Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Η ΤΟΥΜΠΙΤΣΑ ΨΑΧΝΕΙ ΣΠΙΤΙ


Πριν από περίπου ένα μήνα η αγαπημένη μας φίλη Ευγενία μας άφησε. Η Μπαχ ή Τουμπίτσα (από τις τούμπες που κάνει για να χαιρετήσει όποιον συμπαθεί) είναι 3,5 χρονών περίπου, στειρωμένη, και όλο αυτό τον μήνα είναι μόνη στον κήπο και στο σπίτι της αγαπημένης της Ευγενίας.  Τους ανθρώπους που την φροντίζουν τους υποδέχεται με νιαουρίσματα και τούμπες. Συμβιώνει καλά με σκυλιά.Αλλά πάντα αναζητάει την ανθρώπινη παρουσία και για τον λόγο αυτό ψάχνει ένα σπίτι με ανθρώπους που θα την αγαπήσουν.


Για επικοινωνία στείλτε ηλεκτρονικό μήνυμα στο:
 skourkos2012@yahoo.gr

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Ο Μπάτης βρήκε σπίτι!


Ο Μπάτης υιοθετήθηκε απο μια οικογένεια!
Ευχαριστούμε όλους όσους κοινοποίησαν το μήνυμα και βοήθησαν ώστε ο Μπάτης να βρει ανθρώπους που τον αγαπάνε.



Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Η Ευγενία μας έφυγε

Στις 10 Ιουνίου το πρωί έφυγε με βλέμμα καθαρό και οξύ νου, η φίλη και συντρόφισσα μας Ευγενία Βουγιούκογλου. Πάλεψε με τον καρκίνο, όμοια με την διαδρομή της σ’ αυτό τον κόσμο, με δύναμη, θάρρος και αξιοπρέπεια.
Η Ευγενία κατάγονταν από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας και μεγάλωσε στην Καισαριανή. Κουβαλούσε από του πρόσφυγες προγόνους της, μια ιδιαίτερη μαγιά που την έκανε δυνατή και εξωστρεφή, απαλείφοντας έτσι με μιας τα όποια προβλήματα που κατά καιρούς είχε να αντιμετωπίσει. Πολλοί ίσως να την θυμούνται από τους δυο της χώρους που είχε στήσει στην Καισαριανή για την επιβίωσή της, παλαιότερα την Μουριά και μέχρι πριν λίγα χρόνια το Προλεταριακό. Κάποιοι μπορεί να είχαν παίξει μουσική, να είχαν χορέψει και τραγουδήσει στα κατά καιρούς καζανίσματα του Προλεταριακού, που η Ευγενία έδινε τον ρυθμό στον κόσμο με το τουμπελέκι της, παίρνοντας και το προσωνύμιο Ευγελέκι.
Πολλοί επίσης θα είναι αυτοί που θα την θυμούνται για την επιμονή της, να μην παίρνει χρήματα για το φαγητό και το κρασί που πρόσφερε, ακόμα και όταν η ίδια αυτά τα χρήματα τα είχε πραγματικά ανάγκη. Ήταν εκεί και πρόσφερε ακόμα και τις φορές που η ίδια χρειαζόταν προσφορά, αντιστρέφοντας με μαγικό τρόπο τα δεδομένα. Ουσιαστικά το Προλεταριακό ήταν η εικόνα της Ευγενίας για την δικιά της Ευτοπία. Με ανιδιοτέλεια και πολλούς ή λίγους ανθρώπους, που θα μπορούσαν να ζήσουν μαζί σε μια άναρχη κοινότητα.
Η Ευγενία δεν ήθελε να χαϊδεύει αυτιά, η αγάπη της για τους ανθρώπους γύρω της δεν ήταν εμπόδιο ώστε να διαφωνήσει και να συγκρουστεί με ότι θεωρούσε λάθος.
Επίσης, άλλοι μπορεί να θυμούνται την Ευγενία στο δρόμο, απέναντι στο κράτος και την εξουσία, να βαδίζει με βλέμμα καθαρό και βροντερή φωνή που ισοπεδώνει την στενότητα της πόλης και να δημιουργεί ανοιχτούς χώρους αναρχίας, χωρίς συστήματα. Η ανεξούσια και άναρχη πορεία της Ευγενίας συγχρονίστηκε και συνδιαμορφώθηκε με τους τετράποδους συντρόφους της, τον Ντουρούτι, την Γλύκα και την Εκάβη και αργότερα με την San-papiers και τον Λούμπεν. Οι τετράποδοι  φίλοι στάθηκαν η αφορμή για την δημιουργία μια δυνατής συντροφικής φιλίας ζωής με έναν ιδιαίτερο γι’ αυτήν άνθρωπο. Το παραπάνω γεγονός γέννησε με την σειρά του και άλλες σχέσεις και γνωριμίες. Έτσι οι τελευταίοι τετράποδοι συγκάτοικοι φίλοι της ήταν ο Μπάτης και η γατούλα Μπαχ.
Το στοιχείο της ανιδιοτέλειας διακατείχε την Ευγενία και στο δρόμο. Δεν δίστασε να σώσει αρκετούς ανθρώπους από τα δολοφονικά χτυπήματα των μπάτσων, προτάσσοντας το όρθιο σώμα της αντί κάποιου πεσμένου και αβοήθητου, με αποτέλεσμα να δέχεται την σφοδρότητα των χτυπημάτων, με σοβαρές συνέπειες για την ίδια. Κάπως έτσι προστάτευσε και τους συντρόφους της σε επίθεση φασιστών σε καφενείο, μπαίνοντας μπροστά με μόνο όπλο μια καρέκλα. Το ίδιο και όταν η μανία των μπάτσων θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για την αγαπημένη της τετράποδη ανεξούσια Εκάβη, η Ευγενία την φυγάδευε σε τόπους ασφαλέστερους. Λες και το δικό της σώμα ήταν ατσάλινο. Και όντως ήταν ατσάλινη η Ευγενία, αλλά με ψυχή και όνειρα λεπτά. Αν την έχανες ήξερες ότι θα την βρεις στον τόπο με την μεγαλύτερη φωτιά. Θα ήταν εκεί αγέρωχη και ατρόμητη για να βοηθήσει ώστε αυτός ο κόσμος ο στενός να απλώσει, να αποκτήσει χώρο. Η Ευγενία ήθελε χώρο, να απλωθεί και να βλέπει σε βάθος ορίζοντα. Ώστε να βαδίζει εξεγερμένη ανεξούσια και ωραία.

Καλό ταξίδι Ευγενία.
Με την ευχή να βρήκες τον χώρο σου.
Ελευθερόκοκκος 
Την Ευγενία θα την αποχαιρετήσουμε τη Δευτέρα 12 Ιουνίου στις 17:30 στο νεκροταφείο της Καισαριανής.

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Ταίναρο. Η σκιά και το φως



Είναι γνωστή η αγάπη του Μπούρμπουνα για το Ταίναρο. Ένα μέρος φορτισμένο, απομονωμένο, σκληρό και εχέμυθο.
Πέτρα και φως έλεγε ο Πάτρικ Λη Φερμόρ για να εξηγήσει την Μάνη. Με πέτρα και φως τελειώνει και αυτή η χερσόνησος ως τον φάρο του Ταίναρου.
Αρχαίοι συγγραφείς έχουν γράψει γιαυτό, οι πέτρες του περιβάλλονται από προιστορικούς μύθους που έφτιαξε ο άνθρωπος, για να εξηγήσει την ενέργεια αυτού του τόπου.
Κέρβερος, Αρίων, Ηρακλής, Ορφέας, Ευρυδίκη, Απόλλωνας, Άδης, Ποσειδώνας, ονόματα που χάνονται πίσω στον χρόνο και που με κάποιον τρόπο σχετίζονται με αυτό τον τόπο, άλλοι ως περαστικοί και άλλοι ως κάτοικοι.
Ευτυχώς το Ταίναρο ξέρει να κρατάει μυστικά. Αφήνει σημάδια, εδώ και εκεί, μικρά και δυσεύρετα τα περισσότερα, δίχως σημασία για όσους γοητεύονται από την λάμψη και όχι με το φως,
για όσους δεν έχουν ψάξει σε σκοτάδια.
Ξέρει πως ότι του πεις και είναι βγαλμένο από τα δικά σου υπόγεια, να το κρατάει φυλαγμένο. Το φως και το σκοτάδι συνυπάρχουν ισάξια, δύο όψεις μα ψυχή μια. Η σκιά με το φως σε σάρκα μια. Αυτή είναι η σπουδή αυτού του τόπου.

Παλαιότερη δημοσίευση για το Ταίναρο

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Αριστερά και ρεμπέτικο

«Φυλάγαμε τσίλιες οι τρεις μας, γωνία Αρριανού-Ολύμπου. Κρατούσαμε σφιχτά το περίστροφο, με το χέρι στη φαρδιά τσέπη του σακακιού που φούσκωνε, όπως στην τελευταία ταινία του Τζώρτζ Ραφτ. Στις οχτώ ακριβώς ακούστηκε μια ριπή από πολυβόλο και σε λίγο σκόρπιοι πυροβολισμοί. Στις οχτώ και πέντε έφτασε ο Γαλάνης να μας πει να διαλυθούμε. Εγώ κατέβαινα μαζί του μέχρι την Εγνατία. «Απλή δουλειά» είπε. «Μόλις μπήκαμε μέσα στον τεκέ τούς βρήκαμε όλους ξαπλωμένους στην κουρελού, ακίνητους, σα να μην άκουσαν που μπήκαμε. Τους φωνάξαμε να σηκωθούν. Δε σηκωθήκανε, ήτανε βαριά μαστουρωμένοι. Τους ρίξαμε με την ησυχία μας μια και καλή. Δε σάλεψε κανείς τους, ούτε κιχ, οχτώ άτομα. Θ’ ανασάνει τώρα η γειτονιά από την αλητεία του Κιορπέ». «Πάρε το περίστροφο» είπα «δεν έχω που να το ακουμπήσω απόψε». Πρόσεξα τη φωνή μου. Την πρόσεξε και ο Γαλάνης. «Σε καταλαβαίνω» είπε. «Δεν έχεις συνηθίσει ακόμα». «Είναι κι αυτό» είπα.» (Μανώλης Αναγνωστάκης, «Το Περιθώριο ’68-’69»).

Μαρτυρία του ποιητή Μανώλη Αναγνωστάκη, από την έφοδο της ΟΠΛΑ σε τεκέ της Θεσσαλονίκης και την εκτέλεση των θαμώνων την περίοδο του εμφυλίου πολέμου.

Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι απότοκο των ραγ­δαίων και βίαιων κυριαρχικών εξελίξεων, που έλαβαν χώρα στον ελλαδικό χώρο από τον 19ο αιώνα, με την ίδρυση του ελλαδικού κράτους. Το γεγονός της απομάκρυνσης μεγάλων πληθυσμών από την ύπαιθρο και τις κοινότητες και η εγκατάστασή τους στις μεγάλες πόλεις, υπήρξε καθοριστικό για την γέννηση και την σχηματοποίηση ενός τραγουδιού, που τουλάχιστον στην αρχή της δημιουργίας του, ήταν έκφραση όλων αυτών που δεν μπορούσαν να αφομοιωθούν στις νέες κυριαρχικές συνθήκες. Υπήρξε έκφραση όλων αυτών που εγκατέλειψαν την ύπαιθρο και την κοινότητα και ξεβράστηκαν στα λιμάνια και στις σκιές των απρόσωπων πόλεων, που όλο και μεγάλωναν. Η αμηχανία μπροστά στα νέα δεδομένα των ανθρώπων που το δημιούργησαν, ο τρόπος έκφρασης μιας συγκεκριμένης κοινότητας ανθρώπων, τα πάθη της, οι έρωτες της και ο τρόπος επικοινωνίας όσων είτε δεν μπορούσαν, είτε δεν ήθελαν να συμμετάσχουν στην κανονικότητα της κοινωνίας. Στην πορεία και ειδικότερα με την εδραίωση της δισκογραφίας στα μέσα του 20ου αιώνα, το ρεμπέτικο τραγούδι στρογγυλοποιήθηκε, κόπηκε και ράφτηκε ώστε να χωρέσει σε δίσκους γραμμοφώνου, έγινε εμπορικό προϊόν και βαφτίστηκε, ανάλογα με τους καιρούς και την πολιτική εξουσία που κυριαρχούσε, περιθωριακό, χασικλίδικο, αυθεντικό, λαϊκό κλπ. Κυνηγήθηκε από πολλούς σε όλη την διαδρομή του, αλλά, από την μεταπολίτευση και μετά βαπτίστηκε ως γνήσια «λαϊκή έκφραση» και θεοποιήθηκε, από τον ίδιο πολιτικό χώρο που κάποτε το κυνήγησε λυσσασμένα, την αριστερά. Τέτοιες πρακτικές αφομοίωσης, αφού πρώτα παρέλθει το στάδιο των καταγγελιών και των διώξεων, είναι γνωστές στον εν λόγω πολιτικό χώρο.

Οι πανταχόθεν διώξεις

Η αδιαφορία του ρεμπέτικου τραγουδιού προς την λέξη «πολιτική» ήταν τελικά και ο βασικός λόγος των διώξεων του. Οι προβαλλόμενες αιτίες των διώξεων, όπως η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και η λογοκρισία του τραγουδιού, λόγω θεματολογίας, ήταν ουσιαστικά οι αφορμές. Η πραγματική αιτία υπήρξε ο αδέσποτος χαρακτήρας μιας κοινότητας που αγνοούσε τις αρχές και ουσιαστικά υπογράμμιζε μέσα από τα τραγούδια και την καθημερινή συμπεριφορά της, την υποκρισία και την βαθιά σήψη της κοινωνικής κανονικότητας που ήθελαν τα κατά καιρούς καθεστώτα. Το ρεμπέτικο και οι εκφραστές του κυνηγήθηκαν όπως είναι γνωστό από την αστυνομία, τον Μεταξά, τις δεξιές κυβερνήσεις και την Χούντα. Παρ’ όλα αυτά, ένας ακόμα διώκτης του συγκεκριμένου τραγουδιού υπήρξε και η αριστερά. Η αριστερά ουσιαστικά συντάχθηκε με το καθεστώς του Μεταξά στο ζήτημα του ρεμπέτικου τραγουδιού. Γι’ αυτήν, το ρεμπέτικο και οι άνθρωποι που το δημιουργούσαν και εκφράζονταν, ήταν αγκίδα στην φτέρνα της δικιάς της κοινωνικής κανονικότητας και έπρεπε να ξεριζωθεί. Ήταν ένα κομμάτι που δεν μπορούσε να ελεγχθεί και αυτό ενοχλούσε. Προπολεμικά, αλλά και την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου, οι αριστεροί έκαναν εφόδους σε τεκέδες και μαγαζιά και τα έκαναν λαμπόγυαλο. Μάλιστα, στις πιο ήπιες περιπτώσεις, οι αριστεροί απειλούσαν τους ρεμπέτες να μην παίζουν «μάγκικα» και «χασικλίδικα» τραγούδια. Ο Μάρκος Βαμβακάρης, στην αυτοβιογραφία του, μας παρουσιάζει την κατάσταση που επικρατούσε τα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου. Από την μια μεριά ο φόβος των κομμουνιστών για τα τραγούδια που έπαιζε και από την άλλη ο φόβος των Χιτών που προσπαθούσαν να τον καλοπιάσουν με ανταλλάγματα να τους καταδώσει αριστερούς και στην μέση ο ρεμπέτης Βαμβακάρης αμήχανος μπροστά στο παραλογισμό της εξουσίας. «Ερχόντουσαν λοιπόν εκεί οι κομμουνιστές, και μου λέγανε. Ά, αυτά τα τραγούδια που λες τα χασικλήδικα, να τα σταματήσεις. Εδώ ήτανε χάος, χάος απ’ αυτόν τον κόσμο όλο, κι αυτοί θέλανε για να σταματήσω τα τραγούδια τα χασικλίδικα! Δεν τα θέλανε με κανένα τρόπο. Θα σε κάνουμε εξορία. Θα σε διώξουμε. Δεν θέλουμε. Να μην τα λες αυτά τα τραγούδια. Τι να κάνω; Ζούλα από τον ένα, ζούλα από τον άλλο».[1] Και παρακάτω αναφέρει μια συνάντηση με τους Χίτες: «–Αυτό θα μας κάνεις. Θα μας τα λες όλα, θα σου δίνουμε ό,τι γουστάρεις να τρως στο σπίτι σου. Ψωμιά, φαγιά, μυστήρια και θα σε πληρώνουμε. – Τι να πω; Ό, τι μου λέγανε, ναι έλεγα με το κεφάλι, δεν μπόραγα να πω διαφορετικά. Ναι, ναι, ναι, ναι. Μέχρι να τελειώσω να καθαρίσω να φύγω».[2]

Έχει ειπωθεί ότι η επιθετική γραμμή του ΚΚΕ κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού είχε εντολή από ψηλά. «Σε μια ολομέλεια της εποχής, ο τότε γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης, αποκάλεσε το ρεμπέτικο τραγούδι της κάμας και της ντεκαντέντσιας και κάλεσε τα μέλη να σπάνε τους τεκέδες».[3] Η ίδια γραμμή επικρατεί και την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου, όπου η οργάνωση ΕΠΟΝ, μέσα από άρθρα της στην εφημερίδα «Νέα Γενιά», προτρέπει τους γνήσιους αγωνιστές και τα μέλη της, να σπάνε τους τεκέδες, όπου τους βρίσκουν. Βέβαια, η παραπάνω πράξη μπορεί εύκολα να θεωρηθεί ότι είναι ενάντια της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών. Εάν η σκέψη προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα, όμως, θα διαπιστωθεί, ότι η βία που ασκήθηκε ιστορικά από μέλη του ΚΚΕ και των παρακείμενων οργανώσεων σε χασικλήδες, ηρωινομανείς και ρεμπέτες, απέβλεπε στην επιβολή της δικής του δύναμης. Η λογική τού όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας, στο μεγαλείο της. Το αρχικό απόσπασμα του Μανώλη Αναγνωστάκη είναι ενδεικτικό του είδους αγώνα του ΚΚΕ ενάντια στα ναρκωτικά σε καιρό εμφυλίου πολέμου. Άνθρωποι εξαρτημένοι που δεν χωρούσαν στον ιδανικό κόσμο του κόμματος θα έπρεπε να θανατώνονται. Στην θέση των χασικλήδων άνετα θα μπορούσαν να μπουν (και έμπαιναν) οποιοιδήποτε διαφωνούντες.

Ο λόγος των αριστερών κατά του ρεμπέτικου

Η αριστερή αρθογραφία βρίθει από λίβελους κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού. Στο βιβλίο του Κώστα Βλησίδη, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, καθώς και σε αυτό του Παναγιώτη Κουνάδη Εις Ανάμνηση Στιγμών Ελκυστικών, παρουσιάζονται πολλά κείμενα που αφορούν το ρεμπέτικο από το 1929 έως το 1970. Τα κείμενα που σχετίζονται με την αριστερά παρουσιάζουν σχετική ομοιογένεια ως προς τον καταγγελτικό τους λόγο. Ακόμα και οι ελάχιστοι συμπαθούντες των ρεμπέτικων δεν μπορούν να ανεχτούν τα «μάγκικα και τα χασικλίδικα». Εξαίρεση, βέβαια, από όλους τους αρθογράφους που δέχεται το ρεμπέτικο ως έχει είναι μόνο ο Πάνος Τζαβέλας. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε, ότι ο καταγγελτικός λόγος των αριστερών για το ρεμπέτικο δεν διαφέρει σε καμμία περίπτωση από αυτόν των λεγόμενων δεξιών.

Το πρώτο κείμενο σχετικά με το ρεμπέτικο είναι του Γ. Σταύρου και δημοσιεύεται στις 27-11-1946 στην Ελεύθερη Ελλάδα. Το κείμενο χαρακτηρίζει το ρεμπέτικο ως υποκινούμενο και το κατατάσει στην υπηρεσία των αντιδραστικών πολιτικών δυνάμεων, κυρίως λόγω της ψυχοτρόπας θεματολογίας του. «Γιατί ο ύμνος της «μαύρης», του «τουμπεκί» και των άλλων… αποικιακών προϊόντων, γίνεται ανοικτά και μερακλίδικα με όλη την ελευθερία του δυτικού τύπου».[4] «Ωστόσο, όπως δεν λυγίζουν το λαό τα διάφορα «μέτρα τάξεως», οι εκτοπισμοί, οι εκτελέσεις […] η νόμιμη και… παράνομη εισαγωγή του χασίς- έτσι δεν καταφέρνουν να τον εμποτίσουν με τη μουσική του τεκέ τα ρεμπέτικα τραγούδια και να τον θέσουν εκτός μάχης».[5]

Στη συνέχεια, σε δύο άρθρα του Ριζοσπάστη(15-12-1946/ 15-8-1947), η επίθεση εναντίον του χασίς και των χασικλίδικων συνεχίζεται. Στο πρώτο, ο Δ. Μύστης ισχυρίζεται ότι οι τοξικομανείς δημιουργούνται βάσει σχεδίου για την εξόντωση του λαού. Και στο δεύτερο ο Λ.Σ. κατονομάζει τους ύμνους του χασίς «Όταν καπνίσει ο λουλάς» και το «Πρωί πρωί με τη δροσούλα» που έχουν κατακλύσει ταβέρνες και πλατείες.[6]

Το κείμενο του Νίκου Παγκαλή στην Αυγή (14-2-1953) τάσσεται κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού, γιατί, σε αντίθεση με το λαϊκό τραγούδι, είναι «μακριά από την κοινωνική διαπάλη» και το «φως της ζωής». Σύμφωνα με τον αρθογράφο, το ρεμπέτικο δεν γίνεται να εκφράζει τον λαό γιατί τα τραγούδια που υμνούν το χασίς και το μαυραγορίτη δεν έχουν καμία σχέση με την κοινωνική πάλη. «Από τα γεννησιμιά του το «Ρεμπέτικο» διαδίδει υμνώντας το χασίς, το λουλά, το κομπολογάκι, την ταμπακιέρα […]Είναι λοιπόν αυτό το «λαϊκό τραγούδι», όπως θέλουν να το αποκαλούν, που συνεχίζει την παράδοση και εκφράζει τους λαϊκούς πόθους;».[7]

Από τους εκφραστές του αριστερού λόγου που τάσσεται φιλικά προς το ρεμπέτικο, χωρίς όμως να είναι και υπέρ των χασικλίδικων, ξεχωρίζει ο Ανωγειανάκης ο οποίος (Ριζοσπάστης 28-1-1947) αναφέρει σχετικά με τα χασικλίδικα: «Ασφαλώς είμαστε και μεις σύμφωνοι πως μια τέτοια μουσική και ποίηση δε μπορεί να μας ενδιαφέρει. Κι’ ακόμα συμφωνούμε για την κακή της επίδραση, που την καταδικάζουμε».[8]

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο περιοδικό Δρόμοι της Ειρήνης, (Οκτώβριος 1960), τάσσεται κατά των χασικλίδικων, υποβαθμίζοντάς τα κατά πολύ στον αριθμό τους.[9] Και στη συνέχεια στο περιοδικό Πρώτο «διευκρινίζει ότι στο ‘‘αληθινό λαϊκό τραγούδι”, όπως το αντιλαμβάνεται δεν έχουν θέση τραγούδια του τύπου Όταν καπνίσει ο λουλάς».[10]

Ο Γιάννης Σκουριώτης (μαρξιστής δια­νοητής και μεταφραστής του Κεφαλαίου του Μαρξ) υποστηρίζει ότι τα χασικλίδικα πρέπει να περιορίζονται στις ταβέρνες και όχι στην οικογένεια. «(…) δεν ταιριάζει να ακούγονται σε τίμια σπίτια τα τραγούδια των ‘’χασικλήδων’’ και των ‘‘πρεζάκηδων’’».[11]

Ο Κώστας Μαραβέας (Ιούνιος 1970), θεωρεί λογική την ύπαρξη τραγουδιών με θέμα τις ψυχοτρόπες ουσίες, αφού η εξαθλίωση επηρέασε και το τραγούδι που περιγράφει το κοινωνικό γίγνεσθαι: «Το βάσανο της προσφυγιάς οδηγούσε σε μια φυγή και το χασίς σ’ ένα σκοπό. Ήταν δυνατό μέσα σε τέτοιες άθλιες συνθήκες (δεν θα κάνω ιστορία) να μείνει ανεπηρέαστο το λαϊκό τραγούδι; Δεν νομίζω! (…) Όταν τραγουδάει μια κατάσταση περιγράφοντάς τη δεν νομίζω πως την υμνεί συγχρόνως».[12] Στην συνέχεια κάνει μια αυτοκριτική του αριστερού χώρου για την πολεμική που άσκησε ενάντια στο ρεμπέτικο. Ο Μαραβέας παρ’ όλες τις ενδιαφέρουσες απόψεις του, στο κλείσιμο του κειμένου αναφέρει ότι τα κομμάτια αυτά δεν πρέπει να τραγουδιούνται και απλώς αναφέρει ότι είναι ένας κρίκος στην ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Άρα ακόμα και εδώ παρατηρείται ότι ο επικριτικός λόγος υπάρχει αλλά σε άλλη μορφή.

Το μοναδικό κείμενο που τελικά μοιάζει να διαφοροποιείται συνολικά στους κόλπους της αριστεράς, είναι του Πάνου Τζαβέλλα και δημοσιεύεται στο ίδιο περιοδικό τον Ιούλιο του 1970. Ο Τζαβέλλας κατακρίνει το χώρο ότι χειραγωγεί την τέχνη και μεταθέτει το ερώτημα «εάν τα χασικλίδικα συνέβαλλαν στην ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος», στον προβληματισμό σχετικά με το αν βοήθησαν το λαϊκό κίνημα τραγούδια όπως η Ιτιά, είδη τραγουδιού και μουσικής όπως το Μανιάτικο μοιρολόι, η Βυζαντινή μουσική και καλλιτεχνήματα όπως ο Ερμής του Πραξιτέλη, η Αφροδίτη της Μήλου κλπ. «Δεν πρέπει να απλοποιούμε τα πράγματα και να κάνουμε με το ζόρι την τέχνη υπηρέτρια και προπαγανδιστή των άμεσων πολιτικών επιδιώξεών μας. (…) Είναι απλοϊκή η ερώτηση, εάν τα χασικλίδικα συμβάλανε στην ανάπτυξη του κινήματος, όταν ο λαός έκανε αγώνες για δημοκρατία και ελευθερία, γιατί θα πρέπει να ρωτήσουμε αν προς την ίδια κατεύθυνση βοήθησαν η Ιτιά, ο Ερμής του Πραξιτέλους (…). Αν αδιαφορήσαμε για την καλλιτεχνική ποιότητα αυτών των έργων και κρίνουμε την καλλιτεχνική τους αξία μόνο απ’ τα βραχυπρόθεσμα πολιτικά οφέλη και την εξυπηρέτηση της πολιτικής μας γραφής, σημαίνει ότι κακοποιούμε την τέχνη, διαστρέφουμε το νόημά της (…)».[13] Συνεχίζοντας, ο Τζαβέλλας τοποθετείται σε σχέση με το ρόλο αυτών των τραγουδιών. «Δεν καλούν τον κόσμο στον τεκέ. Εκφράζουν καλλιτεχνικά μια κοινωνική πραγματικότητα. Είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία κι ένα ντοκουμέντο μιας εποχής».[14]

Είναι ενδιαφέρον να αναζητήσει κάποιος τους λόγους της λεγόμενης αναβίωσης του ρεμπέτικου, από την μεταπολίτευση και μετά, από τους κόλπους της αριστεράς. Η μεταπολίτευση χαρακτηρίζεται από έντονες και εξαιρετικά βίαιες συγκρούσεις νεολαίων με τις δυνάμεις της αστυνομίας. Ο αντιελιτισμός της εποχής δεν πέρασε απαρατήρητος από την αριστερά ανακαλύπτοντας και προβάλλοντας μια απωθημένη μορφή κουλτούρας του παρελθόντος. Το ρεμπέτικο επανανοηματοδοτήθηκε. Σε αυτό το γεγονός, έπαιξε καθοριστικό ρόλο και η φυλάκιση του Ηλία Πετρόπουλου από την χούντα, εξαιτίας της έκδοσης του βιβλίου «Ρεμπέτικα Τραγούδια». Όπως ο ίδιος είχε δηλώσει, η φυλακή ήταν ευκαιρία γι’ αυτόν, ώστε να βρεθεί και να καταγράψει τους αγαπημένους του μάγκες, νταήδες και να τους γνωρίσει από κοντά. Συγχρόνως, όμως, έδωσε ένα τόνο αμφισβήτησης με σύμβολο το ρεμπέτικο. Την περίοδο αυτή αναζητούνται οι βετεράνοι ρεμπέτες, εκδίδονται πολλές βιογραφίες (κάποιες αμφιβόλου ποιότητας) και οργανώνονται συναυλίες. Όλα αυτά είχαν μεγάλη απήχηση σε πολλές νεολαιίστικες ομάδες και φοιτητές. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και τότε, υπάρχουν πολλοί αριστεροί που τάσσονται κατά του ρεμπέτικου γιατί η μαζικοποίηση του «εξυπηρετεί την αστική τάξη».[15]

Ο μύθος

Κλείνοντας ας διευκρινιστεί ότι η πλήρης συσχέτιση του ρεμπέτικου τραγουδιού με τις ψυχοτρόπες ουσίες είναι άτοπη. Ενδεικτικά, αξίζει να αναφέρουμε, ότι από το σύνολο 1400 κομματιών που βρίσκονται στην ανθολογία ρεμπέτικων τραγουδιών του Πετρόπουλου, μόνο 106 χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Πετρόπουλος ως χασικλίδικα και από αυτά μόνο τα 67 έχουν περάσει στην δισκογραφία. Το ίδιο ισχύει και στην ανθολογία του Παναγιώτη Κουνάδη, όπου σε σύνολο 623 τραγουδιών, τα 235 έχουν αναφορές σε ψυχοτρόπες ουσίες. Έτσι, εύκολα διαπιστώνεται, ότι ο αριθμός εν τέλει είναι πολύ λίγος σε αναλογία με τα υπόλοιπα κομμάτια.

Επίσης, ένα άλλο γεγονός είναι ότι οι καλλιτέχνες που δεν είχαν άμεση σχέση με την χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και διοχέτευσαν στην αγορά τραγούδια με ψυχοτρόπα θεματολογία, ήταν σαφώς περισσότεροι από αυτούς που είχαν άμεση σχέση με ψυχοτρόπες ουσίες και ιδιαίτερα με το χασίς. Σε αυτό το γεγονός έπαιξε μεγάλο ρόλο η δισκογραφία. Ένας δημιουργός του ρεμπέτικου, ο Κώστας Ρούκουνας αναφέρει σχετικά: «Και τόνε βλέπω ένα απόγευμα τον Μάρκο με μια τραγιάσκα, ένα ζωνάρι και παραμάσχαλα το μπουζούκι του και μπαίνει μέσα (…) και τότες τον ρωτήξανε τι πραγματάκια έχεις; Και τους είπε πολλά όμορφα. Αυτοί όμως διάλεξαν το χασικλίδικο».[16] Επίσης και ο Δημήτρης Γκόγκος (Μπαγιαντέρας), σε συνέντευξή του στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, αναδεικνύει τον ρόλο των δισκογραφικών εταιρειών: « – Γιατί γράφατε για τεκέδες; Ήταν της μόδας; – Ήτανε η εποχή τέτοια. Που έπρεπε… Ήτανε πολύς κόσμος, ρεμπετόκοσμος, που τραβιότανε μ’ αυτό κι έπρεπε να πιαστούμε πάνω σ’ αυτούς. Αυτοί να μας αναδείξουνε. Γιατί αυτοί γυρεύανε τα τραγούδια μας κι αυτοί θα γυρεύανε από τις εταιρίες και κάτω από τα πρατήρια κανά δίσκο ντερβίσικο».[17] Η μαρτυρία της Αγγέλας Παπάζογλου, γυναίκας του δημιουργού Βαγγέλη Παπάζογλου, αναφέρει, επίσης, για το θέμα: «Και οι εταιρίες περνούσανε μόνο τα χασικλίδικα σε δίσκους. Πώς να παλέψεις;…»[18] Ένα άλλο στοιχείο που ενισχύει αυτή την άποψη, είναι ότι πολλοί καλλιτέχνες που δεν έκαναν χρήση χασίς διατέλεσαν διοικητικά-καλλιτεχνικά στελέχη διαφόρων δισκογραφικών εταιριών γράφοντας, παρ’ όλα αυτά, πολλά χασικλίδικα κομμάτια (Τούντας, Σκαρβέλης, Δραγάτσης, Περιστέρης).

Από τα παραπάνω φαίνεται, λοιπόν, ότι η στερεότυπη ταύτιση του ρεμπέτικου με ψυχοτρόπες ουσίες δεν είναι τόσο στιβαρή και συντελέστηκε κυρίως από τις διώξεις αριστερών, δεξιών, χούντας και Μεταξά για πολιτικά ωφέλη και μετέπειτα από την δισκογραφία.

Το ρεμπέτικο ποτέ δεν υπήρξε επαναστατικό τραγούδι με την στενή χρωματισμένη έννοια του όρου επανάσταση. Φύτρωσε σαν ζιζάνιο στην ρωγμή του «τσιμέντου» που έπεφτε βίαια και μεθοδικά από τα μέσα του 19ου αιώνα και ύστερα στον ελλαδικό χώρο. Πολλοί θέλησαν να το ξεριζώσουν, αλλά το ζιζάνιο δεν έχει συγκεκριμένο χώρο, δεν μένει σε ένα σημείο, θα βγαίνει στο φως ανοίγοντας δρόμο στα τσιμέντα. Πως θα ξεριζώσεις κάτι όταν δεν ανήκει πουθενά; Οι ίδιοι διώκτες του, από την μεταπολίτευση και μετά το ξαναθυμήθηκαν προσπαθώντας να το κάνουν δικό τους. Προσπάθησαν να του δώσουν χώρο και χρώμα. Οργάνωσαν συναυλίες, τίμησαν τους ζωντανούς ρεμπέτες απαγγέλλοντας ωραία λόγια. Τους είπαν ότι το τραγούδι τους είναι της εργατικής τάξης και ότι είχαν εργατική συνείδηση. Τους τοποθέτησαν ψηλά, λουσμένους από φώτα και εκείνοι ήταν εκεί, γέροι και κουρασμένοι, τους κοιτούσαν με την ίδια αμηχανία, όπως τους κοιτούσαν και άλλοτε… ζούλα από τον έναν ζούλα από τον άλλον.

Ελευθερόκοκκος

Βιβλιογραφία:

Βαμβακάρης Μάρκος, Αυτοβιογραφία (επιμ. Αγγελική Βέλλου-Κάιλ), εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 1978.
Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2004.
Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο (1929-1959), εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2006.
Γκαίηλ Χολστ, Ο Δρόμος για το Ρεμπέτικο, εκδ. Ντένιζ Χάρβευ, Λίμνη Ευβοίας 1995, (Α΄ έκδοση 1977).
Δαμιανάκος Στάθης, Κοινωνιολογία του Ρεμπέτικου, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 2001.
Κουνάδης Παναγιώτης, Εις Ανάμνησιν Στιγμών Ελκυστικών, Β΄ τόμος, εκδ. Κατάρτι, Αθήνα 2003.
Παπαδόπουλος Λευτέρης, Να Συλληφθεί το Ντουμάνι, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2004.
Παπάζογλου Αγγέλα, Τα Χαΐρια μας εδώ: Ονείρατα της Άκαυτης και της Καμμένης Σμύρνης, (επιμ. Γιώργης Παπάζογλου), εκδ. Ταμείου Θράκης, Ξάνθη 2003.
Πετρόπουλος Ηλίας, Ρεμπέτικα Τραγούδια, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1991.
Σχορέλης Τάσος, Οικονομίδης Μίμης, Ένας Ρεμπέτης: Κώστας Ρούκουνας «σαμιωτάκι», διανομή: αποκλειστικότης Τάσος Σχορέλης- Μίμης Οικονομίδης, Αθήνα 1974.
Gauntlett Στάθης, Ρεμπέτικο Τραγούδι, Συμβολή στην Επιστημονική του Προσέγγιση, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2001.

[1] Βαμβακάρης Μάρκος, Αυτοβιογραφία, σελ 208-209.
[2] Όπ. Σελ 206.
[3] Κουνάδης Παναγιώτης, στο βιβλίο του «Τα ρεμπέτικα» τεύχος πρώτο.
[4] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 109.
[5] ό.π, σελ. 110.
[6] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, σελ. 70-71.
[7] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 182-183.
[8] Γκαίηλ Χολστ, Δρόμος για το Ρεμπέτικο, σελ. 140.
[9] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, σελ. 96.
[10] ό.π, σελ. 97.
[11] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 237.
[12] Κουνάδης Παναγιώτης, Εις Ανάμνηση Στιγμών Ελκυστικών, Τόμος Β’, σελ 501.
[13] ό.π, σελ 504.
[14] ό.π, σελ 506.
[15] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, βλέπε κεφάλαιο: Ο αριστερός λόγος για το ρεμπέτικο.
[16] Σχορέλης Τάσος – Οικονομίδης Μίμης, Ένας Ρεμπέτης: Κώστας Ρούκουνας «Σαμιωτάκι», διανομή: αποκλειστικότης Σχορέλης Τάσος – Οικονομίδης Μίμης, Αθήνα 1974, σελ. 30.
[17] Παπαδόπουλος Λευτέρης, Να Συλληφθεί το Ντουμάνι, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1999, σελ. 125.
[18] Παπάζογλου Αγγέλα, Τα Χαίρια μας Εδώ: Ονείρατα της Άκαυτης και της Καμμένης Σμύρνης, εκδ. Ταμείου Θράκης, Ξάνθη 2003, σελ. 50.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 157, Φεβρουάριος 2016

Πηγή: Anarchy Press

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Κώστας Μπέζος (1905- 1943)


Μεσοπόλεμος, μεταξύ 30'- 40' μια παρέα νέων συνηθίζει να ακούει δίσκους γραμμοφώνου στο Ζάππειο. Η μουσική που ακούγεται από το γραμμόφωνο δεν μοιάζει με καμία άλλη γνωστή εκείνης της περιόδου. Πολλοί περαστικοί σταματάνε να ακούσουν αυτό τον περίεργο ήχο, κάποιοι ρωτάνε τι είναι, άλλοι κοντοστέκονται και ακούν από μακριά.
Ο ήχος ερχόταν από την μακρινή και εξωτική Χονολουλού. Είχε ταξιδέψει δύο ωκεανούς μέχρι αυτοί οι νέοι να τον αιχμαλωτίσουν στα χέρια τους και να τον απελευθερώσουν στο Ζάππειο, εμπλουτίζοντας το ηχοτοπίο του χώρου με κάτι νέο και εξωτικό. Εποχές που η πληροφορία μαζεύονταν με κόπο και με μεγάλη δυσκολία και απορροφούνταν ως το μεδούλι. Φανταστείτε λοιπόν με τη χαρά και προσοχή αυτοί οι νέοι άκουγαν κάτι που ήξεραν ότι ήρθε στα χέρια τους από πολύ μακριά και ίσως με μεγάλη δυσκολία. Εδώ είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι όλη αυτή η καλλιτεχνική και πνευματική μαγιά που υπήρχε μεταξύ του 20' έως το 40' σταμάτησε βίαια με τον πόλεμο και την κατοχή, περιορίζοντας έτσι την δυναμική που είχε αναπτυχθεί μέχρι τότε.
Η εν λόγω παρέα απαρτίζονταν από φίλους του μουσικού Κώστα Μπέζου, πολλοί από τους οποίους και μέλη του συγκροτήματος με χαβάγιες Άσπρα Πουλιά. Το ρεπερτόριο του συγκροτήματος, εν μέσω μεσοπολέμου, ήταν ελαφρό και Χαβανέζικο με ελληνικό στίχο! Ορίστε ένα δείγμα:


Μάλιστα ο προαναφερόμενος ήχος έχει και ονοματεπώνυμο: Kalama's Quartet. Το συγκεκριμένο συγκρότημα από την μακρινή Χαβάη, είχε επηρεάσει τα Άσπρα Πουλιά όπου προσπαθούσαν μέσω της ακρόασης του να εμπνευστούν για κάτι δικό τους. Ορίστε και ένα δείγμα από τους Kalama's Quartet το 1927:

Μέχρι εδώ όλα καλά. Η συνέχεια της εξιστόρησης έχει και Ρεμπέτικο. Η αμερικάνικη εταιρεία δίσκων γραμμοφώνου Victor Records το 1931 αναθέτει στον μουσικό ελαφράς μουσικής Τέτο Δημητριάδη να κάνει μια σειρά ηχογραφήσεων με Έλληνες καλλιτέχνες. Τα Άσπρα Πουλιά ηχογραφούν κάποια τραγούδια ελαφράς μουσικής με τραγουδιστή τον Τέτο Δημητριάδη και ο Κώστας Μπέζος συνθέτει και ηχογραφεί, με το ψευδώνυμο Α. Κωστής, 12 ρεμπέτικα τραγούδια. Από το ύφος των τραγουδιών φαίνεται πως ο Μπέζος είχε επαφές με κόσμο που σύνθετε, έπαιζε και άκουγε τα λεγόμενα ρεμπέτικα. Οι συνθέσεις του 25 χρονου τότε, Μπέζου φαίνεται να είναι βγαλμένες μέσα από τα σπλάχνα του κόσμου του ρεμπέτικου. Ο ίδιος δανείζεται στοιχεία από πολλά τραγούδια (μουρμούρικα, αδέσποτα και συνθετών του ρεμπέτικου) που ακούγονταν από εδώ και εκεί και συνθέτει εξαιρετικής ποιότητας ρεμπέτικα. Η ταυτοποίηση του Μπέζου με το ψευδώνυμο Α. Κωστής έγινε απο τον ερευνητή Παναγιώτη Κουνάδη όπου στις καρτέλες τις εταιρείας δίπλα από το ψευδώνυμο αναφέρεται και το πραγματικό όνομα του καλλιτέχνη.
Οι μουσικές γνώσεις και η ποιότητα του Μπέζου αλλά και οι επιρροές του από το ελαφρό τραγούδι- που είναι η κύρια μουσική που παίζει και συνθέτει- δεν γίνεται να μην αφήσουν το αποτύπωμα τους στα ρεμπέτικα του κομμάτια (μουσικά και στιχουργικά). Κάποιοι στίχοι, λέξεις και μουσικά γυρίσματα, που σε ανώνυμα ρεμπέτικα κομμάτια δεν ήταν δυνατόν να υπήρχαν, είναι ουσιαστικά η μουσική υπογραφή του Μπέζου.









Εκτός από πολύπλευρος μουσικός, ο Μπέζος ήταν και πολύπλευρος άνθρωπος. Δούλευε ως δημοσιογράφος και σκιτσογράφος στην εφημερίδα Πρωία, είχε σπουδές στην Καλών Τεχνών που τις άφησε, ηθοποιός και επίσης μέλος της Μάντρας του Αττίκ και συνεργάτης του. Επίσης είχε συνεργαστεί και με την Δανάη Στρατηγοπούλου, όπου η ίδια στην αυτοβιογραφία της τον βρίσκει...σέξυ.

 Ο Α. Κωστής των ρεμπέτικων τραγουδιών δεν ήταν περιθωριακός, ήταν πραγματικά μια μεσοαστική φυσιογνωμία. Το ψευδώνυμο ίσως να το χρησιμοποίησε για να περάσει απαρατήρητος, ανάμεσα σε κόσμο του κύκλου του που δεν συμπαθούσε το ρεμπέτικο. Τις αντιδράσεις των ρεμπετών για αυτά τα τραγούδια δυστυχώς δεν τις γνωρίζουμε.Ο θάνατος του Κώστα Μπέζου προήλθε από φυματίωση το 1943. Πέθανε 37 χρονών. Υπάρχει ένας χαιρετισμός, ένα χρονογράφημα του Βάρναλη που μιλάει για τον Μπέζο και δημοσιεύτηκε στην Πρωία το Σάββατο 16 Ιανουαρίου 1943:

Κώστας Μπέζος

Μιαν εξαιρετική φυσιογνωμία έχασε ο καλλιτεχνικός κόσμος της Αθήνας κ’ έναν πολύτιμο συνεργάτη η «Πρωία», τον Κώστα Μπέζο. Νέος ακόμα νικήθηκε από την ύπουλη αρρώστεια, που τον έφθειρε χρόνια και τώρα τελευταία τον έρριξε χάμου, για να μη σηκωθεί πια.


Ο Μπέζος ήτανε πολύπλευρη καλλιτεχνική φύση. Σκιτσογράφος, ποιητής, συνθέτης, κιθαριστής, τραγουδιστής, ηθοποιός, επιθεωρησεογράφος, πεζογράφος. Και σ’ όλ’ αυτά είχε λεπτό γούστο και πνεύμα και στα περισσότερα αναγνωρισμένο τάλαντο. Αλλά κυρίως ήταν ένας από τους πιο γνήσιους τύπους της μποέμικης ζωής. Ξενύχτης αδιόρθωτος, γλεντζές, καλόκαρδος –ένα μεγάλο παιδί, που δεν ήξερε τι θα πει «αύριο». Κι ήταν αγαπητός απ’ όλους και περιζήτητος στις παρέες. Και για το πλήθος των ταλάντων του και για την ευθυμία του και για τα γουστόζικα ανέκδοτά του, που ήξερε να τα διηγιέται με μοναδικό μπρίο. 

Ως γελοιογράφος των εφημερίδων δεν είχε το ταίρι του. Το χιούμορ του ήτανε πάρα πολύ φίνο κι η γραμμή του σίγουρη. Χαριτωμένος και πνευματώδης κι ανεξάντλητος. Κι όμως πόσο βαριότανε τη δουλειά! Όταν ερχότανε τα βράδια στα γραφεία της «Πρωίας» για να φκιάσει το καθημερινό του σκίτσο, ήτανε άθυμος σα να τον είχανε καταδικάσει σε καταναγκαστικά έργα.

– Τι να φκιάσω; έλεγε, το κεφάλι μου είναι άδειο.

– Κάτσε και πάρε χαρτί και πένα. Κάτι θα βγει.

Και πραγματικά, σε λίγη ώρα το σκίτσο ήτανε έτοιμο, φρέσκο και σπαρταριστό κι απορούσες πούθε βγήκε όλο αυτό το κέφι. Κ’ έπειτα, άμα έπαιρνε την «αντιμισθία», έτρεχε να την χαλάσει. Λες και τα λεφτά τού καίγανε τις φούχτες.

Είχε μια καταπληκτική ευκολία να εφευρίσκει κωμικές σκηνές και να γράφει σατιρικούς στίχους. Αλλά σχεδόν ποτέ του δεν είχε την υπομονή να τελειώσει ένα έργο. Αφού το έφκιανε όλο μες στο κεφάλι του και προχωρούσε αρκετά στην πραγματοποίηση, ξαφνικά τα παρατούσε όλα. Τον έπαιρνε το ρέμα της μποεμικής ανεμελιάς –ναυάγιο της νύχτας και της ημέρας.

Ως κιθαριστής ήτανε μαέστρος κι ως τραγουδιστής περίφημος για τη λεπτή του τέχνη και το αληθινό αίσθημα. Πόσες φορές πηγαίναμε να τον βρούμε σε διάφορα κέντρα, όπου καταντούσε να διασκεδάζει το κοινό. Κάπου – κάπου τα μάζευε κι έφευγε με μερικούς άλλους συντρόφους για καλλιτεχνική περιοδεία στην Αίγυπτο και στην Πόλη. Ξαναγύριζε μετά καιρό στα παλιά του λημέρια και στις παλιές του συνήθειες με κέφι και παράδες. Και σε λίγο έτρωγε τους κόπους του και ξαναγινότανε σκιτσογράφος. Αυτήν τη δουλειά τη θεωρούσε ρουτινιέρικη. Κι αν μπορούσε, θα πλήρωνε όσα είχε για να την αποφύγει!

Αυτή η μποέμικη αταξία της ζωής του τον έφαγε. Διαρκώς αδυνάτιζε. Έβηχε. Και πριν από ένα χρόνο και πλέον τόνε δέχτηκε η «Σωτηρία». Οι φίλοι, που τον αγαπούσαν, κι οι γνωστοί, που τον εχτιμούσαν, λυπηθήκανε πολύ. Γιατί η κατάστασή του δε σήκωνε διόρθωση. Έφυγε κι από κει , γιατί η μοίρα του το είχε να μη ριζώνει πουθενά. Πήγε στην Αγία Παρασκευή. Εκεί σ’ ένα δωμάτιο ακατάστατο και υγρό έρεβε τελειωτικά και καμιά βοήθεια δεν μπορούσε πια να τον σώσει. Ο γιατρός τελευταία, αφού απελπίστηκε, του κατάργησε κάθε δίαιτα και του επέτρεψε να τρώγει ό,τι ήθελε. Γιατί να τον βασανίζει άδικα;

– Γιατρέ, του είπε μπροστά σε κάτι φίλους, που πήγανε να τον ιδούνε, σου χρωστώ μεγάλη χάρη για όσα μου έκανες. Αλλά σε παρακαλώ να μη μου αρνηθείς μια τελευταία χάρη.

– Ποιαν;

– Δώσε μου ένα φάρμακο να πεθάνω απόψε. Γιατί να βασανίζομαι άδικα;

– Δεν ντρέπεσαι; του απάντησε ο γιατρός. Θα γίνης καλά την άνοιξη.

Και πραγματικά μέσα σε μια βδομάδα έγινε απολύτως καλά. Πέθανε.

Μια ζωή, ένα παραμύθι, ένας τάφος. Τι άδικα που χάθηκε μια εξαιρετική καλλιτεχνική ψυχή, ένας θαυμάσιος άνθρωπος – ο τελευταίος της γενεάς των βοημών!

Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ



υγ: Κάποια από τα σκίτσα του:

05/08/1938 Πρωία


08/02/1941 Πρωία

14/04/1938 Πρωία

20/08/1938 Πρωία



Περισσότερα για τον Α. Κωστή ή Κώστα Μπέζο:

Τα σκίτσα και το χρονογράφημα του Βάρναλη είναι από:



Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Η Βίκυ....και οι νέοι δρόμοι της ανάπτυξης


Στην παλαιά εθνική Καλαμάτας- Τρίπολης υπάρχουν εγκαταλελειμμένα μαγαζιά που κάποτε εξυπηρετούσαν τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Χώροι ξεδοντιασμένοι, μάρτυρες μιας άλλης εποχής όχι τόσο μακρινής, σημεία αναφοράς για τα γύρω χωριά που πολλές φορές χρησίμευαν ως τόπος συνάθροισης για τους κατοίκους. Ταβερνεία, παντοπωλεία, mini market, ψιλικατζίδικα, μπαρ και πέριξ του δρόμου αυτοσχέδιες καλύβες που πουλούσαν αγροτικά προϊόντα. Εποχές όπου το ταξίδι προϋπόθετε μια στάση σε αυτούς τους χώρους, κρατώντας ένα σημείο αναφοράς για τα μελλοντικά ταξίδια και μια επαφή με τους ανθρώπους που τους διαχειρίζονταν. Σήμερα στους γρήγορους αυτοκινητόδρομους η στάση γίνεται σε απρόσωπα κονσερβοποιημένα μαγαζιά αλυσίδες και σε χημικές τουαλέτες. Η συνήθης επικοινωνία μεταξύ υπαλλήλων και πελάτη περιορίζεται στην ερώτηση για το είδος καφέ (brazilian ή arabica;).

Σε ένα χωριό λοιπόν, όπου κάποτε περνούσε ο δρόμος, μέχρι να φτιαχτεί ο γρήγορος αυτοκινητόδρομος, υπήρχε και ένα συμπαθές "πολυμορφικό" μαγαζί, που άλλαζε χαρακτήρα ανάλογα με την ώρα της ημέρας. Εκεί δούλευε η Βίκυ, μια ελληνοκαναδή κοπέλα που για άγνωστο λόγο η ζωή την έφερε σε αυτό το χωριό. Η Βίκυ εξυπηρετούσε τους ντόπιους θαμώνες, τους διερχόμενους φορτηγατζήδες και τους ταξιδιώτες που έκαναν στάση για φαγητό, καφέ, ποτό και κατούρημα. Το ίδιο το μαγαζί τη νύχτα μεταμορφωνόταν σε μπαρ με χαμηλό φωτισμό. Οι ξαναμένοι ντόπιοι, φορτηγατζήδες και ταξιδιώτες έβρισκαν θαλπωρή στο μαγαζί που δούλευε η Βίκυ. Λίγα μέτρα από την πίσω αυλή του μαγαζιού υπήρχε ένα μικρό σπιτάκι, όπου οι μυημένοι έβρισκαν επί πληρωμή θαλπωρή στην αγκαλιά των κοπελιών που δούλευαν εκεί. Δεν γνωρίζω εάν η Βίκυ έκανε ή την ανάγκαζαν να κάνει αυτή την δουλειά.

Μεθυσμένα φλερτ, συνήθως άγαρμπα μεταξύ σουβλακιών, ποτών, μακαρονάδων και λαϊκόποπ μουσικής. Αλισβερίσι άλλων εποχών, άλλων ταχυτήτων.  Κάπου τον Αύγουστο του 2007, η Βίκυ εμφανίσθηκε με ένα βουλωμένο μελανιασμένο μάτι. Οι μπάτσοι της περιοχής την είχαν κατηγορήσει για κάποιες φωτιές. Ήταν ο Αύγουστος όπου όλη η Πελοπόννησος είχε πάρει φωτιά. Η Βίκυ προσήχθη στο τμήμα και εκεί ξυλοκοπήθηκε από τους μπάτσους. Βέβαια η Βίκυ καμία σχέση με αυτές τις φωτιές δεν είχε. Η ίδια άναβε φωτιές, αλλά στο μαγαζί που δούλευε. Γι' αυτό και ξυλοκοπήθηκε από τους μπάτσους, για τις φωτιές που τους άναψε και για τα θελήματα που δεν τους έκανε. Έτσι με τον τρόπο αυτό οι μπάτσοι ισορρόπησαν την σεξουαλική τους ανωμαλία, στο σώμα της Βίκης. Μετά από αυτό η Βίκυ ήθελε να εξαφανισθεί από το χωριό.

Τα χρόνια πέρασαν και η περιοχή εκσυγχρονίστηκε, η ανάπτυξη ακούμπησε το χωριό και το μπαρ- σουβλατζίδικο- εστιατόριο. Η κατασκευή του μεγάλου αυτοκινητόδρομου γιορτάστηκε από όλους με χαρά, μα το χωριό μαράζωσε. Οι οδηγοί έγιναν γρήγοροι, οι φορτηγατζήδες πρέπει γρήγορα να παραδώσουν το εμπόρευμα και το μπαρ ξεχάστηκε, μαζί με το χωριό. Με τον καιρό η Βίκυ έψαξε να βρει αλλού να ζήσει, το μπαρ έκλεισε και το σπιτάκι νοικιάστηκε.

Ανάπτυξη, ταχύτητα, εκσυγχρονισμός. Όλοι πλέον οφείλουμε να κινούμαστε γρήγορα. Οτιδήποτε αργό θεωρείται απαρχαιωμένο, χωρίς καμία δυνατότητα εξέλιξης, έξω από αυτή την εποχή, μη ανταγωνιστικό και μη εμπορεύσιμο. Οποιοσδήποτε που για κάποιο λόγο κινείται αργά, δεν αναπτύσσεται και δεν εκσυγχρονίζεται.

 Γρήγορο ίντερνετ, γρήγορο ανέβασμα (upload), γρήγορο κατέβασμα  (download), γρήγοροι δρόμοι. Να φτάσεις γρήγορα στην δουλειά και να δουλεύεις γρήγορα, να πιεις καφέδες, ισοτονικά και βιταμίνες ώστε να κινείσαι γρήγορα και να σκέφτεσαι γρήγορα, γιατί ο χρόνος είναι χρήμα, γρήγορος χρόνος πολύ χρήμα, μα μην γελιέσαι, αυτό το τελευταίο - για τα χρήματα- ισχύει για άλλους όχι για σένα, εσύ το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να κινείσαι γρήγορα. Εσύ θα ζεις γρήγορα αλλά το χρήμα δεν θα φτάνει ποτέ σε σένα, δεν θα είναι ποτέ ανάλογο του τρεξίματος σου. Και έτσι θα συνεχίσεις να το επιθυμείς και θα οφείλεις την ευτυχία που δεν έρχεται σ' αυτό.

Μην γελιόμαστε, εμείς θα συνεχίσουμε να ζούμε με τις αντιφάσεις μας. Θα κινούμαστε γρήγορα, θα συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε γρήγορο ίντερνετ και γρήγορους δρόμους, θα είμαστε αποδοτικοί και γρήγοροι για τα αφεντικά, θα νομίζουμε ότι απολαμβάνουμε τους κόπους μας, μα η ζωή μας θα παραμένει αργή, σχεδόν στάσιμη, χωρίς κανένα περιθώριο ανάπτυξης με θολό ορίζοντα. Θα κυλάει μέρα με την μέρα, ο προγραμματισμός θα γίνεται μέρα με την μέρα, αλλά θα συνεχίζουμε να χαιρόμαστε ότι μπορούμε να σερφάρουμε διαδικτυακά γρήγορα, να ταξιδεύουμε γρήγορα, να είμαστε αποδοτικοί και γρήγοροι στις δουλειές μας, να νιώθουμε την ανάπτυξη, να χαιρόμαστε με νέα πολεοδομικά έργα, με νέους δρόμους, και να επιθυμούμε τα χρήματα που μας αξίζουν και δεν μας έρχονται, τα χρήματα που θα μας δώσουν την ευτυχία. Ζούμε γρήγορα, αλλά οι ζωές μας είναι στάσιμες και όλο αυτό επειδή ζούμε γρήγορα, σαν το σκύλο που κυνηγάει την ουρά του, αέναη μη κίνηση.

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Αγαπημένη μου Πρωταγωνίστρια (μέρος 8)

Αγαπημένη μου Πρωταγωνίστρια

Ο χειμώνας δεν μου αφήνει και πολλά περιθώρια. Οι κουρτίνες έχουν σκεπάσει ερμητικά τα παράθυρα των ανθρώπων και έτσι, όσο και να ψάχνω δεν μπορώ ακόμα να σε βρω.Μου μείναν οι σκέψεις και  η φαντασία. Κλείνω τα μάτια και αυτά μου ψιθυρίζουν πως τους έλειψες. Πάει καιρός που εγκατέλειψες εκείνο το μικρό διαμέρισμα και τώρα πια κάποιος άλλος μένει εκεί, χωρίς ενδιαφέρον.
Τα μάτια μου όμως γυρνούν εκεί, σε έναν παλιότερο χειμώνα, έχουν αποθηκεύσει την εικόνα από τα γυμνά  καλοσχηματισμένα πέλματα σου καθώς πατάνε γυμνά και προκλητικά, στο δάπεδο του σπιτιού σου. Τόσο ήταν η αίσθηση του ζεστού σου πέλματος, που φανταζόμουν το αποτύπωμα της πατούσας σου να έμενε για ένα δευτερόλεπτο στο κρύο δάπεδο.
 Πρώτα η φτέρνα και μετά ακολουθεί όλο το πέλμα και τελευταία τα δάχτυλα. Κυματισμός που με υπνωτίζει ηδονικά και που με κάνει να σε θέλω περισσότερο.
Να θέλω να περάσω με το δάχτυλό μου την καμάρα του πέλματος σου. Να ακολουθήσω την πορεία της καμπύλης σου.
Να νιώσω πόσο απαλό είναι εκείνο το σημείο και οι ζάρες του δέρματός σου να με οδηγήσουν στην μέθη.
Και μέσα στην λάγνα λαιμαργία μου να μην μείνω εκεί, αλλά να θελήσω να σε δοκιμάσω. Να νιώσω την γεύση σου και τις απαλές συχνότητες από το σώμα σου που περνάνε απαρατήρητες.
Σκέφτομαι την γλώσσα μου να βρέχει την καμπύλη του πέλματος σου, αργά αργά, και να συνεχίσει στα δάχτυλα σου, ακολουθώντας τον σχηματισμό τους από τα νύχια ως το σημείο που αρχίζει το άλλο δάχτυλο.
Σου γράφω λοιπόν για να σου πω πως και εγώ εγκατέλειψα το απέναντι διαμέρισμα, το παρατηρητήριο μου πλέον βλέπει δέντρα και ουρανό και στο βάθος κάποια διαμερίσματα που ίσως να κρύβεσαι σε ένα από αυτά. Αλλά είναι πολύ μακριά για να σε εντοπίσω.
Παρόλα αυτά θα συνεχίσω να σου γράφω, γιατί σε βλέπω στην καθημερινότητα σου, όταν περπατάς, όταν κάθεσαι όταν είσαι αγχωμένη ή χαλαρή, όταν νιώθεις όμορφη ή άσχημη. Θα συνεχίσω να σου γράφω γιατί μ' αρέσει να σε παρατηρώ.

Καλή Χρονιά σε όλες τις Αγαπημένες Πρωταγωνίστριες και σε αυτούς που ταλαιπωρούν.

Προηγούμενες Αγαπημένες Πρωταγωνιστριες

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Η Καρέκλα της Πατησίων



Θέλω να κάτσω. Να πάρω μια καρέκλα παλαιική και να την στήσω καταμεσής της Πατησίων.

Να θυμηθώ την Κατερίνα και τα άσκοπα λαχανητά μου, πάνω κάτω και να κάτσω.

 Να πιστέψω για μια στιγμή ότι ανασαίνω αέρα καθαρό, και ας είναι η ατμόσφαιρα θολή γεμάτη δηλητήριο.

Να ακούσω από την άσφαλτο τα βήματα του Σιδερένιου Άλογου και να προετοιμαστώ, να μην δειλιάσω.

Το μυαλό να φεγγοβολήσει και να βάλει φωτιά, στην κίνηση, στην ροή και σε ότι μέχρι σήμερα είναι δικό μου και το έχω ανάγκη.

 Έτσι θα αναμετρηθούμε ίσος προς ίσο και θα δούμε ποιος θα ανησυχήσει, ποιος θα κλάψει πάνω στις στάχτες και ποιος θα ελευθερωθεί.

Θα δούμε σε ποιον τελικά ανήκουν αυτές οι στάχτες και σε ποιόν η φλόγα.

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Για την εξέγερση του Νοέμβρη 73'



Παραθέτω ένα παλιό κείμενο που είχε μοιραστεί τον Νοέμβρη του 2008 στην Καλαμάτα, από τα "Αλάνια του Νέδοντα".  Το κείμενο υπογραμμίζει μεταξύ άλλων, την μεθοδευμένη υποβάθμιση της εξέγερσης κυρίως από το ΚΚΕ και τον περιορισμό της ως "αντιδικτατορικής". Οχτώ χρόνια μετά η Αριστερά μηδενίζει συμβολικά την εξέγερση του 73' καλώντας τον πλανητάρχη Ομπάμα. 
 Οχτώ χρόνια μετά και αφού η Αριστερά και ο λεγόμενος δημοκρατικός προοδευτικός χώρος ξεζούμισαν το Πολυτεχνείο ως το μεδούλι, ήρθε η ώρα μια αριστερή κυβέρνηση, εν μέσω τριήμερου της επετείου της εξέγερσης του 73', να κάνει το μνημόσυνο του Πολυτεχνείου με Αμερικάνο ιερέα.
Αριστερά, Δεξιά, Πολυτεχνεία, αντιμπεριαλισμός, φονιάδες των λαών, κλπ κλπ, περασμένα ξεχασμένα. Ούτως άλλως ποτέ δεν τα πίστεψαν, πάρα μόνο κατά συνθήκη.

Το κείμενο του 08':

17-11-2008

Μέσα Νοέμβρη του 2008 κι ενώ κάθε καρυδιάς λεχρίτης της κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας, εξερχόμενος από τη Βουλή, παραλαμβάνει από τα παρακείμενα λουλουδάδικα το στεφάνι του και κατευθύνεται προς το Πολυτεχνείο για να μας πει το δακρύβρεχτο ποιηματάκι του, οι δυνάμεις της καταστολής – μπάτσοι, τραμπούκοι, ασφαλίτες, ρουφιάνοι, ΜΑΤ, ΚΝΑΤ, κάμερες, κλούβες, ελικόπτερα, διαβόλοι και τριβόλοι – συσκέπτονται για την ομαλή διεξαγωγή της πορείας-λιτανείας και την απρόσκοπτη περιφορά της ελληνικής σημαίας, αλλά και της αμερικανικής, μέχρι την πρεσβεία των ΗΠΑ όπου συνήθως η δεύτερη παραδίδεται στις φλόγες εν μέσω εικονοκλαστικών οργίων της καθεστωτικής αριστεράς. Το ζητούμενο είναι η εκμηδένιση των πιθανοτήτων σύγκρουσης ή ο περιορισμός τους στο ελάχιστο δυνατό, ώστε εύκολα να περάσουν οι τυχόν συλληφθέντες από το πυρ το εξώτερο της μιντιακής προπαγάνδας περί δέκα κουκουλοφόρων, στη φιλόστοργη αγκαλιά του κάθε Μπάμπαλη της δημοκρατίας και του κάθε δικαστή.

Για 35 συναπτά χρόνια, η προπαγάνδα του ελληνικού κράτους έχει κινήσει θεούς και δαίμονες για να απογυμνώσει την εξέγερση του Νοέμβρη του 73 από τα συγκρουσιακά της στοιχεία και να της προσδώσει αμιγώς αντιδικτατορικό χαρακτήρα. Πρόκειται για το γνωστό παραμυθάκι των παιδιών που γέμισαν με σάντουιτς, βραστά αυγά και πορτοκαλάδες τα σακίδιά τους και πήγαν εκδρομή στο Πολυτεχνείο για να φωνάξουν να φύγει η χούντα, αλλά ο κακός Παπαδόπουλος θύμωσε και έστειλε τα τανκς να τα σκοτώσει. Είναι γεγονός ότι το ΚΚΕ συνέβαλε σ’αυτή την κατεύθυνση, αρχικά με την περί προβοκατόρων συνωμοσιολογία του, ενώ αμέσως μετά, όταν δεν τα κατάφερε να αποτρέψει την κατάληψη, ταλαιπώρησε όσους και όσες αυθόρμητα προσέρχονταν στο χώρο με τις περί σταδίων και περί συσχετισμού δυνάμεων θεωρίες του για να καταλήξει στο « ας πέσει η χούντα με πολιτική πίεση, βρε αδέλφια, και για λαοκρατίες και εργασιακά δικαιώματα βλέπουμε αργότερα»… Μέχρι και χορωδία για τον εθνικό ύμνο έστηνε στα κάγκελα της Πατησίων, λες και η «διεθνιστική αριστερά» δεν γνώριζε π.χ. για τις στρατιές των ακτημόνων και των ανέργων που σύρθηκαν στους δίκαιους αλυτρωτικούς πολέμους του ελληνικού κράτους για την προσάρτηση νέων εδαφών και πήγαν άψαλτοι ψέλνοντας τον εθνικό ύμνο : «Χαίρε, ω χαίρε Λευτεριά!...»
Ο κατά καιρούς κυματισμός κάποιων ελληνικών σημαιών και οι παραλλαγές παλιών τραγουδιών της τεχνοτροπίας των « γιουπι-γιά-για» προσέδιδαν ένα εορταστικό χαρακτήρα, προεόρτιο των μετέπειτα εορτασμών για την επέτειο του Πολυτεχνείου και δημιουργούσαν ένα αποπροσανατολιστικό κλίμα υπέρμετρης αισιοδοξίας σε πολλά νεαρά άτομα που η εμπειρία τους σε σχέση με τον κρατικό κίνδυνο της καταστολής ήταν περιορισμένη εφόσον και οι συγκρούσεις είχαν μπει στο γύψο για κάποια χρόνια. Ο Mίκης Θεοδωράκης λίγο αργότερα, με το ψευτοδίλημμα «Καραμανλής ή τανκς» θα συνοψίσει την οριστική συνθηκολόγηση και νομιμοποίηση της «κατά την παράδοσή της» αριστεράς.

Το ελληνικό κράτος όποτε δεν κατάφερε να εξαπατήσει τους εργαζόμενους με το ηδονικό δικαίωμα της καθολικής ψηφοφορίας, με σφαιρίδια ή ψηφοδέλτια, τους φιλοδώρησε με καυτές σφαίρες του στρατού και της χωροφυλακής, πολλές φορές και σε περιόδους δημοκρατίας όπως στην εξέγερση των λιμενεργατών της Καλαμάτας. Βέβαια, στις δύσκολες στιγμές είχε τη διορατικότητα – με τη σύμφωνη συνήθως γνώμη των προστάτιδων δυνάμεων – να αναθέτει σε εκλεκτά πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη του (Πάγκαλους, Μεταξάδες, Παπαδόπουλους) τη διεκπεραίωση πραξικοπημάτων και δικτατοριών για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των κοινωνικών αγώνων για τα δίκαια των εργαζομένων.
Το μεταπολιτευτικό ελληνικό κράτος, μετά την εξασθένιση του εργατικού κινήματος και την ενίσχυση των κατασταλτικών και αρπαχτικών του μηχανισμών, δεν έχει πλέον ανάγκη από καμία επάρατη δικτατορία : «Τα έχει όλα και (αυτό το) συμφέρει».
Την εκατόμβη των νεκρών της χούντας θα διαδεχτούν οι εκατόμβες των νεκρών της μεταπολίτευσης. Και μη χειρότερα, αν σκεφτεί κανείς ότι το 81 είχαμε και μετάβαση στο σοσιαλισμό! Έτσι έχουμε ένα μέγα πλήθος δολοφονημένων και σακατεμένων εργατών, αυτό που κομψά αποκαλούν «εργατικά ατυχήματα», όπου η ηθική -ηθικότατη θα λέγαμε- συναυτουργία του κράτους δεν μπορεί να τεθεί σε αμφισβήτηση (ενδεικτικά αναφέρουμε για μετά το 2000 τη Σωληνουργία Κορίνθου, τα ολυμπιακά κάτεργα και τους πρόσφατους 8 νεκρούς του Περάματος). Στους δρόμους της αντίστασης και των οδοφραγμάτων πολλοί θα ποδοπατηθούν και θα δολοφονηθούν από τα γουρούνια της κρατικής και παρακρατικής καταστολής (ενδεικτικά και πάλι ο μαθητής Ισιδωρόπουλος, ο Τσιρώνης, ο Κουμής, η Κανελλοπούλου, ο μαθητής Καλτεζάς, ο Τεμπονέρας…ο Μοχάμεντ Ασράφ στις 26/10/2008). Στα κρατητήρια, οι μέθοδοι βασανιστηρίων σ’ αυτούς που αντιστέκονται, σε μετανάστες και υποβαθμισμένες ομάδες εργαζομένων και κυρίως ανέργων, θα ανάγκαζαν τον κάθε Μάλλιο της δικτατορίας να ζητήσει μετεκπαίδευση. Ο Π. Κανελλόπουλος, πολιτικός της δεξιάς, λόγιος και ακαδημαϊκός, είχε δηλώσει ότι στη Μακρόνησο το κράτος χτίζει Παρθενώνες. Το μεταπολιτευτικό δικαιακό και σωφρονιστικό σύστημα «χτίζει Παρθενώνες» στον Κορυδαλλό, στην Αλικαρνασσό, στο Μαλανδρίνο… Μέσα είναι αυτοί που συλλαμβάνονται επειδή αντιστέκονται και χιλιάδες φτωχοδιάβολοι που βρέθηκαν στις παρυφές της κατεστημένης εγκληματικότητας του κράτους και των αφεντικών. Ο μόνος λόγος που βρίσκονται εκεί, ο μόνος λόγος της συνέχισης του αβίωτου βίου τους είναι ο παραδειγματισμός, ο σωφρονισμός, το «προς γνώσιν και συμμόρφωσιν» του κύριου όγκου των υποτελών που βρίσκονται στην απέξω…φυλακή.

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου αποκτά ιδιαίτερη σημασία τα τελευταία χρόνια στα πλαίσια των καπιταληστρικών αναδιαρθρώσεων στην παιδεία, της άρνησης δηλαδή από την πλευρά του κράτους και της εργοδοσίας να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις σε σχέση με τη μαθητεία των εκκολαπτόμενων μισθωτών σκλάβων. Ο Γ. Παπανδρέου είχε σχεδόν κερδίσει τις εκλογές υποσχόμενος το 15% για την παιδεία και κανένας δικτάτορας δεν τόλμησε ποτέ να καταργήσει το «δωρεάν», το «τζάμπα» της. Το 2006, εγγενείς αδυναμίες του φοιτητικού και του εργατικού κινήματος σε συνδυασμό με την καταιγιστική προπαγάνδα των ΜΜΕ, απέτρεψαν τη συνάντηση των δύο κινημάτων, κάτι που είχε επιτευχθεί με την κατάληψη του Νοέμβρη του 73, κατάληψη που θα τροφοδοτεί φοιτητικές και εργοστασιακές καταλήψεις, καταλήψεις-παρεμβάσεις ανάκτησης των δημόσιων χώρων, αυτοοργανωμένες κοινωνικές καταλήψεις για την ανακατάληψη της ζωής μας. Το 1973 οι «προβοκάτορες» φοιτητές και εργάτες πρόλαβαν να φτιάξουν τη συνέλευσή τους, πρόλαβαν τις ελεγχόμενες συνελεύσεις των Σχολών της επόμενης μέρας, πρόλαβαν να συναντηθούν με την κοινωνία και να κυλιστούν μαζί της στα εξόχως ερωτικά μονοπάτια του κοινωνικού-ταξικού πολέμου. Τα οδοφράγματα που στήθηκαν στους γύρω δρόμους καίνε, ακόμα και στις μέρες μας, σύγχρονα πολυδύναμα αστυνομικά τμήματα, ναούς καταναλωτικής πίστης και απαλλοτριώνουν δεδουλευμένα μας στα πλαίσια της κοινωνικής απελευθέρωσης.
Στη συνέλευση των εργατών, οι τροτσκιστές, οι αριστεριστές κ.λπ. ανέπτυξαν έντονα αντικαπιταλιστικές θέσεις, αν και τα εθνικοαπελευθερωτικά και αντιδικτατορικά επιχειρήματα υπήρχαν, πλην όμως σε λανθάνουσα μορφή. Οι αναρχικοί, ελευθεριακοί, καταστασιακοί της συνέλευσης του 73 υποστήριξαν τη συνολική κριτική και απόρριψη του θανατηφόρου πλέγματος εξουσίας-εκμετάλλευσης και επειδή καταλάβαιναν ότι κάποιοι δεν θα καταλάβουν το έγραψαν με μελανά γράμματα σε πανό και σε τοίχους για να υπάρχει :

ΚΑΤΩ Η ΕΞΟΥΣΙΑ
ΚΑΤΩ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ
ΚΑΤΩ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
                                                                                                                           Αλάνια του Νέδοντα 


Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Καλαμάτα, 24 Σεπτέμβρη 1991

Μια απελπιστικά αδέσποτη και ορφανή εξέγερση


Μια άγνωστη πτυχή στην σύγχρονη ιστορία των εξεγέρσεων και των συγκρούσεων στον ελλαδικό χώρο αλλά και στην ιστορία της Καλαμάτας, είναι η εξέγερση της 24ης Σεπτεμβρίου 1991. Αφορμή στάθηκε ο θάνατος του 18χρονου Δημήτρη Λαγωνικάκου ύστερα από καταδίωξη από περιπολικό. Είναι ενδεικτικό ότι στον διαδικτυακό χώρο, παρά την πληθωρική προσφορά οποιασδήποτε πληροφορίας, το συγκεκριμένο γεγονός απουσιάζει. Το καταχώνιασμα της συγκεκριμένης εξέγερσης, παρά την σφοδρότητα και την σημασία της, έγκειται στο γεγονός ότι δεν μπόρεσε να πατροναριστεί από κανένα πολιτικό χώρο. Πολλά είναι τα παραδείγματα των πρακτικών ξενιστή από διάφορους πολιτικούς χώρους και δη της αριστεράς (από Πολυτεχνείο ’73 έως Δεκέμβρη ’08). Ο λόγος της λησμονιάς μπορεί να αναζητηθεί στο γεγονός ότι στην συγκεκριμένη εξέγερση απουσίαζαν τα αιτήματα, ο πολιτικός σχεδιασμός, η καθοδήγηση και κυριαρχούσε ο οργισμένος αυθορμητισμός απέναντι στην αστυνομία. Ο στόχος ήταν ένας και καθαρός, η καταστροφή του αστυνομικού τμήματος οι ένοικοι του οποίου ήταν υπεύθυνοι για το θάνατο του 18χρονου Δημήτρη Λαγωνικάκου. Οπότε η συγκεκριμένη εξέγερση απέκλεισε εξ αρχής οποιαδήποτε πολιτική παρείσφρηση και κατέληξε στην ιστορία ορφανή, αδέσποτη και ωραία…

Επίσης, πρέπει να αναφερθεί ότι η συγκεκριμένη εξέγερση δεν ήρθε ουρανοκατέβατη. Τα γεγονότα της Καλαμάτας ήταν «εναρμονισμένα» με το συγκρουσιακό κλίμα της εποχής και αυτό μπορεί να φανεί από τα γεγονότα που προηγήθηκαν αλλά και από αυτά που ακολούθησαν. Η περίοδος ’90-’91 χαρακτηρίζεται από τις μαθητικές καταλήψεις, που ξεπερνούσαν το 70% του συνόλου των σχολικών μονάδων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Οι μαθητές εναντιώνονταν στο αντιδραστικό νομοσχέδιο Κοντογιαννόπουλου που προέβλεπε την κατάργηση των δικαιολογημένων απουσιών, την επιβολή ομοιόμορφης «ποδιάς», του ελέγχου στην καθημερινή εξωσχολική ζωή των μαθητών, την κατάργηση των σχολικών εκδρομών και την θέσπιση εξετάσεων από το γυμνάσιο στο λύκειο χωρίς τη δυνατότητα επανεξέτασης.

Οι σχολικές καταλήψεις στον ελλαδικό χώρο και οι συγκρούσεις στους δρόμους της Αθήνας συνεχίστηκαν και στην έναρξη της σχολικής χρονιάς του ’91. Οι συγκεκριμένες καταλήψεις στιγματίστηκαν από την δολοφονία του αλληλέγγυου καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα στις 9 Ιανουαρίου το 1991, που ξεσήκωσε κύμα διαδηλώσεων και σκληρών συγκρούσεων στους δρόμους. Στη γειτονική πόλη της Πάτρας αμέσως ξεσπούν άγριες συγκρούσεις με εμπρησμούς ενός περιπολικού, μιας αστυνομικής κλούβας και της καταστροφής του αυτοκινήτου του νομάρχη. Η πόλη για επτά ώρες φλέγεται. Διαδηλώσεις και συγκρούσεις συμβαίνουν σε όλη την χώρα και ειδικότερα στην Αθήνα.

Χαρακτηριστικά είναι τα γεγονότα του Οκτώβρη του ’91 –λίγες μέρες μετά τα γεγονότα της Καλαμάτας– με συγκρούσεις μαθητών με την αστυνομία και την εισβολή των δυνάμεων καταστολής στο Πολυτεχνείο, με αποτέλεσμα την σύλληψη δεκάδων ατόμων. Οι συγκρούσεις του Οκτώβρη ήταν σφοδρότατες με εμπρησμούς αστυνομικών μηχανών, ενός λεωφορείου της αστυνομίας και αυτοκινήτων τηλεοπτικών συνεργείων.

Το χρονικό της καταδίωξης

Στις 19 Σεπτέμβρη ο 18χρονος Δημήτρης Λαγωνικάκος παρέα με φίλους του κατευθύνονταν στην πόλη της Μεσσήνης, όπου λάμβανε χώρα το καθιερωμένο πανηγύρι. Στο ύψος του αεροδρομίου ο Δημήτρης δεν σταματάει σε σήμα της τροχαίας και καταδιώκεται σε παράπλευρη ερημική περιοχή. Οι φίλοι του Δημήτρη τον χάνουν από τα μάτια τους και ύστερα από αρκετή ώρα το περιπολικό που τον καταδίωκε τον μεταφέρει στο νοσοκομείο. Οι γιατροί που τον εξέτασαν διαπίστωσαν εκδορά και αιμάτωμα στην αριστερή βρεγματική περιοχή, πολλαπλές εκδορές και θλαστικά τραύματα στις κνήμες, στα γόνατα, στους αγκώνες και στην αριστερή ωμοπλάτη. Ο Δημήτρης δεν δέχεται να κάνει ακτινογραφίες και φεύγει με δική του ευθύνη χωρίς να υπογράψει το σχετικό έγγραφο και χωρίς να παραλάβει την συνταγή του γιατρού. Σημαντικό ρόλο στην συγκεκριμένη απόφαση έπαιξε, η τρομοκράτηση και ο ξυλοδαρμός που δέχτηκε από τους διώκτες του, καθώς το μηχανάκι που οδηγούσε, σύμφωνα με την αστυνομία, ήταν κλεμμένο. Βέβαια, ο ισχυρισμός της αστυνομίας φαίνεται πως μπάζει, καθώς δεν προέβη σε σύλληψή του, παρά τον άφησε να φύγει από το νοσοκομείο. Επίσης, το μηχανάκι ήταν αφημένο στον τόπο της πτώσης για τρεις μέρες μέχρι να μαζευτεί από την αστυνομία.

Πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι το θέμα για το εάν το μηχανάκι ήταν ή όχι κλεμμένο δεν μας απασχολεί, όπως δεν απασχόλησε και κανέναν τότε (εκτός από τους αστυνομικούς και λοιπούς που έψαχναν να δικαιολογήσουν την αστυνομία). Ο όρος «παραβατικότητα», εκτός του ότι είναι κρατική επινόηση για την ομαλή λειτουργία του κράτους, είναι και διάτρητος εξυπηρετώντας έτσι το κράτος ώστε να τον προσαρμόζει και να τον χρεώνει αναλόγως.

Λίγες ώρες μετά ο Δημήτρης εισάγεται για δεύτερη φορά στο νοσοκομείο με έντονες ζαλάδες. Στην ακτινογραφία που κάνει δεν διαπιστώνεται κάποιο αιμάτωμα, παρ’ όλα αυτά υποβάλλεται σε τρυπανισμό και μεταφέρεται στο νοσοκομείο της Πάτρας, όπου τέσσερις μέρες μετά πεθαίνει από εγκεφαλική εσωτερική αιμορραγία.

Οι γονείς και η πλειοψηφία της πόλης θεωρούν την αστυνομία υπεύθυνη για τον θάνατο του Δημήτρη. Η αστυνομία από την μεριά της υποστηρίζει ότι το περιπολικό που τον καταδίωξε τον βρήκε ήδη πεσμένο και χτυπημένο στο χωματόδρομο και γι’ αυτό τον λόγο τον μετέφερε η ίδια στο νοσοκομείο.

Τα επεισόδια μετά την κηδεία

Την Τρίτη 24 Σεπτέμβρη ο Δημήτρης κηδεύεται συνοδευόμενος από πλήθος κόσμου, συγγενών, φίλων καθώς και ανθρώπων που ήθελαν να εκφράσουν έτσι την αλληλεγγύη τους. Μετά το τέλος της κηδείας δεκάδες μηχανές περνώντας από κεντρικούς δρόμους της πόλης κατευθύνθηκαν στο αστυνομικό τμήμα. Οι συγκεντρωμένοι έστησαν οδοφράγματα με αναμμένους κάδους με σκοπό να αποκλειστεί η περιοχή γύρω από το αστυνομικό τμήμα. Ο συγκεντρωμένος κόσμος άρχισε να βρίζει τους αστυνομικούς για τον θάνατο του Δημήτρη και να εκτοξεύει εναντίον τους ό,τι αντικείμενα έβρισκε. Από ντομάτες και μήλα, μέχρι ξύλα και πέτρες. Καθώς η ώρα περνούσε ο συγκεντρωμένος κόσμος αυξανόταν, όπως και η συχνότητα και ο τρόπος των επιθέσεων. Εκείνο το βράδυ πάνω από 2.000 άτομα είχαν κατεβεί στην κεντρική πλατεία για να εκφράσουν έτσι την διαμαρτυρία τους για τον θάνατο του Δημήτρη. Ο κόσμος που ήταν συγκεντρωμένος δεν απέτρεψε τις επιθέσεις που γίνονταν και λειτούργησε βοηθητικά. Ο αστυνομικός διευθυντής Μεσσηνίας Χρ. Κόκκοτας εμφανίζεται με ντουντούκα καλώντας τους συγκεντρωμένους να διαλυθούν. Οι συγκεντρωμένοι δεν διαλύονται και στις 10 το βράδυ πέφτουν οι πρώτες μολότοφ που είχαν ως αποτέλεσμα να κάψουν την είσοδο του αστυνομικού τμήματος. Κάποιοι φλεγόμενοι κάδοι σπρώχτηκαν προς την είσοδο του τμήματος με σκοπό τον αποκλεισμό της. Μερικοί από τους συγκεντρωμένους ανέβηκαν σε γειτονικές ταράτσες πολυκατοικιών και από εκεί εκτόξευαν μπουκάλια και πέτρες προς τους αστυνομικούς, οι οποίοι λόγω της σφοδρότητας των επιθέσεων, καθώς και του αποκλεισμού της μπροστινής εισόδου, είχαν εγκλωβιστεί στο πίσω μέρος του αστυνομικού τμήματος. Ανοίχτηκε παρακείμενη αποθήκη ποτοποιίας όπου ο κόσμος εφοδιάστηκε με μπουκάλια, που τα χρησιμοποιούσε για την κατασκευή μολότοφ ή για να τα εκτοξεύει όπως ήταν στους αστυνομικούς.

Αργά το βράδυ κατέφθασαν αστυνομικές ενισχύσεις από Πύργο, Σπάρτη και Τρίπολη μαζί με τον αστυνομικό διευθυντή Πελοποννήσου και αποφασίστηκε ρίψη χημικών. Οι μάχες δεν περιορίστηκαν μόνο γύρω από το αστυνομικό τμήμα αλλά επεκτάθηκαν και στους δρόμους πέριξ της κεντρικής πλατείας. Το διπλανό κτίριο της νομαρχίας είχε επίσης περικυκλωθεί από συγκεντρωμένους. Δεν έλειψαν και οι μάχες σώμα με σώμα όπου πολλοί αστυνομικοί ξυλοκοπήθηκαν στα στενά γύρω από την κεντρική πλατεία. Η πολιορκία του αστυνομικού τμήματος και οι μάχες πέριξ της πλατείας κράτησαν πάνω από δέκα ώρες. Μετά τα χημικά οι επιθέσεις συνεχίστηκαν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, μέχρι που αραίωσαν και άρχισε η αντεπίθεση της αστυνομίας.

Από τις επιθέσεις των συγκεντρωμένων τραυματίστηκαν δεκαεννέα αστυνομικοί εκ των οποίων δύο σοβαρά, κάηκε η είσοδος και μέρος από την πρόσοψη του αστυνομικού τμήματος, σπάστηκαν τζαμαρίες καταστημάτων που βρίσκονταν παράπλευρα του αστυνομικού τμήματος, ενώ καταστράφηκε και η τζαμαρία της τράπεζας Πίστεως.

Εκατοντάδες άτομα ελέγχθηκαν και κυνηγήθηκαν από την αστυνομία στους δρόμους και σε πολλές γειτονιές της πόλης. Πολλοί ήταν αυτοί που για μέρες κρύβονταν, ώστε να μην συλληφθούν. Το κυνηγητό κράτησε μέχρι το απόγευμα της επόμενης μέρας, οπότε και έγιναν τρεις συλλήψεις, εκ των οποίων η μια ύστερα από άγριο ανθρωποκυνηγητό στο κέντρο της πόλης με αποτέλεσμα το ξυλοκόπημα και τον τραυματισμό τού καταδιωκόμενου. Ο εν λόγω συλληφθείς εμφανίστηκε στο δικαστήριο με μώλωπες στο πρόσωπο και μπαταρισμένο το δεξί του πόδι εξ αιτίας διαστρέμματος που προκλήθηκε όταν οι αστυνομικοί του γύρισαν το πέλμα.

Τελικώς, πραγματοποιήθηκαν δέκα συλλήψεις. Από τους συλληφθέντες, οι επτά προφυλακίστηκαν με τις κατηγορίες της παράβασης του νόμου για εκρηκτικά σε βαθμό κακουργήματος, περιύβριση της αρχής, σωματικές βλάβες, διακεκριμένες περιπτώσεις φθοράς, κατά συρροή εμπρησμούς, απείθεια κατά της αρχής και παράβαση άρθρων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας σε βαθμό πλημμελήματος.

Δύο ανήλικοι, 14 και 16 χρονών, καθώς και ένας ενήλικος, αφού τους απαγγέλθηκε κατηγορία για εξύβριση, αφέθηκαν ελεύθεροι και ορίστηκε τακτική δικάσιμος. Οι καταδικασθέντες οδηγήθηκαν στις φυλακές με τις νουθεσίες του ανακριτή Κ. Γκόρη ότι ελπίζει να μην διολισθήσουν περισσότερο στην φυλακή και μετά από την φυλάκιση να γίνουν καλοί και νομοταγείς άνθρωποι, χρήσιμοι στην κοινωνία.

Η εξέγερση του ’91 δεν ήταν υπόθεση μερικών δεκάδων ατόμων, δεν χρωματίστηκε πολιτικά και δεν ζητούσε καλύτερη αστυνόμευση. Ύστερα από εικοσιτέσσερα χρόνια αυτοί που έζησαν τις ημέρες εκείνες από το σπίτι τους, αλλά και αυτοί που κατέβηκαν στην πλατεία, έχουν να πουν μόνο για το δίκαιο ξέσπασμα όλων αυτών των νέων που συγκρούστηκαν με την αστυνομία. Αγνοούν ακόμα και σήμερα εάν ο Δημήτρης ήταν «παραβατικός» ή μη, σε αντίθεση με πολλούς ιστορικούς, δημοσιογράφους, ακόμα και συλλογικότητες που προτιμούν τέτοια γεγονότα να περνούν στην σκονισμένη λήθη της ιστορίας ως ανάξια να ασχοληθεί κάποιος. Η τραγική αφορμή αλλά και ο στόχος της εξέγερσης φαίνεται πως για πολλούς, επισκιάζεται από το ερώτημα για το εάν ένα μηχανάκι είναι κλεμμένο ή όχι. Όμως είναι ο ίδιος λόγος που κάνει κάποιους άλλους να εμπνέονται από τέτοιες ορφανές εξεγέρσεις, να τις αναζητούν, να μαθαίνουν από αυτές και να τις προβάλουν ως αναπόσπαστο ιστορικό κομμάτι της αμφισβήτησης της εξουσίας και της πορείας του ανθρώπου προς την ελευθερία.

Ελευθερόκοκκος

Πληροφορίες-Πηγές:

Οι πληροφορίες πάρθηκαν από ανθρώπους που συμμετείχαν και βρέθηκαν στα γεγονότα, από τις τοπικές εφημερίδες «Ελευθερία» και «Θάρρος», καθώς και από το βιβλίο Μαθητικές Κινητοποιήσεις 1990-1999, 10 Χρόνια Ντοκουμέντα, Μερος Α΄, Αναρχική Αρχειοθήκη, Αθήνα 2000.

Οι φωτογραφίες προέρχονται από την εφημερίδα «Ελευθερία» αριθμός φύλλου 2986, 26/09/1991.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 152, Σεπτέμβριος 2025

Πηγή: Anarchy Press

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Καλαμάτα 13 Σεπτεμβρίου 1986.

Κάτι από τα παλιά...καθώς η μηχανή ζεσταίνεται.... 

Σε μια γειτονιά της πόλης μια παρέα μικρών παιδιών στοιχίζεται το ένα πίσω στο άλλο σχηματίζοντας φαντασιακά ένα τρένο. Μόλις τα βαγόνια  έδεσαν το ένα πίσω στο άλλο, το τρένο ήταν έτοιμο να ξεκινήσει.
Το πρώτο σφύριγμα που σήμανε την έναρξη του ταξιδιού καλύφτηκε από ένα βαθύ βουητό που ερχόταν από τα σπλάχνα της γης και αγκάλιαζε ολόκληρη την πόλη και τα γύρω βουνά της. Δευτερόλεπτα του βουητού η γη άρχισε να τρέμει και νέοι ήχοι άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους. Το απρόσμενο σκηνικό γινόταν όλο και ποιο τρομακτικό σε κάθε στιγμή της εξέλιξής του με σπάσιμο τζαμιών, κεραμιδιών, ντουβαριών και ήχοι από διάφορα αντικείμενα που έπεφταν στην τρεμάμενη γη.
Το τρένο σκόρπισε. Τα βαγόνια έτρεχαν στο σκοτάδι ουρλιάζοντας και κλαίγοντας μην ξέροντας γιατί συμβαίνουν όλα αυτά τα γεγονότα. Το τελευταίο βαγόνι έπεσε στο έδαφος καθώς ένα αγαπημένο γερασμένο χέρι το κράτησε από τον αστράγαλο, προστατεύοντας το έτσι από την άσκοπη και πανικοβλημένη κίνηση σε ένα μέρος που διαλυόταν γύρω του.
Και όταν όλα τελείωσαν και αφού όλοι ακουμπούσαν την γη με τις παλάμες , λες και με αυτό τον τρόπο ήθελαν να την ησυχάσουν, για ένα δευτερόλεπτο σιωπή και σκόνη και μετά φωνές. Φωνές και έντονες κινήσεις.
Μετά από αυτό συγκεχυμένα γεγονότα. Οι αναμνήσεις μπερδεμένες. Πολλές συζητήσεις, πολλές ρωγμές, μια τηλεόραση σπασμένη, μια ανησυχία και μια αναγκαστική ξεκούραση κάτω από το θεραπευτικό αστρικό φως χωρίς μεσάζοντες, χωρίς ταβάνια και πατώματα. Την άλλη μέρα σκηνές, σπίτια γκρεμισμένα, ιστορίες για νεκρούς και θαύματα και πάλι ανησυχία. Όπως για μήνες ακόμα.
Το τρένο δεν ξεκίνησε εκείνο το βράδυ. Τα βαγόνια σκόρπισαν το καθένα με δικιά του πορεία τα επόμενα χρόνια σύμφωνα με τα πιστεύω και τις επιρροές τους.
Το μοναχικό ταξίδι των βαγονιών συνεχίζεται ακόμα , αφού το τρένο ποτέ δεν ξεκίνησε.
                                                                                                                                                                   

Απολογισμός: 22 άνθρωποι νεκροί. 300 τραυματίες. 70% των κτηρίων ακατάλληλα. 
Ο πληθυσμός της Καλαμάτας μειώθηκε δραματικά αφού πολλοί κάτοικοι, εγκατέλειψαν την πόλη μένοντας σε γύρω χωριά και σε συγγενείς και φίλους από άλλες πόλεις. Πολλοί μιλάνε ότι για λίγες μέρες μετά τον σεισμό η πόλη είχε 3.000 κατοίκους.
Μέγεθος σεισμού: 6,2 ρίχτερ και μετά από δύο μέρες 5,6 που ισοπέδωσε ότι δεν μπόρεσε ο προηγούμενος.

Βίντεο από τον σεισμό με εικόνες του τότε: 1,2





      

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Ολίγο από Μεσαίωνα, εν σωτήριο έτος 2016 μ.χ

Γάτα ευνουχίζει ιερέα. 1846
Στο μακρινό 1233 μ.χ ο Πάπας Γρηγόριος ο ένατος σε διάγγελμα του ενοχοποίησε τις γάτες συνδέοντας τες με την μαγεία και το διάβολο. Με αυτό τον τρόπο έδωσε το σύνθημα να σφαγιαστούν και να καούν οι γάτες. Δύστυχες γυναίκες καιγόντουσαν στην πυρά με την κατηγορία της μαγείας παρέα με τις γάτες τους. Μέχρι και Ναΐτες ιππότες καταδικάστηκαν γιατί τιμούσαν τις γάτες. Το κυνήγι διήρκεσε για αιώνες, μέχρι που οι γάτες πήραν την εκδίκηση τους. Στην Ευρώπη η ασθένεια της πανώλης θέρισε 100 εκατομμύρια ανθρώπους αποδεκατίζοντας έτσι το 1/3 του πληθυσμού της.
Στις μέρες μας κυριαρχούν αντιλήψεις που πηγάζουν από την εποχή του μεσαίωνα και αφορούν τις γάτες άλλα και τους σκύλους. Οι γάτες συνεχίζουν να είναι δαιμονοποιημένες, να είναι φορείς σοβαρών ασθενειών και κακοτυχίας. Για το λόγο αυτό οι άνθρωποι αρέσκονται στις φόλες και σε κάθε είδους βασανιστήρια εκφράζοντας έτσι την σεξουαλική τους ανικανότητα σε ανήμπορα ζώα.
 Υπάρχουν και αυτοί που αποφεύγουν σπίτια με γάτες λόγω διαφόρων ασθενειών που μπορεί να κουβαλούν.
Ολίγο από μεσαίωνα λοιπόν εν έτη 2016 μ.χ.

υγ. Το να κολλήσει κάποιος τοξόπλασμα από την γάτα είναι απίθανο, ενώ από τις σαβούρες που τρώει σχεδόν βέβαιο. Οι γάτες μπορούν να νοσήσουν από τοξόπλασμα μόνο σε περίπτωση ωμού φαγητού και εάν το ωμό κρέας που καταναλώσουν είναι ήδη προσβεβλημένο από τοξόπλασμα. Σε περίπτωση που γίνει αυτό οι γάτες μπορούν να μεταδώσουν τοξόπλασμα στον άνθρωπο μέσω των κοπράνων τους για δύο βδομάδες. Με το πέρας το δυο εβδομάδων το τοξόπλασμα δεν μεταδίδεται από τις γάτες. Πιθανότερος τρόπος μετάδοσης του τοξοπλάσματος είναι όχι καλά πλυμένες σαλάτες και όχι καλοψημένο κρέας. Οπότε για να μην κολλήσετε τοξόπλασμα από γάτα μην την φάτε ωμή και αν παρόλα αυτά θέλετε να την φάτε ωμή τουλάχιστον μετα τις δύο βδομάδες που δεν μπορεί να μεταδώσει τον ιο.
Καλή όρεξη λοιπόν, σε μεσαιωνικό τραπέζι και με καλεσμένο το Πάπα Γρηγόριο τον ένατο και μερικούς ιεροδικαστές.


Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

Αφήνοντας την ανάπτυξη

Αφήνοντας την ανάπτυξη της ξαπλώστρας, του γκαρσονιού και του ντελιβερά, της λευκής νύχτας, του δίμηνου Ιουλίου- Αυγούστου, της λαμογιάς της κονόμας και του έλα μωρέ. Της φιέστας, της βιτρίνας και του λάτιν καλαματιανού βραβευμένο με γκίνες.

Πακετάροντας και σφραγίζοντας παραγεμισμένες άδειες κούτες προοπτικών.
Η συνέχεια, όταν αυτές οι κούτες θα ανοίξουν
με την ελπίδα να είναι γεμάτες.

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

Ποιό Pokemon;

Το παλιό σύνθημα έλεγε: «Χιλιάδες αναμμένες οθόνες κρατούν τους ανθρώπους σβηστούς». Το σύνθημα για την εποχή του υπονοούσε τις τηλεοράσεις, αλλά εμπεριείχε και μια πραγματικότητα που ακόμα δεν είχε κάνει ολοκληρωτικά την εμφάνισή της. Οι σημερινές αναμμένες οθόνες δεν περιορίζονται μόνο στις τηλεοράσεις, αλλά επεκτείνονται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τα έξυπνα τηλέφωνα και τα tablets. Οθόνες παντού, που ευαγγελίζονται την πληροφορία, την διασκέδαση, την φιλία, τον έρωτα την επικοινωνία. Όλα αυτά, μόνο κοιτώντας μέσα από τις οθόνες.

Η κατηγορία ότι τα παραπάνω κρατάνε τους ανθρώπους σπίτια τους και μόνους έχει, πλέον, καταρρεύσει. Οι άνθρωποι μπορούν να βρίσκονται είτε στο σπίτι είτε έξω, μόνοι ή με παρέα και συγχρόνως να βρίσκονται ψηφιακά παντού, με μόνη προϋπόθεση να έχουν μαζί τους μια οθόνη αναμμένη. Έτσι μια συζήτηση ίσως δεν αρκεί και μπορεί να καταντήσει βαρετή, εάν συγχρόνως δεν συζητάς και με την οθόνη. Ένα όμορφο ή άσχημο μέρος πάλι δεν αρκεί εάν δεν το δεις και δεν το μοιραστείς μέσα από μια οθόνη. Μια επίσκεψη είναι σαν να μην έγινε, εάν δεν αναφερθεί στην οθόνη. Ένα παιδί σταματάει να κλαίει και τρώει όλο το φαί του, απλά όταν οι γονείς το βάλουν μπροστά από μια οθόνη. Ακόμα και εκείνα τα παιδικά μας μεσημέρια ραστώνης, που έπρεπε να κάνουμε ησυχία αναγκάζοντας μας να γίνουμε δημιουργικοί και εφευρετικοί για να αντιμετωπίσουμε την πλήξη, αλώθηκαν από τις οθόνες που μπορούν να προσφέρουν οτιδήποτε και μαζί με την πλήξη να σκοτώσουν και την δημιουργικότητα. Έτσι λοιπόν, όλα υπάρχουν, λύνονται και προσαυξάνονται μόνο εάν στο μεσοδιάστημα τοποθετηθεί μια οθόνη.

Η εξουσία μετατρέπει πλέον την πραγματικότητα σε κάτι λειψό, σε κάτι που δεν μπορείς να το ζήσεις στο ακέραιο εάν δεν το προσαυξήσεις μέσω της οθόνης. Αφού, λοιπόν, ο άνθρωπος, παρέδωσε την πραγματικότητα στα κρύσταλλα μιας οθόνης η πραγματικότητα υπάρχει στο ακέραιο μόνο μέσα από αυτήν. Πλέον για πολλούς η πραγματικότητα δεν φτάνει. Ο,τιδήποτε έξω από αυτό θεωρείται προς το παρόν λειψό γιατί λείπει η οθόνη. Πολλοί θα έχουμε τύχει μάρτυρες χαρακτηριστικών αντιδράσεων έκπληξης όταν κάποιος αναφέρει ότι δεν έχει facebook, έξυπνο κινητό τηλέφωνο ή ακόμα και καθόλου κινητό τηλέφωνο. Συνήθως αυτές οι αντιδράσεις περιλαμβάνουν και τις φράσεις, «μα καλά πως μπορείς;» και «σίγουρα θα αποκτήσεις, δεν γίνεται». Έτσι, λοιπόν, η πραγματικότητα απέκτησε αξεσουάρ, μια οθόνη.

Η αμέσως επόμενη εποχή θα είναι αυτή, που οτιδήποτε έξω από την οθόνη απλά θα αμφισβητείται, θα θεωρείται μη υπαρκτό και ίσως το «άθονο» άτομο να συλλαμβάνεται ως αντικοινωνικό και εντροπικό στοιχείο.

Έτσι, το κυνήγι των pokemon που μπορείς να τα δεις μόνο μέσα από την οθόνη, να κάθονται στον καναπέ σου, να περνάνε το δρόμο ή να είναι ξαπλωμένα στο καζανάκι επιβεβαιώνει την πορεία του σβησίματος των ανθρώπων μέσω της οθόνης. Οι εξουσιαστές πάντα επιθυμούσαν να δημιουργούν παραισθήσεις, που θα μπορούσαν να κρατήσουν τους υπηκόους σκυφτούς, χαρούμενους και ξεχασμένους, μεθυσμένους από μια φτιαχτή πραγματικότητα που θα τους κρατάει μακριά από το να δουν την αλήθεια. Όσο η εξαθλίωση μεγαλώνει τόσο και η εξουσία θα απομακρύνει την πραγματικότητα από την αλήθεια.

Χωρίς να πάμε ιδιαίτερα πίσω χρονικά, η πορεία ξεκινάει από την τηλεόραση, τα δωρεάν τηλεφωνικά πακέτα επικοινωνίας, τον ιστότοπο, την εικονική πραγματικότητα και καταλήγει στην προσαυξημένη πραγματικότητα. Το θηρίο πεινάει όλο και πιο πολύ και αφού η πραγματικότητα τείνει να καταβροχθιστεί, άραγε τι άλλο μένει; Και τελικά αυτή η προσαύξηση της πραγματικότητας και ο εθισμός σε αυτό, τι διαφορά έχει από τις ψυχότροπες ουσίες;

Οπότε μήπως το κακό προϋπήρχε, ποιο pokemon;

Ελευθερόκοκκος

Πηγή: Anarchy Press

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

OI «ΚΙΧΩΤΕΣ» ΤΟΥ ΙΔΑΝΙΚΟΥ

Στις 18 Ιούλη 1936 ο στρατηγός Φράνκο κάνει πραξικόπημα, μια κίνηση που ήταν αναμενόμενη από όλους…

Η μεσοπολεμική Ισπανία ήταν κυριολεκτικά ένα καζάνι που έβραζε. Η C.N.T. αριθμούσε περισσότερους από ενάμισι εκατομμύριο κόσμο. Την ίδια μέρα του πραξικοπήματος ξεκινά ένοπλη εξέγερση που μετατρέπεται σε επαναστατικό γεγονός σ’ ολόκληρη την Καταλωνία.

Όμως τα λάθη που διαπράχτηκαν εκ μέρους των αναρχικών οδήγησαν στην καταστροφή της επανάστασης. Λαθεμένες εκτιμήσεις, ιδεολογικοποιήσεις, γραφειοκρατικοποίηση, ρεφορμισμός, μετατροπή του αναρχικού αγώνα σε αντιφασιστικό, στήριξη και νομιμοποίηση της δημοκρατικής κυβέρνησης, στην οποία μάλιστα συμμετείχαν, είναι μερικά από τα λάθη που καταγράφονται.

Τα αποτελέσματα ήταν τραγικά: Το P.C.E. (K.K.I) από μια περιθωριακή δύναμη έγινε, με τη βοήθεια του Στάλιν, κυρίαρχος της κατάστασης, προβαίνοντας σε απανωτές δολοφονίες, σφαγές αγωνιστών (βασικά αναρχικών αλλά και αιρετικών Τροτσκιστών του P.O.U.M) με αποκορύφωμα την επίθεση των κομμουνιστών ενάντια στους Αναρχικούς το 1937, στη Βαρκελώνη.

Το μένος της Αριστεράς δεν στράφηκε τόσο στους φασίστες όσο σε εκείνα τα τμήματα του πληθυσμού και στους νέους τρόπους ζωής, που αυτά αποφάσισαν να δημιουργήσουν.

Το 1939 ο Φράνκο απλά επιβεβαίωσε κάτι που εξ αιτίας των Μαρξιστικών – Λενινιστικών ιδεολογημάτων (βλέπε κρατικών συμφερόντων), των τρομακτικών λαθών, αλλά και της αφέλειας των αναρχικών είχε πολύ νωρίτερα γίνει: Τη νίκη του Φασισμού.

Με αφορμή το θάνατο του αναρχικού Diego Camacho Escamez, γνωστού με το ψευδώνυμο Abel Paz, που γνωστοποιήθηκε στις 13 Απριλίου  2009 παρουσιάζουμε δύο κείμενα.

Το πρώτο αφορά την δημιουργία της αναρχικής ομάδας «Κιχώτες του Ιδανικού» και η οποία αντιτάχθηκε στην κατάσταση ρεφορμισμού και απεμπόλησης των αναρχικών απόψεων. Σ’ αυτήν την ομάδα συμμετείχε ο Abel Paz, ο οποίος περιγράφει στο βιβλίο «Ταξίδι στο Παρελθόν», την δημιουργία της.

Το δεύτερο είναι ένα από τα κείμενα της ομάδας, το οποίο κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 1937.

Οι «Κιχώτες» ήταν μια ομάδα νεαρών αναρχικών από 15 έως 17 χρόνων και το κείμενο που δημοσιεύουμε εδώ είναι χαρακτηριστικό των αναρχικών απόψεων τους. Πρόκειται για μια καταγεγραμμένη εμπειρία και στάση που δεν θα πρέπει να λησμονείται γιατί τα λάθη, εάν δεν γίνουν κατανοητά σε βάθος, επαναλαμβάνονται με ακόμα πιο άσχημα αποτελέσματα…

Κείμενο Πρώτο

«Στις 20 Ιούλη του 1936 συγκροτήθηκε η Κεντρική Επιτροπή των Πολιτοφυλακών, κάτω από συνθήκες ήδη γνωστές και γι’ αυτό δεν θα τις επαναλάβω. Η σημασία της δημιουργίας της έγινε αντιληπτή από πολύ λίγους συντρόφους, οι περισσότεροι ούτε καν το ήξεραν ή, καλύτερα, τους φαινόταν σαν μια ακόμα από τις πολλές επιτροπές που είχαν σχηματιστεί. Το ζήτημα προέκυψε μόλις στις 3 Αυγούστου, όταν πράγματι συγκαλέστηκε μια περιφερειακή ολομέλεια.

Σε εκείνη τη συνάντηση, η Περιφερειακή Επιτροπή της CΝΤ ανέλαβε την ευθύνη για τη συμφωνία και τα μέλη της έθεσαν τον εαυτό τους στη διαθεσιμότητα της οργάνωσης. Το ίδιο έκαναν και όσοι συμμετείχαν στην Κεντρική Επιτροπή των Πολιτοφυλακών: οι Γκαρθία Ολιβέρ, Ντιέγκο Αμπάδ ντε Σαντιγιάν, Αουρέλιο Φερνάντεθ, Μάρκος Αλκόν, Ρικάρντο Σανθ, ο Άσενς και νομίζω ότι ήταν κι ένας ακόμα. Η διατήρηση των προαναφερθέντων στις θέσεις τους, αυτόματα σήμαινε και αποδοχή της συμφωνίας. Η κατάσταση πλέον δεν είχε επιστροφή: ή θα γινόταν αποδεχτή η Κεντρική Επιτροπή των Πολιτοφυλακών ή όλα θα αναποδογύριζαν. Ίσως το δεύτερο να ήταν το καλύτερο, μιας και η επανάσταση μας είχε ουσιαστικά ήδη ηττηθεί, αφού δεν είχε βρει ανταπόκριση στο διεθνές προλεταριάτο. Όμως προ των πυλών βρισκόταν ο Αττίλας του πολέμου και έτσι η επανάσταση συγχωνεύτηκε με τον πόλεμο. Στο εξής θα αντιλαμβανόμασταν τα δύο πράγματα σαν ένα. Βλέποντας τα πράγματα με χρονική απόσταση, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι αυτό δεν ίσχυε με κανέναν τρόπο στο πολιτικό συνονθύλευμα που συγκροτούσε το Λαϊκό Μέτωπο.

Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η κατάσταση, όταν ο Λιμπέρτο μου πρότεινε να σχηματίσουμε μια ομάδα για να υπερασπιστούμε το ιδανικό της αναρχίας και να πολεμήσουμε, ξεσκεπάζοντας τον ρεφορμισμό που είχε αρχίσει να διαποτίζει το ελευθεριακό κίνημα.

Συζητήσαμε με τον Federico Arcos, ένα νέο μηχανικό που μας είχε προσεγγίσει από τις 19 Ιούλη και αυτός συμφώνησε να μπει στην ομάδα. Από εκείνη τη στιγμή σχηματίσαμε μια τριάδα.

Ο Λιμπέρτο μας είπε ότι στη Gracia είχε γνωρίσει συντρόφους με τους οποίους είχε συζητήσει πολύ και θεωρούσε πως ήταν έτοιμοι να μπουν στην ομάδα μας. Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε όλοι οι ενδιαφερόμενοι στο κτίριο της ελευθεριακής νεολαίας της Gracia.

Ανάμεσα στους συγκεντρωμένους βρισκόταν ο Tomas Garcia (που στο μέλλον θα γινόταν πασίγνωστος από τα κείμενα του ως «Victor» Garcia).

Είχε γεννηθεί το 1919 στη Mequinenza, αλλά είχε μεγαλώσει στη Βαρκελώνη και συγκεκριμένα στη Gracia. Όταν ήταν μικρός έπαιζε μπάλα στην πλατεία Raspall, όπου ζούσε με τη μητέρα του. Παρά τη νεαρή του ηλικία και το γεγονός ότι δούλευε χρόνια σε ένα υφαντουργείο, ήταν πολύ μορφωμένος. Νομίζω ότι παρακολουθούσε νυχτερινά μαθήματα στο «Σχολείο Εργατών». Εκεί πρέπει να τον γνώρισε ο Λιμπέρτο.

Ήρθαν επίσης ο Antonio Torralba και ο Jose Gonzalvez που ήταν ξαδέλφια, δεκαεφτάχρονοι και οι δυο τους. Ο πρώτος ήταν βιομηχανικός σχεδιαστής και ο δεύτερος δούλευε σε ένα υφαντουργείο και τον ενδιέφερε πολύ η ρώσικη λογοτεχνία. Ήξερε απ’ έξω τους κλασικούς της συγγραφείς Γκόγκολ, Αντρέγιεφ, Τουργκένιεφ, κλπ.

Η Margarira Pares ήταν η μεγαλύτερη από όλους μας. Εργάτρια σε υφαντουργείο και αγωνίστρια της CΝΤ από τα δεκατέσσερά της, όταν άρχισε να δουλεύει ως μαθητευόμενη. Το 1936 είχε εξειδικευμένο πόστο στο εργοστάσιο. Ήταν πραγματικά αυτοδίδακτη. Είχε μάθει μόνη της να διαβάζει και μόνη της πάλι είχε αναπτύξει τους λογοτεχνικούς της ορίζοντες. Ήταν καλλιτεχνική ψυχή. Έγραφε αυθόρμητα ποιήματα που θύμιζαν την τρυφερότητα του Ruben Dario.

Έπειτα ήταν ο Juan, που δεν θυμάμαι το επίθετό του. Ήταν 22 χρονών, με μια αναπηρία στο ένα πόδι. Σκιτσογράφος, εξαιρετικός σκιτσογράφος. Αυτός σχεδίασε το λογότυπο της εφημερίδας «Ο Κιχώτης» που κυκλοφορήσαμε αργότερα.

Αυτοί ήμασταν που ιδρύσαμε την αναρχική ομάδα «Οι Κιχώτες του Ιδανικού». Το όνομα ήταν ελκυστικό και περιέγραφε καλά αυτό που αισθανόμασταν, όλοι μας στην άνοιξη της ζωής, ονειροπόλοι και ιδεαλιστές που προτιμούσαμε να δώσουμε τη ζωή μας, παρά να προδώσουμε τα ιδανικά μας.

Αμέσως προέκυψε το εξής ερώτημα: θα οργανωθούμε σαν ομάδα στη FΑΙ;

Η ιδέα δεν άρεσε σε κανέναν. Ο Λιμπέρτο επιχειρηματολόγησε λέγοντας πως το να οργανωθούμε στη FΑΙ θα σήμαινε να ενσωματωθούμε σε ένα σύνολο που όλο και περισσότερο έχανε τον αναρχικό του χαρακτήρα και να εναρμονιστούμε με την κατεύθυνση του, πράγμα που ήταν αντίθετο με το σκοπό μας. Έπρεπε να είμαστε στην παρανομία. Να κινούμαστε συνεχώς και να κεντρίζουμε όπως οι σφήκες, δηλαδή να μένουμε πάντα στην αντιπολίτευση, το μοναδικό τρόπο για να δώσουμε μια ώθηση στον αναρχισμό. Όσα είπε ο Λιμπέρτο ήταν ίδια με αυτά που σκεφτόμασταν όλοι μας, γι’ αυτό δεχτήκαμε την πρότασή του».

(Άμπελ Παζ, «Ταξίδι στο Παρελθόν», έκδοση: Αναρχική Εφημερίδα ΑΛΦΑ, Ιούνης 1996)


Κείμενο Δεύτερο

Προς τον λαό,

Απευθυνόμαστε σε σένα, το λαό. Σε σένα, γιατί είμαστε τα παιδιά σου και γιατί είσαι εσύ που πάντα αυτοί (κυβέρνηση, αρχές) προσπαθούν να κοροϊδέψουν.

Και δεν πρόκειται να σου μιλήσουμε στο όνομα της C.N.T., ούτε στο όνομα της F.A.I. (Αναρχική Ομοσπονδία Ιβηρικής). Μάλλον σου μιλάμε στο όνομα του ιδανικού μας: της Αναρχίας.

Είμαστε νεαροί Ελευθεριακοί οι οποίοι, τιμώντας το όνομα μας «οι Κιχώτες», θα συγκρουστούμε με όσους προσπαθούν να επαναφέρουν τους τυράννους μας πρώτα με απατηλούς λόγους και ύστερα με τα όπλα του στρατού και των αστυνομικών δυνάμεων…

Θα συγκρουστούμε με αυτούς που, ενώ συνεργάζονται με το κράτος αυτοαποκαλούνται αναρχικοί κι ας ξέρουν ότι αναρχία σημαίνει την άρνηση της κυβέρνησης και των νόμων1.

Με αφέλεια περιμέναμε να δούμε αν, για πρώτη φορά στην ιστορία, μια κυβέρνηση θα έπαυε να είναι τυραννική και θα έκανε μια πολιτική που θα λειτουργούσε για το καλό του λαού: Αλλά βλέποντας την πρόοδο του ρεφορμισμού και την προδοσία της επανάστασης λέμε: Φτάνει πια· και θα αντισταθούμε με όλες μας τις δυνάμεις.

Και μην μας απορρίψετε αποκαλώντας μας ανεξέλεγκτους ή φασίστες.

Αυτό που μας ελέγχει και μας οδηγεί πολύ περισσότερο από την κυβέρνηση -που δεν ελέγχεται από κανέναν- είναι η απέραντη αγάπη για τον λαό. Ενώ, ανεξέλεγκτοι είναι οι φασίστες και οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι και όχι εμείς.

Ο Φασισμός είναι επιβολή, καταπίεση, σκλαβιά. Όλα τα κράτη χωρίς καμία εξαίρεση αυτοεπιβάλλονται, καταπιέζουν και υποδουλώνουν το λαό· αν και αυτοί (οι γραφειοκράτες της εξουσίας εδώ στην Ισπανία) είναι με τη σειρά τους κι αυτοί σκλάβοι, συνειδητά ή ασυνείδητα μιας οργάνωσης από αλήτες και αδίστακτους που ονομάζεται «Η τάξη των Ιησουϊτών»2.

Κάποιοι από τους υπουργούς της δημοκρατικής κυβέρνησης είναι εκατομμυριούχοι. Αυτοί, μαζί με τους Φασίστες εκατομμυριούχους έχουν αποταμιεύσει εκατομμύρια στην ίδια τράπεζα του Λονδίνου. Τα συμφέροντα και των δύο είναι ακριβώς τα ίδια. Η παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση θα τσακίσει και αυτή την τράπεζα και αυτά τα συμφέροντα. Έτσι, είναι σημαντικό ότι το μοναδικό ενδιαφέρον όλων αυτών είναι να συντρίψουν την επανάσταση που τους απειλεί και να καταστρέψουν τους επαναστατημένους εργάτες μέσα από έναν άγριο πόλεμο.

Λαέ, σκέψου χωρίς τις λογικές του φανατισμού που τυφλώνουν τα μάτια σου.

Ένας συγκεκριμένος υπουργός «του λαού» δήλωσε ήδη πριν μερικές μέρες ότι, μόλις αυτή η κατάσταση ξεπεραστεί, η Ισπανική δημοκρατία θα επιστρέψει στις πολιτικές μορφές του παρελθόντος.

Ένας «εργάτης» υπουργός επιτρέπει στις φυλακές και τα σωφρονιστήρια να συνεχίζουν να υπάρχουν ενώ ταυτόχρονα φτιάχνει στρατόπεδα συγκέντρωσης, την ίδια στιγμή που φωνάζει: «Κάτω ο Φασισμός».

Και ένας άλλος τριγυρνάει βγάζοντας λόγους σε ταυρομαχίες και μιλώντας για διεθνιστικό και πατριωτικό αναρχισμό την ώρα που ένας παλιός Καταλανός πολιτικός διατάζει το λαό να σιωπήσει και να υπακούει τυφλά στην κυβέρνηση.

Γιατί να πούμε κι άλλα;

Οι ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ δεν συνεργάζονται και δεν πρόκειται ποτέ να συνεργαστούν με καμιά κυβέρνηση.

Στείλτε την προειδοποίηση μας παντού στον λαό έτσι που να μην αφεθούν να εξαπατηθούν σαν αιώνια παιδιά, έτσι που να τσακίσουν αυτή τη βρώμικη επίδειξη με σκοπό ν’ ανοίξουν το δρόμο για τον όμορφο ήλιο της Αναρχίας.

Για τα ιδανικά μας είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε και τις ίδιες μας τις ζωές.

Αλλά θα πεθάνουμε περήφανοι, σύντροφοι, φωνάζοντας με δύναμη: Κάτω η Κυβέρνηση, Ζήτω η Αναρχία.

Φεβρουάριος 1937
Αναρχική Ομάδα «Οι Κιχώτες του ιδανικού»

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 83, Μάϊος 2009

Πηγή: Anarchy Press