ευάλωτες στην παραποίηση και την μεθόδευση και επιλέγονται ως «μεγάλες» ανάλογα με τον πολιτικό σκοπό που πρόκειται να υπηρετήσουν. Οι «μικρές», από την άλλη, συνήθως παραμένουν αλώβητες από κάθε είδους πολιτική εκμετάλλευση και πάντα μέσα τους εμπεριέχουν συμπυκνωμένη, ολόκληρη και αναλλοίωτη την αλήθεια ενός οποιουδήποτε «μεγάλου» ιστορικού γεγονότος.

Μέσα στο παραπάνω πλαίσιο θα παρουσιαστεί η «μικρή» ιστορία ενός ιερομόναχου του Γεράσιμου Παπαδίπουλου, που έζησε στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης του 1821 και υπήρξε ένθερμος ενάντιός της. Υπήρξε αντιπρόσωπος της πόλης της Καλαμάτας στη Β΄ Εθνοσυνέλευση στο Άστρος, γεγονός που φανερώνει την επιρροή που είχε στην πόλη. Η συμμετοχή ενός τέτοιου ανθρώπου στην Β΄ Εθνοσυνέλευση φανερώνει και το κλίμα που επικρατούσε σε αυτήν, που κατέληξε στον εμφύλιο. Η στάση του και ο λόγος του, όπου ο ίδιος έχει αποτυπώσει σε βιβλίο του, φανερώνουν την αρνητικότητά του απέναντι στην επανάσταση. Η στάση του αντικατοπτρίζει την αρνητικότητα της εκκλησίας, του κλήρου σε μεγάλο βαθμό, καθώς και όσων είχαν βολευτεί οικονομικά και συναλλάσσονταν μια χαρά με τις οθωμανικές αρχές. Ο συγκεκριμένος ιερομόναχος εκφράζει και τα δύο παραπάνω χαρακτηριστικά, καθώς εκτός από ιερομόναχος ήταν και επιχειρηματίας, αφού κατείχε κτήματα, ένα γυναικείο μοναστήρι, ακίνητα και 27 εργαστήρια επεξεργασίας μεταξιού. Μάλιστα η φήμη που απέκτησε η Καλαμάτα για τα μεταξωτά υφαντά της, εξ ού και το δημοτικό τραγούδι «Μαντήλι Καλαματιανό», ήταν λόγω της έντονης επιχειρηματικής δραστηριότητας του συγκεκριμένου ιερομόναχου, που εκτίναξε την παραγωγή μεταξιού, κάνοντας την Καλαμάτα γνωστή για τα μεταξωτά μαντήλια της.

Η ανάπτυξη της μεταξουργίας. Από την οικοτεχνία στην βιοτεχνία.

Έτσι, λοιπόν, ο ιερομόναχος Γεράσιμος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1763 στην Ζατούνα Αρκαδίας. Ήταν παιδί πλούσιας οικογένειας εμπόρων που είχαν τις δραστηριότητες τους στην Καλαμάτα, αλλά και υποκατάστημα στην Κριμαία, όπου το διεύθυνε ο ετεροθαλής αδελφός του. Φοίτησε στην φημισμένη ιερατική σχολή της Δημητσάνας· από την ίδια σχολή είχαν αποφοιτήσει ο Γρηγόριος ο Ε’, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και ο Παπαφλέσσας[1]. Στο σημείο αυτό να σημειώσουμε ότι το 1821 η βιβλιοθήκη της σχολής διέθετε περίπου 5.000 τόμους και ήταν η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του ελλαδικού χώρου της εποχής. Η βιβλιοθήκη όμως, ήταν ιδρυμένη στο χωριό όπου παρασκευαζόταν όλη η μπαρούτη της επανάστασης. Αποτέλεσμα ήταν χιλιάδες βιβλία να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή φυσιγγίων. Έτσι, λοιπόν, το κάθε φυσίγγι στον Μωριά και την Ρούμελη που κρατούσε στα χέρια του κάποιος αγωνιστής, ήταν απόκομμα από κάποιο βιβλίο της βιβλιοθήκης της Δημητσάνας. Μετά την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς η βιβλιοθήκη συρρικνώθηκε στους 600 τόμους βιβλίων.

Με την οικονομική άνεση που διέθετε ο Γεράσιμος Παπαδόπουλος έχτισε στην Καλαμάτα μια εκκλησία και ένα γυναικείο μοναστήρι το 1796 σε ηλικία 33 χρονών. Πίσω, όμως, από την φαινομενική ιδέα του μοναστηριού ο ιερομόναχος είχε άλλες βλέψεις, επιχειρηματικές. Ο ιερομόναχος, γνωρίζοντας από την Δημητσάνα την τεχνική της σηροτροφίας (καλλιέργεια μεταξοσκώληκα)[2] μέσω του μοναστηριού, ξεκίνησε να δημιουργεί την πρώτη βιοτεχνία μεταξιού. Οι πρώτες δύο μοναχές που ξεκινούν την λειτουργία του μοναστηριού είναι Μεσσήνιες από κάποιο μοναστήρι της Νάξου. Οι «εισαγόμενες» μοναχές που προσκάλεσε ο Γεράσιμος Παπαδόπουλος δεν ήταν τυχαία επιλογή, γιατί κατείχαν γνώση και εμπειρία στην κατεργασία του μεταξιού. Εν συνεχεία καταφθάνουν και άλλες τέσσερις μοναχές από το μοναστήρι της Νάξου, καθώς και πολλά ορφανά κορίτσια, όπου μαθαίνουν την τεχνική της επεξεργασίας του κουκουλιού του μεταξοσκώληκα, όπως και τρόπους ύφανσης των πολύτιμων μεταξωτών υφασμάτων.

Ο ιερομόναχος επέκτεινε τις δραστηριότητες του δημιουργώντας 27 εργαστήρια επεξεργασίας μεταξιού στην Καλαμάτα. Στα εργαστήρια δούλευαν κυρίως μοναχές και ορφανά κορίτσια. Όλο αυτό το δωρεάν εργατικό δυναμικό ήταν το αναγκαίο συστατικό ώστε οι δουλειές του μοναχού να πηγαίνουν πολύ καλά. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι της Καλαμάτας μεγάλωναν μεταξοσκώληκες και τους πωλούσαν στον μοναχό για επεξεργασία. Με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του μοναχού η παραδοσιακή σηροτροφία και η επεξεργασία του μεταξιού που υπήρχε για αιώνες στην περιοχή αλλά ήταν στα πλαίσια της οικοτεχνείας, μεταβαίνει σε μια πιο βιομηχανική φάση για τα δεδομένα της εποχής. Έτσι, τον Γεράσιμο Παπαδόπουλο μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε ως έναν θρησκευτικό καπιταλιστή.

Η ανάπτυξη στον τομέα της σηροτροφίας και επεξεργασίας του μεταξιού στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν μεγάλη. Ο άγγλος περιηγητής William Gell, που επισκέφτηκε την Καλαμάτα το 1805, αναφέρει ότι σε κάθε σπίτι που συνάντησε υπήρχε και ένα επί πλέον δωμάτιο για τους μεταξοσκώληκες. Μας αναφέρει ότι το μετάξι ήταν το κύριο εξαγωγικό προϊόν της εποχής. Πολλοί ακόμα ξένοι περιηγητές περιγράφουν την αλματώδη ανάπτυξη της σηροτροφίας και της επεξεργασίας του μεταξιού. Ο Βρετανός αξιωματικός και ιστοριοδίφης William Martin Leake αναφέρει ότι 1.500 οκάδες ακατέργαστου μεταξιού καταναλώνονται τον χρόνο για μαντήλια και κουνουπιέρες που μετά την επεξεργασία η τιμή αυξάνεται 60 φορές. Ο Εσθονός Otto Magnus Von Stackeiberg, που επισκέφτηκε την πόλη το 1811, περιγράφει: «Τα νήματα του μεταξιού, τα ξερά σύκα και τα λεπτά υφάσματα με χρυσοκλωστές, με τα οποία οι κάτοικοι διεξάγουν ένα μεγάλο εμπόριο, τους παρέχουν ασφαλώς ευπορία». Ευπορία για ποιους άραγε;

Τέλος, πληροφορίες για την σηροτροφία, αλλά και ειδικότερα για την μονή του Γεράσιμου Παπαδόπουλου, μας δίνει ο πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στην Ελλάδα από το 1849 έως 1862 Sir Thomas Wyse. Ο Wyse ήταν επιφορτισμένος από την Βρετανία να καταγράψει τις φυσικές πηγές πλούτου του ελλαδικού χώρου, ώστε να τις εκμεταλλευτούν στην συνέχεια. Το 1858, λοιπόν, περνάει από την Καλαμάτα και αναφέρει σχετικά με το μοναστήρι: «Πολύ λίγες από τις μοναστικές κοινότητες αυξάνονται στην Ελλάδα όπως αυτή η Μονή. […] Η κατασκευή και η σχολή για το μετάξι που ίδρυσε η μονή είναι προς την σωστή κατεύθυνση […] αυτό που γίνεται από την μονή Καλογραιών μπορεί να εξελιχθεί σε μια πρακτική βοηθητική κατάσταση για την γενική εκπαίδευση των θηλέων, θα αποδεικνυόταν, έπειτα από μια τέτοια εκπαίδευση, επικερδής τόσο για την Καλαμάτα όσο και για παρόμοιες κοινωνίες».[3]

Ο ρόλος του μοναχού στην επανάσταση του 1821

Όσο πλησίαζε ο καιρός για το ξέσπασμα της επανάστασης τόσο ο ιερομόναχος δεν κοιμόταν ήσυχα τα βράδια. Ο φόβος του ιερομόναχου ήταν πως μια επανάσταση θα μπορούσε να ανατρέψει ή να βάλει σε άλλη βάση όλες του τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Μέσα από το βιβλίο του, που έγραψε το 1836, δεκαπέντε χρόνια μετά την έναρξη της επανάστασης, μας περιγράφει τις αγωνιώδεις του προσπάθειες ματαίωσης της. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1897 υπό τον τίτλο «Πνευματική Τράπεζα».

Το βιβλίο μπορεί να χωριστεί σε τρία μέρη: Στο πρώτο μέρος ο ιερομόναχος αναπτύσσει την αρνητική ρητορική του για την επανάσταση. Ο ιερομόναχος προσπαθεί να αποδείξει (;) ότι η επανάσταση είναι έργο του διαβόλου και ότι ο Θεός θέλει τον άνθρωπο υποταγμένο στους εξουσιαστές. Εκεί χαρακτηρίζει την επανάσταση και τους επαναστάτες όργανα του διαβόλου: «[…] ότι γίνονται εκ συνέργειας του Διαβόλου και ουχί του Θεού αυτή η ελληνική επανάστασις·». Και συνεχίζει: « […] εκ του Διαβόλου εκινήθησαν και εκινούντο είς τοιαύτην φρικτήν και αφρονεστάτην μεγάλην επανάστασιν[…]». Διακηρύσσει την πίστη στην εξουσία, ντόπια ή ξένη. Οι εξουσίες για τον ιερομόναχο προστατεύουν τους αγαθούς και αποτρέπουν τους κακούς. «[…] ο Θεός θέλει και μας προστάζει να έχωμεν πάσαν υποταγήν εις τας εξουσίας, ως υπ’ αυτού τεταγμένας […]». Μάλιστα, ο Θεός δεν προστάζει υποταγή μόνο στους ντόπιους εξουσιαστές αλλά και σε ξένους· διεθνιστική υποταγή: «[…] ο Θεός θέλει να υποτασσώμεθα και είς τους αλλοπίστους βασιλείς και εξουσιαστάς και να τους αγαπώμεν, ώστε και να προσευχώμεθα υπέρ αυτών».

Στο δεύτερο μέρος, ο ιερομόναχος αφηγείται τις κινήσεις του ώστε να ματαιωθεί η επανάσταση. Αναφέρεται στις επαφές που είχε με τον Πέτρο Μαυρομιχάλη, με τους πρόκριτους της Καλαμάτας λίγες μέρες πριν την κατάληψη της πόλης καθώς και με τους αποκλεισμένους τούρκους, παραμονές της άλωσης της Τρίπολης. Η ιδιαίτερη περίπτωση του Γεράσιμου Παπαδόπουλου φανερώνει την γενική συστολή έως και την αρνητική στάση που είχαν αρκετοί προύχοντες στην επανάσταση. Πολλοί ήταν αυτοί, που όπως ο Γεράσιμος Παπαδόπουλος, τα είχαν βρει με την οθωμανική κυριαρ­χία και έκαναν τις δουλειές τους δίχως κανένα πρόβλημα. Είναι όλοι αυτοί που οι ξένοι περιηγητές αναφέρουν ότι είναι εύποροι λόγω του εμπορίου, αλλά η πόλη αποτελείται κυρίως από καλύβες! Ο,τιδήποτε μπορούσε να αλλάξει τους συσχετισμούς και τα δεδομένα, όπως μια επανάσταση, σίγουρα τρόμαζε. «[…] όπερ μαθόντες οι πρόκριτοι της Καλαμάτας, ήλθαν είς την κατοικίαν μου, γιγνώσκοντες πάντες την μεγαλωτάτην αγανάκτησιν, όπου είχα διά αυτήν την επανάστασιν, και με παρακάλεσαν, να υπάγω είς την Μάνην προς τον Μαυρομιχάλην, να τον εμποδίσω από την επανάστασιν·[…]». Οι συναντήσεις που είχε με τον Μαυρομιχάλη δεν απέδωσαν τα αποτελέσματα που θα ήθελε ο ιερομόναχος. Μάλιστα ισχυρίζεται, ότι ο Μαυρομιχάλης εξαπατήθηκε από κάποιους που του ανέφεραν ότι ο πασάς ετοιμάζει άλλον αρχηγό για την Μάνη, αφού πρώτα εξοντώσει τον ίδιο. Με αυτό τον τρόπο ο Μαυρομιχάλης, σύμφωνα με τον ιερομόναχο, πείστηκε να συμμετέχει στην επανάσταση. Μετά από αυτό, μια μέρα μετά την κατάληψη της Καλαμάτας, ο ιερομόναχος εγκαταλείπει την πόλη μαζί με τις καλόγριες του μοναστηριού, τις αδελφές του με τους άνδρες και τα παιδιά τους και κατευθύνεται προς την Μάνη με σκοπό αργότερα να περάσει στα Επτάνησα. «[…] μη υποφέρων δε εγώ να βλέπω την επανάστασιν ενεργουμένην έφυγον την άλλην ημέραν[…]».

Λίγες μέρες πριν την άλωση της Τρίπολης, ο ιερομόναχος ισχυρίζεται ότι έλαβε γράμμα από τον Μαυρομιχάλη και κάποιους καλαματιανούς που δεν ήθελαν την επανάσταση, να πάει να συνδιαλλαγεί με τους πολιορκημένους τούρκους ώστε να πετύχει ειρήνη[4]. «Ο δε Μαυρομιχάλης βλέπων την τοσαύτην ανορεξίαν εις τους πολέμους, και τοσαύτην αρπαγήν τον μανιατών μετονόησεν, ότι με παρήκουσε, και εσυμφώνησε με τους καλαματιανούς, ως μη θέλοντας την επανάστασιν, και μοι έγραψαν με ταχυδρόμον […] να με στείλουν εις την Τροπολιτζάν, ίνα ποιήσω ειρήνην με τους τούρκους […]».

Ο Παπαδόπουλος ισχυρίζεται ότι ο λόγος που δέχθηκε αυτό το γράμμα ήταν γιατί ο Μαυρομιχάλης πληροφορήθηκε ότι οι μανιάτες δεν πολεμούσαν τους τούρκους αλλά ουσιαστικά πλιατσικολογούσαν τα χωριά. Περνούσαν από τα χωριά φωνάζοντας ότι τους κυνηγούν τούρκοι· οι χωριάτες εγκατέλειπαν τρομαγμένοι τις εστίες τους και οι μανιάτες τις λεηλατούσαν. «[…] βλέποντες οι χωριάται τους μανιάτας φεύγοντας, και φωνάζοντας ούτω· νομίζοντες, ότι τους κυνηγούν οι τούρκοι, άρπασαν ο καθείς τα γυναικόπαιδα του, αφήσαντες τα οσπήτια των ανοικτά, και τα κτήνη των εις τους κάμπους […] οι μανιάται δεν εστέκοντο να πολεμήσουν, αλλ’ ευθύς έφευγον· επειδή δεν εξήλθον ινα πολεμώσι με τους τούρκους, διότι οι τούρκοι δεν τους έβλαπταν ποτέ· αλλ’ εξήλθον, ινα αρπάζωσι των χριστιανών τα πράγματα». Στα παραπάνω λεγόμενα του Παπαδόπουλου υπάρχει μια ιστορική αλήθεια που δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε. Ιστορικά σε περιόδους εξεγέρσεων υπάρχουν περιστατικά παρόμοια με αυτά που εξιστορούνται παραπάνω.

«Εγώ δε φοβούμενος τους ένοπλους ρωμαίους περισσότερον, δι’ ων έμελλον να περάσω, ή τους τούρκους, ρίψας όμως πάσαν την ελπίδα μου εις τον μακαρίζοντα τους ειρηνοποιούς Θεόν, υπήγα εις το περισσότερον στράτευμα των ένοπλων ρωμαίων κακείθεν εις την Τριπολιτζάν, εις ην με εδέχθησαν οι τούρκοι άπαντες μετά μεγάλης προπομπής[…]». «Έγώ γαρ επρόβαλα αυτοίς, ινά ειρηνεύσωμεν οι μωραΐται τούρκοι και ρωμαίοι ως γείτονες, παραβλέψαντες τα παρελθόντα […] να έχωμεν υποταγήν εις τον βασιλέα μας, και εις τους πεμπομένους παρ’ αυτού εξουσιαστάς πασάν[…] να πληρώνωμεν τον χαζαριέ του πασά κατά την βασιλική προσταγήν[…]». Ο ιερομόναχος ισχυρίζεται ότι διαπραγματεύτηκε την μη πληρωμή του χαρα­τσιού για τρία έτη, ώστε με αυτό τον τρόπο να ηρεμήσουν οι έλληνες. Μάλιστα, παρακίνησε αρκετούς αποκλεισμένους αγάδες να στείλουν το παραπάνω αίτημα σε γράμμα στον σουλτάνο και να προσθέσουν ότι οι έλληνες παρακινήθηκαν «από κάποιους Διαβόλους ξένους, και από την μεγάλην δυστηχίαν, ήρθαν εις αυτήν την παραφροσύνην μερικοί παράφρονες· οι δε λοιποί έστειλαν και ζητούν έλεος». Αντ’ αυτού, όμως, οι αγάδες της Τρίπολης έδωσαν ένα γράμμα στον ιερομόναχο όπου ανέφεραν, ότι μόνο όσοι πάνε να τους προσκυνήσουν θα λάβουν συγχώρεση, οι υπόλοιποι θα εξολοθρευθούν.

Η πρόσκαιρη διάλυση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ιερομόναχου

Παρ’ όλο που ο ιερομόναχος δήλωνε πίστη σε όλους του βασιλιάδες και εξουσιαστές, στο τρίτο μέρος, περιγράφει την επανάστασή του απέναντι στον βασιλιά Όθωνα. Αιτία είναι η απόφαση της διάλυσης πολλών μοναστηριών το 1833 και οι προγραμματισμένες δημοπρασίες για τα κτήματα και τις περιουσίες των μονών. Επίσης, τα οικονομικά έσοδα των μονών θα περνούσαν από κρατικό έλεγχο.

Το βασιλικό διάταγμα προέβλεπε ότι από την 25η Φεβρουαρίου το 1834 θα καταργούνταν όλες οι γυναικείες μονές εκτός από τρεις. Οι μοναχές κάτω των 49 ετών, θα έπρεπε να εγκαταλείψουν την μοναχική ζωή, και οι μονές θα έπρεπε να αριθμούν τουλάχιστον 30 μοναχές για να μπορούν να μην διαλυθούν. Το διάταγμα περαιτέρω κάνει λόγο για διοίκηση των γυναικείων μονών από διπλή εξουσία, πνευματική από τον οικείο επίσκοπο και κοσμική από τον εκάστοτε νομάρχη.

Όλα τα παραπάνω ήταν φυσικό να εξοργίσουν τον επιχειρηματία ιερομόναχο που έβλεπε την μονή-επιχείρηση να κινδυνεύει να κλείσει, τα δωρεάν εργατικά χέρια να παύουν να υφίστανται και τα κέρδη να εξανεμίζονται. Ο ιερομόναχος τότε επαναστάτησε! «Εγώ όμως μαθών ταύτα, δεν έπαυσα από του να φωνάζω προς πάντας, ότι τον βασιλέα αρχηγόν της εκκλησίας δεν τον γνωρίζω, και βασιλικήν διαταγήν εις τα εκκλησιαστικά δεν δέχομαι […]». Μάλιστα για την απόφαση του Όθωνα να κλείσει τα μοναστήρια και να περιέλθει όλη η περιουσία στα χέρια του κράτους ο ιερομόναχος οικτήρει την επανάσταση και την συνδέει με το κλείσιμο των μοναστηριών. «Και ταύτα μεν κατά της επαναστάσεως βούλομαι δεν ειπείν τινα και κατά των Λουθηροκαλβίνων των καλούντων εαυτούς Διαμαρτυρομένους».

Οι φόβοι και η διαίσθηση του ιερομόναχου, τελικά ήταν αληθείς. Το κράτος έδωσε στον ιερομόναχο 25 μέρες διορία για να φύγει από την πόλη και να επιλέξει να πάει σε όποιο μοναστήρι επιθυμεί.: «μοί έστειλαν διαταγήν ότι δεν μοι είναι συγχωρημένον να διατριβώ εις την πόλιν περισσότερων από ημερών 25[…] εγώ απεκρίθην, ότι μήτε είς ταύτην την πόλιν θέλω να μείνω, μήτε εις άλλην της Ελλάδος, μήτε εις μοναστήριον υπάγω αλλά διαβατήριον να μοί δοθή να φύγω από το κράτος της Ελλάδος· τοσαύτην αγανάκτησιν είχεν η ψυχή μου[…]».

Έτσι ο ιερομόναχος, αφού αυτές τις 25 μέρες συνέχισε να προσπαθεί να αλλάξει την νομοθεσία, ταξιδεύοντας στην Αθήνα για να μιλήσει με άλλους ιερείς, αποφάσισε να φύγει. Η μονή έκλεισε καθώς και όλα τα εργαστήρια:«[…] και μη υποφέρων να υπόκημαι εις τοιαύτας αντιθέους νομοθεσίας ανεχώρησα, καταλιπών και συγγενείς, και πατρίδα, και κτήματα πατρικά, και κτήρια ενός γυναικείου μοναστηρίου, προοικοδομηθέντος παρ’ εμού, και 27 εργαστηρίων δι’ αυτό άπερ εξουσίασεν η κυβέρνησις διώξασα τας εν αυτώ μοναζούσας, και ενοικίασεν αυτά τα παρ’ εμού οικοδομηθέντα οικείοις αναλώμασιν εικοσι επτά εργαστήρια δύο και ήμισυ χιλιάδες τάλαρα δίστυλα και κατετόλμησα τοσούτου πελάγους εν τοιούτω εσχάτω γήρατι· […]».

Ο ιερομόναχος εκτοπίσθηκε σε μοναστήρι της Μεσση­νίας αλλά συνέχισε να είναι δραστήριος και να προσπαθεί να βρει τρόπους να επαναλειτουργήσει την μονή. Μετά από τρία χρόνια, οι καλόγριες του ιερομόναχου, παρέα με αρκετούς κατοίκους, καταλαμβάνουν εκ νέου την μονή και ένα χρόνο μετά, το 1838, η αντιβασιλεία επιτρέπει την επαναλειτουργία της. Μέχρι τον θάνατό του, στις 7 Ιουλίου 1844, σε ηλικία 81 χρονών, διοικούσε την μονή. Ο τάφος του παραμένει μέχρι και σήμερα στην μονή Καλογραιών.

Η μονή συνεχίζει την δραστηριότητα της στην επεξεργασία του μεταξιού και ανταγωνίζεται μεγάλες επιχειρήσεις.[5] Ακόμα και σήμερα παράγει μεταξωτά υφάσματα σε περιορισμένο βαθμό και έχει βραβευθεί σε πολλές διεθνείς και ελληνικές εκθέσεις μεταξωτών. Με αυτό τον τρόπο η μονή πρέπει να είναι η μακροβιότερη εμπορική επιχείρηση του ελλαδικού χώρου.

Ελευθερόκοκκος

Πηγές:
Παπαδόπουλος Γεράσιμος, Πνευματική Τράπεζα, επιμέλεια Δουκάκης Κωνσταντίνος, 1897.
Χρυσομάλλης Αλέξανδρος, Ο δρόμος της αυταπάρνησης. Η ιστορία και η δράση της ιεράς μονής Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Καλογραιών, Καλαμάτα 1992.

[1]. Η εκτίμηση που έτρεφε ο Γεράσιμος Παπαδόπουλος για τον Παπαφλέσσα ήταν μηδαμινή. Στα γραπτά του τον αναφέρει ως «ψευδόπαπα» και «κατοικητήριον του Διαβόλου».

[2]. Από την λέξη «ο σήρ του σηρός» που αποκαλούσαν το μετάξι στον αρχαίο ελλαδικό χώρο. Σήρες ονόμαζαν τους κινέζους οι αρχαίοι έλληνες και Σηρία την χώρα τους.

[3]. Όπως και έγινε! Οι βιοτεχνικές μονάδες μετά τον Γεράσιμο Παπαδόπουλο πολλαπλασιάστηκαν. Πολλές ξένες εταιρίες καταφθάνουν στην πόλη και επενδύουν στην υπόθεση του μετα­ξιο, μεταξύ των οποίων και ο εμπορικός οίκος Fells. Την περίοδο 1853-1859 ιδρύθηκαν πέντε μεγάλα ατμοκίνητα μεταξουργεία. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το 1853 η πόλη είχε παράγει 30.000 οκάδες μετάξι, όταν η συνολική παραγωγή σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο ήταν 150.000 οκάδες.

[4]. Εξ αιτίας της αντίθεσης του με την επανάσταση, αλλά και για τις συνομιλίες που είχε με τους τούρκους στην Τρίπολη, ο Δεληγιάννης στα απομνημονεύματά του τον αναφέρει ως «τουρκογεράσιμο».

[5]. Το 1940, λίγο πριν την γερμανική κατοχή αναφέρεται, μεταξύ άλλων πέντε επιχειρήσεων, στον κατάλογο των βιομηχανιών μεταξουργίας.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 180, Μάρτιος 2018

Αρχική Ηλεκτρονική Πηγή: anarchypress.wordpress.com

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

Η βαρεμάρα και ο χαμένος εαυτός

Κοιτάς τον τοίχο και αυτός πέφτει επάνω σου. Φεύγεις, κάθεσαι στην πολυθρόνα και αυτή θέλει να σε καταπιεί. Σκέφτεσαι ότι θα ήταν καλύτερο να τρέχεις όλη μέρα, παρά αυτό το μαρτύριο της αναγνώρισης και αντιμετώπισης του εαυτού σου. Όταν χρειάζεται να διεκπεραιώσεις πόσα άλλα πράγματα δεν χρειάζεται να πέσεις πάνω στον εαυτό σου, δεν χρειάζεται να τον αναγνωρίσεις και να τον αντιμετωπίσεις, γιατί αυτός είναι σε ένα σημείο και εσύ σ'ένα άλλο και ας νομίζεις ότι εσύ και αυτός είστε ένα. 
Και τώρα που αναγκαστικά πρέπει να μαζευτείς που αναγκαστικά σου δίνεται αυτή η ευκαιρία, αναλώνεις τον εαυτό σου στα social media, κοιτώντας τις απόψεις των άλλων και δημιουργώντας για άλλη μια φορά απόσταση από σένα, απ'τον ίδιο σου τον εαυτό.
Δεν θες να γνωρίσεις τι είσαι, το αποφεύγεις.
Αποφεύγεις να βαρεθείς, να νιώσεις ότι δεν έχεις να κάνεις τίποτα, αποφεύγεις να δημιουργήσεις. Η βαρεμάρα έχει στενούς δεσμούς με την δημιουργία και πολλές φορές είναι ο δρόμος που οδηγεί σ'αυτή. Σ'έμαθαν ότι το να βαριέσαι είναι κακό και ξέχασες εκείνα τα ατελείωτα παιδικά μεσημέρια που έπρεπε να κάνεις ησυχία και εσύ βαριόσουν και όμως ανακάλυπτες σιγά σιγά πράγματα να κάνεις.
Μην την φοβάστε την βαρεμάρα. Μην φοβάστε να αντικρίσετε τον εαυτό σας στον καθρέπτη της βαρεμάρας.
Γνωριστείτε ξανά, βαρεθείτε και μην αναλώνεστε!

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020

Παιχνίδια συνόρων – Παιχνίδια υποδούλωσης

Αμέσως μετά την συμφωνία Πούτιν-Ερντογάν για κατάπαυση του πυρός στο Ιντλίπ, βγαίνει ανακοίνωση της τουρκικής ακτοφυλακής που απαγορεύει την μετακίνηση μεταναστών και προσφύγων στο Αιγαίο με την πρόφαση επικίνδυνων πρακτικών επαναπροώθησης απ’ την ελληνική πλευρά. Η ανακοίνωση μεταξύ άλλων αναφέρει: «Μετά από εντολή του προέδρου μας Ταγίπ Ερντογάν και του Υπ. Εσωτερικών, Σουλεϊμάν Σοϊλού δεν επιτρέπεται η μετακίνηση παράνομων μεταναστών στο Αιγαίο λόγω κινδύνων. Ως γνωστόν εφαρμόζεται η αρχή να μην παρεμποδίζονται οι παράνομοι μετανάστες προκειμένου να περάσουν τα σύνορα της Τουρκίας προς την Ε.Ε., όμως αυτή η αρχή δεν αφορά τη μετακίνηση δια θαλάσσης. Η ακτοφυλακή, η στρατοχωροφυλακή και οι Υπηρεσίες Ασφαλείας καταβάλλουν προσπάθειες για να ελέγξουν τις προσβάσεις των παράνομων μεταναστών από την ξηρά προς τη θάλασσα, ώστε να παρεμποδίζεται η πρόσβαση σε αυτούς σε θαλάσσιες μετακινήσεις».

«Η ελληνική ακτοφυλακή όταν εισέρχονται παράνομοι μετανάστες τους επαναπροωθεί προς τα τουρκικά ύδατα και τους παρεμποδίζει, προκαλώντας βλάβες στις μηχανές των σκαφών τους και προκαλώντας ζημιές στα ίδια τα σκάφη και τους αφήνει αβοήθητους στη θάλασσα. Αυτή η συμπεριφορά παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα».

Όχι, δεν έπαθε κρίση ανθρωπισμού το τουρκικό κράτος, απλά συνεχίζει να χρησιμοποιεί χιλιάδες μετανάστες και πρόσφυγες στην σκακιέρα των κυριαρχικών σχεδίων του ώστε να κάνει πολιτική. Συνεχίζει να είναι απάνθρωπο και να χρησιμοποιεί χιλιάδες ανθρώπους, έχοντας μεγάλο μερίδιο ευθύνης της δυστυχίας τους. Ενώ, λοιπόν, από θαλάσσης υπάρχει απαγορευτικό απ’ το τουρκικό κράτος, δεν ισχύει το ίδιο και για την περιοχή του Έβρου, όπου σαφώς ο Ερντογάν επιθυμεί μια ένταση μακράς διάρκειας στην περιοχή, με την ελάχιστη επιδίωξη μιας νέας συμφωνίας η οποία να αφορά αυτήν την φορά τα χερσαία σύνορα διέλευσης μεταναστών.

Αν το τουρκικό κράτος ενδιαφερόταν πραγματικά για την ασφάλεια των προσφύγων και μεταναστών θα απαγόρευε την διέλευσή τους και απ’ τον Έβρο, ειδικότερα ύστερα απ’ τις καταγγελίες του για ξυλοδαρμούς, ξεγυμνώματα, καθώς και τις διαχεόμενες από αυτό πληροφορίες για δύο νεκρούς και αρκετούς τραυματίες από πυροβολισμούς της ελληνικής πλευράς. Αν προσθέσουμε και την μάζωξη κάποιων νεοναζιστικών και ακροδεξιών ομάδων στην περιοχή, πού συνδράμουν τις περιπολίες των οπλισμένων ελληνικών ομάδων, τότε ο Έβρος είναι επίσης ένα επικίνδυνο μέρος διέλευσης, όπου πλέον μπορεί να σουλατσάρει οπλισμένο ή μη το κάθε λογής μπουμπούκι! Παρ’ όλα αυτά, όχι μόνο δεν υπάρχει τέτοια απαγορευτική ανακοίνωση διέλευσης, αλλά φαίνεται πως ο Ερντογάν επιθυμεί μια μακράς διάρκειας ένταση στον Έβρο με το να υποκινεί και να υποθάλπει τα «ντου» των μεταναστών στα σύνορα και δεν φαίνεται να το κουνάει από εκεί, μέχρι να πάρει τα κατάλληλα ανταλλάγματα από την Ε.Ε. Το απαγορευτικό, λοιπόν, στο θαλάσσιο πέρασμα του Αιγαίου συνδέεται με την συμφωνία της Τουρκία με την Ε.Ε, ενώ ο Έβρος είναι εκτός συμφωνίας οπότε το πεδίο είναι καθαρό, μέχρι και εκεί να δημιουργηθεί μια συμφέρουσα συμφωνία για τον Ερντογάν.

Επίσης, απατώμεθα οικτρά εάν θεωρήσουμε ότι η κατάσταση στον Έβρο δεν συμφέρει την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Εξ αιτίας των επικίνδυνων παιχνιδιών στον Έβρο και στα νησιά, το ελληνικό κράτος τσιμπά 700 εκατομμύρια για στήριξη στο μεταναστευτικό. Επίσης, μετά την πανωλεθρία που έπαθαν οι μπάτσοι στα νησιά και απ’ τους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας καθώς έγραψαν τον Κούλη εκεί όπου δεν πιάνει το μελάνι, το παιχνίδι γύρισε και πλέον οι μπάτσοι και ο Κούλης φαίνεται να προασπίζονται την πατρίδα και ας πέρασε το νομοσχέδιο για σύνταξη στα 72. Το μόνο που μένει να ακούσουμε πλέον είναι ότι το κράτος μέχρι τα 72 θα έχει βρει τρόπο να ταχυδρομεί την σύνταξη στον άλλο κόσμο ή, ακόμα καλύτερα, να μας πει ότι, εμείς σας δίνουμε σύνταξη αλλά εσείς πάτε και πεθαίνετε!

Με τα παραπάνω, λοιπόν, γίνεται σαφές ότι στα πλαίσια των κυριαρχικών σχεδιασμών, τα ανοικτά και τα κλειστά σύνορα εναλλάσσονται, ανάλογα με τα συμφέροντα και ουσιαστικά είναι διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Κατηργημένα σύνορα στον κόσμο που ζούμε, προκαλούν οι εξουσιαστές τύπου Πούτιν-Ερντογάν, που την μια στιγμή εμφανίζονται αντίπαλοι και την άλλη «εταίροι» που δήθεν ενδιαφέρονται για την ειρήνη. Τα σύνορα ανοίγονται και κλείνονται με εξουσιαστικές συμφωνίες και σε καμμία περίπτωση απ’ τις δύο δεν έχουν να κάνουν με απελευθερωτικές διεργασίες, καθώς το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνουν δεν είναι αποτέλεσμα της βούλησης ελεύθερων ανθρώπων, αλλά εξαναγκαστικών εξουσιαστικών διαδικασιών που σκοπό έχουν σαφώς την περαιτέρω υποδούλωση των ανθρώπων και την ανάπτυξη της κυριαρχίας.

Τί και αν 60 τούρκοι στρατιώτες γύρισαν με φέρετρα στην Τουρκία απ’ το Ιντλίπ; Τί και αν 34 εξ αυτών σκοτώθηκαν σε ένα και μόνο αεροπορικό πλήγμα της συριακής αεροπορίας, υποστηριζόμενης απ’ την Ρωσσία; Τί και αν ο Ερντογάν χρησιμοποίησε αυτούς τους νεκρούς για εθνικιστικό σόου; Δημόσια αυτοί οι θάνατοι σβήστηκαν με ένα λυπάμαι, οι αεροπορικές δυνάμεις δεν γνώριζαν τις θέσεις τους απ’ τον Πούτιν και μια χειραψία στον Ερντογάν.

Και η ζωή συνεχίζεται;

Ελευθερόκοκκος
Πηγή: anarchypress

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2020

Φολόη

Ένα μυθικό δάσος που κάποτε ζούσαν Κένταυροι. Σ'αυτό το μέρος πιάστηκε ο Ευρυμάνθιος κάπρος, διεξήχθη η μάχη των Κενταύρων με τον Ηρακλή και σ'αυτό το δάσος ο Κένταυρος Φόλος, φίλος του Ηρακλή, πέθανε από μολυσμένο βέλος της μάχης.



Κάποτε έγινε ένας γάμος.

Ο γάμος ήταν μεταξύ του βασιλιά Πειρίθου, των αλαζόνων Λαπίθων και της Ιπποδάμειας. Στο γάμο ο καλεσμένος Κένταυρος  Ευρυτίωνας, μέθυσε και επιχείρησε να κλέψει την νύφη Ιπποδάμεια. Οι Λαπίθες εξοργίστηκαν και του έκοψαν τα αυτιά και τη μύτη και τον διέταξαν να φύγει από γλέντι. Οι κένταυροι όμως όταν έμαθαν τα νέα επιτέθηκαν στου Λάπιθες. Πέτρες, κορμοί δέντρων χρησιμοποιήθηκαν ως όπλα στην μάχη. Οι Κένταυροι υπερίσχυαν αλλά οι Λάπιθες είχαν στον πλευρό τους τον Θησέα και κυνήγησαν όσους Κενταύρους επέζησαν, μακριά από το Πήλιο.

Η μάχη των Λαπιθών και Κενταύρων σε πίνακα του Πιέρο ντι Κόζιμο

Μετά απ'αυτό οι κένταυροι, εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές καθώς και στην περιοχή της Ηλείας σ'ενα εκπληκτικό δρυόδασος. Σ'αυτό το δάσος με τις βελανιδιές τρομοκρατούσαν τους κατοίκους των γύρω περιοχών. Μόνο ένας κένταυρος ονόματι Φόλος ήταν πράος και γαλήνιος. Ο Φόλος είχε ένα τεράστιο πιθάρι με κρασί χωμένο στη γη, δώρο του θεού Διόνυσου προς τους Κενταύρους, που όμως δεν έπρεπε να ανοιχτεί παρά μόνο όταν εμφανιστεί ο Ηρακλης. Χρόνια πολλά ο Φόλος κρατούσε φυλαγμένο αυτό το πιθάρι, με το εξαίσιο δώρο του θεού Διονύσου, προστατεύοντας το από τους άλλους Κενταύρους που ήθελαν να το πιουν.

Ηρακλής και Φόλος την ώρα που πάνε να γεμίσουν κρασί
Μέχρι που εμφανίστηκε στην περιοχή ο Ηρακλής, ψάχνοντας τον Ερυμάνθιο κάπρο, ένα τεράστιο αγριογούρουνο που προξενούσε πολλές ζημιές στην περιοχή και που ακόμα και οι κένταυροι ενοχλούνταν της παρουσίας του. Ο κάπρος ήταν θεϊκό δώρο απ'την Άρτεμη στον Ευρύμανθο.
Ο Ηρακλής λοιπόν πήγε στην σπηλιά του Κένταυρου Φόλου ώστε να πάρει πληροφορίες για τον κάπρο. Ο Φόλος τον φιλοξένησε προσφέροντάς του φαγητό. Ο Ηρακλής θέλησε να πιεί κρασί και πίεσε τον Φόλο να ανοίξει το πιθάρι. Ο Φόλος ήξερε ότι το άνοιγμα του πιθαριού θα προσέλκυε πολλούς Κενταύρους στην σπηλιά του που θα είχαν μυρίσει το άρωμα του κρασιού. Έτσι διστακτικά άνοιξε το πιθάρι και γεύτηκαν με τον Ηρακλή το θεϊκό κρασί. Οι κένταυροι έτρεξαν στην σπηλιά μαγεμένοι απ΄το άρωμα. Τα ποδοβολητά τους προκάλεσαν σεισμούς και τελικά έγινε μια μεγάλη μάχη μεταξύ του Ηρακλή και των Κενταύρων που ήθελαν το κρασί. Ο Ηρακλής εξόντωσε τους περισσότερους με δηλητηριασμένα βέλη απ'το αίμα της Λερναίας Ύδρας. Όταν η μάχη έληξε, ο Ηρακλής επέστρεψε στην σπηλιά. Εκεί διαπίστωσε ότι ο Φόλος πέθαινε. Είχε αυτοτραυματιστεί με ένα βέλος την ώρα που έθαβε τους σκοτωμένους Κενταύρους. Ο Φόλος περιεργάστηκε ένα βέλος, απορώντας πως ένα τόσο μικρό αντικείμενο μπορούσε να σκοτώσει έναν κένταυρο. Ο Ηρακλής έθαψε το φίλο του και  προς τιμήν του ονόμασε την περιοχή Φολόη.
Η μάχη της Φολόης σε αγγειογραφία


Περίπου αυτή είναι η ιστορία, που υπάρχει σε πολλές παραλλαγές γραμμένη από αρχαίους συγγραφείς.


Το δάσος όπου έγιναν όλα αυτά, είναι βγαλμένο όντως από παραμύθι. Καλύπτει έκταση 42.000 στρεμμάτων. Αποτελείται από αυτοφυείς πλατύφυλλες βελανιδιές ενώ κοντά σε κατοικημένες περιοχές υπάρχουν Καστανιές και Πλατάνια. Το δρυόδασος της Φολόης είναι είναι από τα λίγα αμιγώς σπερμοφυή στην Ευρώπη. Βρίσκεται στον νομό Ηλείας στα σύνορα Αχαΐας και Αρκαδίας. Αποτελεί προορισμό και για τους μελισοκόμους που από εκεί παίρνουν ένα αρκετά σκούρο μέλι, χωρίς να είναι πολύ γλυκό, με χαμηλά σάκχαρα με έντονο και ιδιαίτερο άρωμα.Ένας τέτοιος τόπος λοιπόν δεν θα μπορούσε να μην έχει τους δικούς του μύθους.



8 Φεβρουαρίου 1944. Η μεγαλύτερη σφαγή αμάχων από τους Ναζί και τους συνεργάτες τους στην Καλαμάτα

Στις 8 Φεβρουαρίου το 1944 οι Ναζί εκτελούν στην πόλη της Καλαμάτας 153 πολίτες[1] (κατά άλλους 149) στο σημερινό χώρο της Τέντας και του Πανεπιστημίου. Ο ακριβής αριθμός των εκτελεσθέντων μέχρι και σήμερα δεν μπορεί να διευκρινισθεί σε απόλυτο αριθμό, καθώς εκατοντάδες άτομα από τους συλληφθέντες παραμένουν αγνοούμενοι.  Δύο μέρες πριν, στις 6 Φεβρουαρίου οι Ναζί μαζί με ένοπλες ομάδες ελλήνων συνεργατών τους υπό την καθοδήγηση, του διορισμένου από τους Ναζί, νομάρχη Μεσσηνίας Περρωτή[2],  είχαν συλλάβει 1.800 άτομα στο μπλόκο της παλαιάς αγοράς (σημερινό ιστορικό κέντρο). Ανάμεσα στους έλληνες ένοπλους ήταν και ο μετέπειτα γνωστός Β. Μαγγανάς, ενώ κάποιοι από τους έλληνες ένοπλους είχαν ντυθεί με στρατιωτικές στολές των Ναζί. Από τα 1.800 περίπου άτομα οι ένοπλοι φημολογείται ότι ξεχώρισαν περίπου 520 άτομα (κατά άλλους 250 άτομα).  Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στο σημερινό χώρο του Πανεπιστημίου. Κάποιοι που είχαν χρήματα γλίτωσαν, πλήρωσαν τους Ναζί και τους συνεργάτες τους και απελευθερώθηκαν. Η εκτέλεση των συλληφθέντων του μπλόκου έγινε σε αντίποινα από επίθεση ανταρτών στα χωριά Άγιος Φλώρος και Καζάρμα με νεκρούς γερμανούς στρατιώτες και απώλεια οπλισμού.

Τις δύο μέρες που οι συγγενείς και οι φίλοι έψαχναν να βρουν τους δικούς τους οι Ναζί τους έλεγαν ότι τους έστειλαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Νταχάου. Το βράδυ στις 8 του Φεβρουαρίου οι Ναζί έβαλαν μπρος τα οχήματα τους και μάρσαραν ώστε να μην ακούγονται οι ριπές από τα πυροβόλα όπλα που εκτελούσαν καθώς και οι κραυγές των μελλοθανάτων. Το ξημέρωμα οι άνθρωποι που έψαχναν ακόμα τους δικούς τους, αντιλήφθηκαν κηλίδες αίματος που ξεκινούσαν από το στρατόπεδο και κατέληγαν χιλιόμετρα μακριά στην παραλία της πόλης.
Λυντσάρισμα των αιχμαλωτισθέντων από τον ΕΛΑΣ, στην πλατεία της Καλαμάτας.
Μέτα την απελευθέρωση, τον Μάιο του 1945 κάποια σκυλιά άρχισαν να ξεθάβουν ανθρώπινα κόκαλα στην παραλία στην περιοχή των Σφαγείων και έτσι ανακαλύφτηκαν οι ομαδικοί τάφοι των εκτελεσμένων εκείνου του μπλόκου. Σύμφωνα με την έκθεση τεκμηρίωσης του Δήμου Καλαμάτας βρέθηκαν οι σωροί 153 ατόμων από αυτά που είχαν συλλάβει οι ένοπλοι του Περρωτή και του Μαγγανά.
Οι υπόλοιποι αγνοούνται ακόμα και σήμερα…

Ο πραγματικός αριθμός των εκτελεσθέντων αλλά και αυτών που ίσως κατέληξαν σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης της κεντρικής Ευρώπης παραμένει άγνωστος. Η πρακτική αυτή ήταν γνωστή καθώς στα μέσα του Οκτωβρίου 200 άτομα που συνελήφθηκαν σε μπλόκο στην δυτική Καλαμάτα οδηγήθηκαν στο Νταχάου.
Στο σημείο εκτέλεσης δεν υπάρχει τίποτα που να θυμίζει την μεγαλύτερη σφαγή αμάχων στην πόλη της Καλαμάτας από τους Ναζί και τους συνεργάτες τους.

Ελευθερόκοκκος

Πηγές:
Νίκος Ι. Ζερβής, “Καλαμάτα, κατοχή-αντίσταση-απελευθέρωση” τόμος Ε΄.
Καράμπελας Νίκος, Μεσσηνιακό βιογραφικό λεξικό από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, Νέστωρ, Καλαμάτα 1962.
Έκθεση τεκμηρίωσης του Δήμου Καλαμάτας για την ένταξή του στο δίκτυο μαρτυρικών πόλεων της περιόδου 1941 – 1945.
Εφημερίδες: Ελευθερία, Θάρρος
https://greekcivilwar.wordpress.com/2017/02/10/gcw-907/comment-page-1/#comment-7138

[1] Τα στοιχεία για τον αριθμό των νεκρών προέρχονται από την τεκμηρίωση του δήμου Καλαμάτας για την ένταξή του στο δίκτυο μαρτυρικών πόλεων της περιόδου 1941 – 1945.

[2] Ο Περρωτής είχε συμβάλει στην ίδρυση του δημοσυντήρητου Τάγματος της Καλαμάτας ενώ πριν από την ίδρυση του είχε ένοπλες ομάδες που συνεργάζονταν με τους Ναζί. Δεν παραδόθηκε στην μάχη της Καλαμάτας με τον ΕΛΑΣ και διέφυγε με τους ταγματασφαλίτες του στον Μελιγαλά. Εκεί συνελήφθη από τον ΕΛΑΣ. Παραδόθηκε από τους Ελασίτες στο πλήθος, που ήταν μαζεμένο στην πλατεία της Καλαμάτας, όπου και λυντσαρίστηκε μέχρι θανάτου.

Πηγή:anarchypress

Σημείωση Μπούρμπουνα: Μόλις πριν λίγους μήνες η Περιφέρεια έστησε μνημείο στο χώρο της εκτέλεσης, σε μια τελετή που χαρακτηρίστηκε για την προχειρότητα της.

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2019

Κάλαντα πρωτοχρονιάς, ένα ιδιότυπο «καυλάντισμα» και ένας Άγιος Βασίλης "μάγος".


Ενώ  τα κάλαντα των Χριστουγέννων είναι κατανοητά και περιβάλλονται από μια θρησκευτικότητα, όπως και η γιορτή των Χριστουγέννων, δεν συμβαίνει το ίδιο με τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, τα οποία είναι εν μέρει ακατανόητα, με φαινομενικά άσχετους στίχους να παρεμβάλλονται στο κείμενο και με έναν άγιο Βασίλη ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με τον Μέγα Βασίλειο που γιορτάζεται την 1η Ιανουαρίου. Η Πρωτοχρονιά, παρ’ όλο που γιορτάζεται ο Μ. Βασίλειος καθώς και η παντελώς άγνωστη περιτομή του Χριστού, δεν είναι σημαντική για τον χριστιανισμό.

Στα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα λοιπόν, παρεμβάλλονται τα λεγόμενα "τσακίσματα" στο κυρίως κείμενο. Τα τσακίσματα είναι διαδεδομένα στα παραδοσιακά τραγούδια και δημιουργούν δεύτερα κείμενα, με στίχους που απευθύνονται στην κοπέλα του σπιτιού, αλλά και με στίχους που συμπληρώνουν το κυρίως κείμενο που απευθύνεται στον Άγιο Βασίλη. Τα κάλαντα λοιπόν περιγράφουν την κοπέλα ψηλή ως δεντρολιβανιά και εκκλησιά με τον άγιο της θρόνο, και την παινεύουν με αρκετούς χαρακτηρισμούς όπως: ότι είναι φτιαγμένη από ζάχαρη, ροδοκόκκινη βιολέτα με μαύρα γλυκά ματάκια και άσπρο καθαρό κρίνο, ότι μοιάζει με άσπρο σταφύλι ροζακί και άλλα πολλά. Αλλά τελικά η κόρη δεν καταδέχεται τους καλαντιστές και τα κάλαντα κλείνουν με παίνεμα για τους ιδιοκτήτες του σπιτιού.

Όλα τα παραπάνω αφορούν περιληπτικά τα τσακίσματα, που αποτελούν κατά κάποιο τρόπο, το δεύτερο κείμενο απ’ τα κάλαντα. Το πρώτο κείμενο, αφορά τον Άγιο Βασίλη, ο οποίος όπως είπαμε καμία σχέση δεν έχει με την ιστορική προσωπικότητα του  Μέγα Βασιλείου απ’ την Καισαρεία. Η λαϊκή συνείδηση χρησιμοποιεί την ιστορική λογιότητα του Μ. Βασίλειου αλλά την παντρεύει με μαγικά στοιχεία γονιμότητας. Τα κάλαντα και η λαϊκή συνείδηση που τα δημιούργησαν, περιγράφουν τον Άγιο Βασίλη, ως κάποιο «ξωτικό» που κρατάει εικόνα, χαρτί, καλαμάρι (πένα) και ένα ραβδί, το οποίο μόλις ο Άγιος Βασίλης λέει την αλφαβήτα, αυτό βλασταίνει και πάνω του κάθονται πέρδικες και τρυγόνια.
Η λογιότητα, σε μια κοινωνία και κοινότητες ανθρώπων χωρίς εγγράμματη μόρφωση,  εκφράζεται μέσω της αλφαβήτας, που ζητιέται  να πει ο Άγιος Βασίλης  ως απόδειξη ότι γνωρίζει να διαβάζει. Και αυτό φαίνεται να αρκούσε για μια αγράμματη κοινωνία. Η μαγική μορφή του Άγιου Βασίλη λοιπόν, είναι ένα σύμβολο γονιμότητας που παραπέμπει σε παλαιότερες παγανιστικές δοξασίες και σύμβολα γονιμότητας και γνώσης και δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την ορθόδοξο χριστιανισμό.

Ολόκληρο το κείμενο απ' τα κάλαντα, μαζί με τα τσακίσματα που σημειώνονται με πλάγια:

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά

-ψηλή μου δεντρολιβανιά-

κι αρχικαλός μας χρόνος!

-εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος-

Κι αρχή που βγήκε ο Χριστός

-άγιος και πνευματικός-

στη γη να περπατήσει.

-και να μας καλοκαρδίσει-

Άγιος Βασίλης έρχεται

και δε μας καταδέχεται-

από την Καισαρεία.

-σύ ’σ’ αρχόντισσα, κυρία-

Βαστά εικόνα και χαρτί,

-ζαχαροκαντιοζύμωτη- 

χαρτί και καλαμάρι.

-δες κι εμέ, το παλληκάρι-

Το καλαμάρι έγραφε

-τη μοίρα μου την έγραφε-

και το χαρτί ομίλειε.

-άσπρε μου, καθάριε κρίνε-(1)

― Βασίλη, πόθεν έρχεσαι

-και δε μας καταδέχεσαι-

και πόθεν κατεβαίνεις;

-και δε μας ε-συντυχαίνεις-

― Από της μάνας μ’ έρχομαι

-κι εγώ σας καταδέχομαι-

και στο σχολειό μου πάω.

-δε μου λέτε τι να κάνω-

― Κάτσε να φας, κάτσε να πιείς,

-κάτσε τον πόνο σου να πείς-

κάτσε να τραγουδήσεις.

-και να μας καλοκαρδίσεις-

― Εγώ γράμματα μάθαινα,

-μα να σας πω τι πάθαινα-

τραγούδια δεν ηξεύρω.

-αντικρύ μου να σας εύρω-

― Σα δεν ηξεύρεις γράμματα,

-πόσες φορές με κλάματα-

πες μας την αρφαβήτα.

-νά ’χεις το Θεό βοήθεια-

Και στο ραβδί τ’ ακούμπησε

-και δε μας ετραγούδησε-

να πει την αρφαβήτα.

-ωσάν άγιος που ήτα’-

Χλωρό ραβδί, ξερό ραβδί,

-άσπρο σταφύλι ροζακί-

χλωρά βλαστάρια επέτα.

-ροδοκόκκινη βιολέτα-

Και πάνω στα βλαστάρια της

-και στα περικλωνάρια της-

πέρδικες κελαηδούσαν.

-μάτια μου, κι ας σε ξυπνούσα’-

Δεν ήταν μόνο πέρδικες,

-γαρυφαλλιές λεβέντικες-

ήταν και τρυγονάκια,

-μαύρα μου γλυκά ματάκια-

Κατέβηκε η πέρδικα

ως περπατεί λεβέντικα-

να βρέξει το φτερό της

-διατί ’τανε σκληρότης-

κι έβρεξε τον αφέντη μας

-το ρήγα, το λεβέντη μας-

τον πολυχρονεμένο.

-και στον κόσμο ξακουσμένο-

1: Προφανώς ο στίχος "Άσπρε μου Άγιε Βασίλη" είναι των τελευταίων χρόνων και παραπέμπει στον δυτικό Sanda Claus.

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019

Χειμερινό ηλιοστάσιο μια πανάρχαια γιορτή.

Ο Ήλιος όπως φαίνεται από την κορυφή του Ταυγέτου, όπου
σύμφωνα με τον Παυσανία έκαναν τελετές και θυσίες για τον Ήλιο
Ποτέ μια κυρίαρχη τάξη δεν εξαλείφει τα πάντα από τις συνήθειες των πληθυσμών που επιβάλλεται. Αφήνει στίγματα εδώ και εκεί ώστε να μπορέσει να εδραιωθεί πιο αποτελεσματικά στην εξουσία. Μια τέτοια γνωστή ιστορικά αλλαγή κυριαρχίας είναι από την πολυθεΐα και το λεγόμενο δωδεκάθεο στον χριστιανισμό, χωρίς βέβαια αυτό να έχει σημείο εκκίνησης το δωδεκάθεο, αλλά πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω χρονικά σε παλαιότερες θρησκείες και δοξασίες.
Ένα τέτοιο σπάραγμα, σημείο αναφοράς αυτής της συνέχειας είναι και η γιορτή των Χριστουγέννων, όπου γιορτάζεται ένας θεός που γεννιέται την στιγμή που η μέρα προσπαθεί να πάρει χρόνο από την νύχτα, μια στιγμή που έρχεται αμέσως μετά από την μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου. Ο θεός αυτός γεννιέται την εποχή που χρόνια πριν είχε γεννηθεί ο Απόλλωνας (Ήλιος), ο Διόνυσος, ο Μίθρα, ο Όσιρις, ο Βράχμα, ο Βάαλ και άλλοι πολλοί θεοί.

Τίποτα δε είναι καινούργιο σ' αυτή την πανάρχαια γιορτή που ακολουθεί την ανθρώπινη παρουσία στη Γη. Βέβαια όλα αυτά στις μέρες μας έχουν χάσει την ουσία τους και έχουν απομείνει αδειανά πουκάμισα, που εξυπηρετούν καταναλωτικά και παγκοσμιοποιημένα μπερδεμένα πρότυπα με όπως αυτό του Άγιου Βασίλη, που είναι ο Santa Claus δηλαδή ο Άγιος Νικόλας, που δεν ξέρουμε αν μένει στον βόρειο πόλο ή στην Καισαρεία, όπως δεν ξέρουμε πότε φέρνει τα δώρα, τα  Χριστούγεννα ή την Πρωτοχρονιά; Το παραπάνω μπέρδεμα είναι χαρακτηριστικό αυτής της παγκοσμιοποιημένης πλέον γιορτής που παραμερίζει και σβήνει, οτιδήποτε οι κοινότητες των ανθρώπων για χρόνια δημιούργησαν και νοηματοδότησαν.

Τα κάλαντα, είναι μια πανάρχαια πρακτική από την εποχή του Ομήρου τουλάχιστον. Στην κλασική αρχαιότητα τα κάλαντα γινόντουσαν προς τιμήν του Διονύσου και ονομάζονταν Πυανέψια ή Θαργήλια.  Τα έλεγαν παιδιά που ζούσαν οι γονείς τους, κρατώντας ένα κλαδί ελιάς στολισμένο με μαλλιά και καρπούς την λεγόμενη ειρεσιώνη και μεταφέροντας έτσι ευχές και παινέματα σε κάθε σπίτι. Στην συνέχεια κρεμούσαν την ειρεσιώνη στις πόρτες των σπιτιών τους και την έκαιγαν αργότερα σε τελετουργική φωτιά. Επίσης, τα παιδιά κρατούσαν και διακοσμημένα ραβδιά, τους «θύρσους» καθώς και ομοιώματα πλοίων που συμβόλιζαν τον ερχομό του Διόνυσου. Σε όλα αυτά τα στοιχεία έχουν αναφορές οι σημερινοί καλαντιστές που συχνά κρατάνε μικρά καράβια καθώς και ραβδιά  στη Μακεδονία και τη Θράκη, τις λεγόμενες μαγικές «σούρβες». Στους ρωμαϊκούς χρόνους η γιορτή των Καλενδών, που γινόταν την ίδια εποχή έδωσε το όνομα της στα σημερινά κάλαντα.

Τα Χριστούγεννα λοιπόν, είναι η συνέχεια μιας πανάρχαιας γιορτής που η κάθε κυρίαρχη τάξη την προσάρμοζε σύμφωνα με τα δικά της πρότυπα. Η γιορτή αυτή είναι άμεση συνυφασμένη με το χειμερινό ηλιοστάσιο και την χρονική στιγμή όπου η μέρα αρχίζει σιγά σιγά να ροκανίζει τον χαμένο της χρόνο απ' την νύχτα!

Αυτά τα ολίγα για τον κύκλο του χρόνου και την συνέχεια κάποιων γιορτών, που στις μέρες μας αγνοούνται! 

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019

#9 Όσα πιάνει το μάτι


Μια ματιά απ΄την γοητευτική περιοχή της δυτικής παραλίας, με τις μεγάλες καλλιεργούμενες εκτάσεις και ένα μακρύ αμμώδες παραλιακό μέτωπο, ευτυχώς ανεκμετάλλευτο και άγριο ακόμα. Αυτή την εποχή το κύμα ξεβράζει πολλά ξύλα στην παραλία με αποτέλεσμα τελειώνοντας απ'την βόλτα στην παραλία να βρίσκεσαι με αρκετά ξύλα με περίεργο σχήμα στα χέρια σου.






Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019

Βουλκάνο Μεταξύ, μύθου και ιστορίας

Έχω μια συνήθεια από μικρό παιδί να προσπαθώ να δω τα σχήματα των βουνών. Να τους δώσω μορφή και να τα φανταστώ σε ένα άλλο επίπεδο. Προσπαθώ να τα φανταστώ να γεννιούνται να εξελίσσονται στο χρόνο, να μάθω τους μύθους, τις ιστορίες που κρύβουν από ανθρώπους που τα περπάτησαν και τα έζησαν και μέσα από αυτό το κουβάρι πληροφοριών τα βουνά να τα γνωρίσω καλύτερα.

Ένα τέτοιο βουνό είναι το Βουλκάνο ή Βουρκάνο με υψόμετρο 800 μέτρων. Από μικρός είχα φανταστεί εκείνο το βουνό ως ηφαίστειο. Στην πορεία έμαθα για το ενεργό ηφαίστειο και ηφαιστιογενές νησί της Ιταλίας με το ίδιο όνομα, το Vulcano ή Vurcano και εκεί σκίρτησε και ξαναζωντάνεψε η φαντασία του μικρού παιδιού μέσα μου. Λες όλα αυτά που είχα φανταστεί να ήταν κάποτε αληθινά; Μήπως κάποιοι Βενετοί κατακτητές είχαν δώσει αυτό το όνομα σ’ αυτό το βουνό που τους θύμιζε τα ηφαίστεια της Ιταλίας; Το έβλεπαν τα παιδικά μου μάτια από μακριά και έμοιαζε με ηφαίστειο. Το φανταζόμουν να καπνίζει και την νύχτα να φαίνεται η λάβα που κυλάει στις πλαγιές του.

Ίσως δεν είναι τυχαίο που σ’ αυτό το βουνό ο Δίας, ο ισχυρός αυτός θεός, είχε το ιερό του εκεί ψηλά. Σ’αυτόν τον Δια τον Ιθωμάτα, όπως τον έλεγαν, ο Αριστομένης θυσίασε 300 Σπαρτιάτες αιχμαλώτους μαζί με τον βασιλιά τους τον Θεοπομπό στον Β’ Μεσσηνιακό πόλεμο. Φανταζόμουν πως εκείνη η τρομερή ανθρωποσφαγή συνέβη στην κορυφή του βουνού, άκουγα τις κραυγές και την απελπισία των αιχμαλώτων μπροστά στην μήνη των επαναστατημένων Μεσσηνίων.

Οι χριστιανοί το 625 μ.Χ έφτιαξαν μοναστήρι πάνω στα ερείπια του ναού του Διός. Μάλιστα βρήκαν και ένα μικρό άγαλμα του Διός παιδιού, του γλύπτη Αγελάδα (τέλος 6ου-αρχές 5ου αιώνα π.Χ.) όπου είχε μεταφερθεί στο Ιερό του Ιθωμάτα
Δία από τους εξόριστους Μεσσήνιους της Ναυπάκτου που επέστρεψαν το 369 π.Χ. Σύμφωνα με παράδοση, το συγκεκριμένο άγαλμα για αιώνες το φύλαγε ο νεώτερος μοναχός μέχρι τα γεράματά του, όπου και το παρέδιδε στον νεότερο.

Έτσι όταν κάθε φορά κοιτώ αυτό το βουνό, δεν μπορώ να δω ότι είναι φτιαγμένο και γέννημα μόνο μεγάλων γεωλογικών διαδικασιών, αλλά βλέπω ακούω και αισθάνομαι τους μύθους και τους θρύλους του.






Το αρχαίο οικοδομικό υλικό απ' το ιερό του Ιθωμάτα Δία που είναι ενταγμένο στο μοναστήρι.


Αγιογράφηση του Μοναστηριού


Η θέα στον Μεσσηνιακό κάμπο