Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Η μοναχικότητα μιας πέτρας

Που μπορεί να στοχαστεί κανείς; Χρειάζεται καρέκλα ή μήπως πολυθρόνα; Θα βάλει μουσική ή θα μείνει στην σιωπή.
Κάποτε οι άνθρωποι ίσως να μην ήθελαν και πολλά για να πουν πως ξεκουράζονται. Έφτανε μια πλατιά πέτρα στο χώμα, ώστε για λίγο να ξεχαστεί ο μόχθος της επιβίωσης, έφτανε για να πάρει κανείς μια ανάσα και να συνεχίσει τις εργασίες της υπόλοιπης μέρας. Σε μια πέτρα επάνω γινόταν ο προγραμματισμός μιας ολόκληρης ζωής, δύσκολης, επίπονης αλλά ουσιαστικής. Χωρίς μάταια κενά, χωρίς διαφημίσεις ζάπινγκ και like.
Η πέτρα γείωνε τις σκέψεις. Μπορεί να ήταν σκληρή και κάποιες φορές παγωμένη, σαν την ζωή του βουνού, αλλά προσέφερε απλόχερα τον χώρο της για ανασυγκρότηση και ξεκούραση, δεν θα έτριζε, ούτε θα ήθελε ποτέ επισκευή, ήταν εκεί σταθερή και δυνατή, γυμνή και χωρίς φτιασίδια, χωρίς να υποκρίνεται ότι είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που δείχνει.
Με τον καιρό οι άνθρωποι μαζεύτηκαν στις πόλεις και έμειναν μόνα τα σπίτια στα χωριά, παρέα και οι πεζούλες όπου οι άνθρωποι επικοινωνούσαν, ξεκουράζονταν και λογίζονταν. Πια οι πεζούλες δεν έχουν νέες ανθρώπινες ιστορίες να διηγηθούν, καινούργιες χαρές και καημούς να μαρτυρήσουν. Απόμειναν μόνες αυτές οι πέτρες, συνεχίζοντας τις πρoαιώνιες υπάρξεις τους, χωρίς τους ανθρώπους.
Άλλωστε, στα εκατομμύρια της ύπαρξης τους, αυτές οι πέτρες είχαν μάθει να είναι μόνες,  οι άνθρωποι ήταν μια παρένθεση στην πορεία τους. Έχουν μάθει να πορεύονται μονάχες, να εξιστορούν τους ήχους του βουνού και του ποταμού, των ζώων και την ησυχία όλων αυτών των τόπων που κάποτε υπήρχαν και οι άνθρωποι.
Καμιά φορά όμως, παρ' όλο που ξέρω ότι οι πρoαιώνιες  πέτρες τελικά, δεν έχουν ανάγκη τους ανθρώπους, δεν μπορώ, πηγαίνω σ'αυτή την πέτρα έξω απ'το σπίτι του παππού και κάθομαι. Οδηγώ προς εκείνο το σπίτι του παππού με μόνο σκοπό να κάτσω σ' αυτή την πέτρα. Να δω τι έβλεπε ο παππούς από εκεί, να ακούσω τι άκουγε και να αισθανθώ τι ένιωθε. Νιώθω ότι της δίνω ελπίδα ότι δεν έχει λησμονηθεί απ' τους ανθρώπους. Νιώθω πως χαίρεται όταν ακούει τις σκέψεις μου, όταν νιώθει την θερμότητα του σώματός μου. Νιώθω ότι προσφέρω νέες πληροφορίες σ' αυτή την πέτρα, μιλάω και τραγουδάω μόνος μου, με τον ήχο του ποταμού και των πουλιών να επενδύει το τραγούδι μου, αλλά τελικά κάνω λάθος, η πέτρα είναι που μου δίνει τις δικές τις πληροφορίες, αυτή μου τραγουδάει, το τραγούδι του δικού της χρόνου, που ο ανθρώπινος χρόνος απλά είναι μια φωτεινή ζεστή κουκκίδα στον τεράστιο χρόνο της, ένα πέρασμα στην πρoαιώνια παρουσία της στο βουνό. Μια κουκκίδα όμως που έδωσε μορφή σ'αυτή την πέτρα και πάνω της εναπόθεσε όλα τα βάρη του καθημερινού ανθρώπινου βίου ώστε να ξαποστάσει για λίγο, να κάνει ένα διάλειμμα.



Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2019

Υφέρποντες και Εκκωφαντικά Προσεκτικοί

Κλειστήκαμε σε πόλεις, σε δουλειές.

Πνιγήκαμε στην ασφάλεια και στην προετοιμασία.

Διαβάζουμε, μελετάμε, μετράμε τις αποστάσεις και υπολογίζουμε το κέρδος και τη
 ζημιά.

Είμαστε μέσα σε όλα και καταπίνουμε σιγουριές.

Χλευάζουμε και λέμε ότι γνωρίζουμε, είμαστε γρήγοροι, αλλά διεκπεραιωτικοί,
παθητικοί και άοσμοι. 

Αγνοώντας την αλήθεια του βυθού μας,
αποφεύγοντας την συστηματικά.
Γιατί έτσι μας είπαν, για προστασία.

Φωτίζουμε την νύχτα με τα χιλιόμετρά μας, αγνοούμε το φως της μέρας και
λουζόμαστε σε οθόνες.

Είμαστε προστατευμένοι και προετοιμασμένοι απ΄τον καιρό, χωρίς να έχουμε επαφή
μαζί του.

Κάναμε φίλους τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα και αυτά μας κρατάνε σφιχτά απ' το
χέρι,

μέχρι να πάψει το αίμα να κινείται.

Μας οδηγούν στον ύπνο, από κελί σε κελί, από προαύλιο σε προαύλιο, μέρα την μέρα, χρόνο το χρόνο, ζωή τη ζωή.

Μας κλείνουν ραντεβού με το θάνατο, καθημερινά.

Τραυλή η κάβλα,

μουγκός ο οργασμός.

Και όλο αναρωτιέμαι, τι να είναι όλες αυτές οι φωτιές στα όνειρα μου;

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Ένας επικήδειος που δεν γράφτηκε ποτέ

Τρεμπεσίνα Ύψωμα 731 (ο θάνατος)

Γεννήθηκες και μεγάλωσες στα βουνά. Αντιλαμβανόσουν τις αλλαγές του χρόνου, απ' τα λουλούδια, τα ζώα και τα πουλιά. Απ' τα δέντρα και την μυρωδιά της γης. Θέλησες να τα μάθεις καλύτερα όλα αυτά και γι' αυτό τα σπούδασες σε γεωπονική σχολή.
Διάβαζες, όταν στην εποχή σου αυτό δεν ήταν σημαντικό. Άνοιξες βιβλία, όταν οι άνθρωποι ένιωθαν ότι η μόνη βιβλιοθήκη είναι το βουνό και η φύση. Ανεξάντλητη και απέραντη. Και είχαν δίκιο όλοι αυτοί οι άνθρωποι, όπως είχες δίκιο και εσύ που θέλησες να συνδυάσεις τις γνώσεις. Το ένιωθες ότι ήσουν διαφορετικός και αυτό σου άρεσε, ένιωθες καλά και όμορφα που είχες κάνει ένα βήμα διαφορετικό.
Αλλά ύστερα ήρθε ο πόλεμος. Τα νέα έφτασαν και στο βουνό και εσύ
σκέφτηκες να καταταχθείς εθελοντής. Διακατεχόμενος από ένα ρομαντισμό, συνεπαρμένος από την φλόγα των γύρω σου, ακολούθησες τα γεμάτα τρένα και κατευθύνθηκες σε ένα άλλο βουνό διαφορετικό από αυτό που ως τώρα ήξερες.
Με λίγο πολύ ίδια δέντρα, λουλούδια και πουλιά, αλλά με διαφορετικό ήχο. Ήχους από σφαίρες, πολυβόλα και σφυρίγματα όλμων. Φωνές, κραυγές πόνου και ψίθυροι. Σιωπή θανάτου.
Σχεδόν τέσσερις μήνες κράτησες σε εκείνα τα βουνά. Είδες πολλούς να σακατεύονται και άλλους να πεθαίνουν και όλο σκεφτόσουν το δικό σου βουνό. Όλο δεν μπορούσες να το βγάλεις απ'το μυαλό σου, εκείνο το δικό σου βουνό, που άφησες στον μακρινό νότο.
Εκεί που έκανες να κοιμηθείς τις νύχτες, κάθε τόσο σε ξύπναγε μια ριπή από όπλο, η οποία αναμειγνύονταν με την οσμή του θυμαριού και για πολύ λίγο, μέσα στην θολούρα και μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ήσουν πάλι εκεί, στο δικό σου βουνό, στο δικό σου τόπο που μυρίζει θυμάρι.
Μια νύχτα έπρεπε να μείνεις ξύπνιος. Είχες μάθει ότι οι Ιταλοί ετοιμάζουν την μεγάλη επίθεση. Ίσως είχες ακούσει τις φήμες ότι απέναντι στο βουνό είχε έρθει και ο ίδιος ο Μουσολίνι για να οργανώσει αυτή την επίθεση.
Ήσουν ένας εθελοντής ανεβασμένος στο ύψωμα του θανάτου με την κωδική ονομασία 731.
 Σκοτάδι και παγωνιά. Ησυχία πριν την καταιγίδα. Ο μισός σε ένα λάκκο ο άλλος μισός έξω.
Άναψες τσιγάρο, ευχαριστήθηκες την πρώτη ρουφηξιά, σκέφτηκες ότι όλα θα πάνε καλά, ότι όλα προς το παρόν είναι ήσυχα, στην δεύτερη ρουφηξιά όμως δεν σκέφτηκες τίποτα, παρά μόνο άκουσες· μια ριπή πυροβόλου που στόχευσε την φωτιά σου. Αμέσως ένιωσες ένα στιγμιαίο κάψιμο στο σώμα, σωριάστηκες στο χώμα και ήσουν πάλι εκεί. Στο μέρος που ήξερες καλά. Στο δικό σου βουνό, εκεί που γεννήθηκες και μεγάλωσες. Μακριά από την βοή του πολέμου. Ελεύθερος και παραδομένος στην ησυχία της νύχτας.
Το ημερολόγιο έγραφε: 09/03/ 1941. Σημείο θανάτου: Όρος Τρεμπεσίνα. Ύψωμα 731. Έτος γέννησης: 1907. Τόπος γέννησης: Γιάννιτσα Μεσσηνίας, Όρος Ταΰγετος.

Γιάννιτσα Ταΰγετος (η γέννηση) 



Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

Τι μυρωδιά έχει το πανηγύρι; Τι χρώματα και τι ήχους; Τι ανθρώπους;

Υπάρχει μια φυλή ανθρώπων που πασχίζει για τα προς το ζην. Δεν μπορεί να απεργήσει και δεν έχει ποτέ μόνιμη έδρα.
Οι λεγόμενοι πανηγυριώτες ή παζαριώτες. Αυτοί λοιπόν όλο τον χρόνο, κυρίως από άνοιξη έως τέλη του Φθινοπώρου, φορτώνουν τα εμπορεύματά τους, όπως και όπου μπορεί ο καθένας, και γυρίζουν όλο τον ελλαδικό χώρο. 



Στήνουν παράγκες με τσιγκόφυλλα, μουσαμάδες και λιόπανα, ζούνε για λίγο χρόνο σ' αυτό τον χώρο, ανάμεσα σε σακούλες, εσώρουχα, σεντόνια, ασημικά, μυρωδιές από λουκουμάδες και σουβλάκια, στρώνουν να κοιμηθούν σε ράντζα πλάι στο εμπόρευμά τους και μετά ξεστήνουν,τα φορτώνουν και τραβάνε γι' αλλού. 

Πολλοί γνωρίζονται μεταξύ τους, μισιούνται, αγαπιούνται ή απλά ανέχονται ο ένας τον άλλον.


Τα πολλά χρόνια σ' αυτή την δουλειά δημιουργούν ιστορίες και προηγούμενα. Έχουν τα μάτια τους δεκατέσσερα, διαβάζουν κινήσεις και βλέμματα, ξέρουν ποιος ήρθε για να κλέψει, ποιος να ψωνίσει και ποιος να ρίξει μια ματιά. Οι ώρες του ύπνου τους είναι ελάχιστες, όπως και η τροφή τους. Τα μάτια τους είναι μόνιμα κουρασμένα.


Οι πανηγυριώτες είναι ένα κουβάρι ανθρώπων. Λαϊκοί, χίπηδες,"περίεργοι", καλόγριες, μοναχοί, ρωσοπόντιοι,τσιγγάνοι, αφρικανοί, πακιστανοί, έμποροι και φτωχοδιάβολοι, πτυχιούχοι και μη, καλλιεργημένοι και άξεστοι. Όλοι ένα πολύχρωμο ανθρώπινο μπλέξιμο, που συνυπάρχει και προσπαθεί να επιβιώσει. 

Και γύρω απ'αυτούς,ακόμα πιο διαφορετικοί άνθρωποι. Οικογένειες,αγύρτες,ψώνια και κλεφτρόνια. Γυναίκες με φθηνά φορέματα, με έντονα αρώματα και ντεκαπάζ και άλλες απλές και όμορφες. Άντρες που σέρνουν τα πόδια τους, που γκρινιάζουν και κουβαλάνε σακούλες. Άξεστοι,ευγενείς και λαϊκοί.
Οι άνθρωποι των αναμνήσεών μας. Των μυρωδιών, των χρωμάτων και των ήχων που γεμίζει ο νους με την λέξη πανηγύρι ή παζάρι.


Ακόμα να συμφωνήσουν αυτοί οι άνθρωποι τι είναι παζάρι και τι πανηγύρι. Άλλοι θεωρούν το παζάρι αυτό που έχει μεγάλη διάρκεια,ενώ άλλοι αυτό το θεωρούν πανηγύρι.
Όπως και να λέγεται λοιπόν, θέλει κόπο, προσπάθεια και πρέπει να έχεις ψυχή για να είσαι πανηγυριώτης ή παζαριώτης. 

Γι αυτό σεβασμό. 

Στη Βασούλα.



 Το πανηγύρι της Μεσσήνης σε ήχο εδώ



Κυριακή 18 Αυγούστου 2019

Μια παλιά ξεχασμένη ντουλάπα γεμάτη μνήμη πάθη και επιθυμίες


                                       


Στο υπόγειο του κτηρίου των αλευρόμυλων στο λιμάνι της Καλαμάτας, υπήρχε πριν από περίπου 10 χρόνια μια παλιά ντουλάπα. Την ντουλάπα αυτή την χρησιμοποιούσαν οι εργάτες των αλευρόμυλων, πιθανόν για να αλλάζουν ρούχα. Εκ πρώτης όψεως δεν είχε κανένα ενδιαφέρον, ήταν χαλασμένη και σιγά σιγά την έτρωγε η μούχλα του υπογείου. Η ντουλάπα, δεν είχε πράγματα να φυλάξει και ήταν άδεια, άλλα με μια δεύτερη ματιά φύλαγε παγωμένα κάποια στιγμιότυπα απ'το παρελθόν των ανθρώπων που δούλεψαν σ' αυτό το ιστορικό κτήριο. Στιγμιότυπα από τους πόθους τους, τα πάθη τους και ότι θεωρούσαν εκείνοι όμορφο εκείνη την εποχή.

Αποκόμματα περιοδικών με γυμνές γυναίκες σε ερωτικές πόζες, εξώφυλλα του περιοδικού ΡΟΜΑΝΤΣΟ, ηθοποιοί και τραγουδιστές καθώς και μια αφίσα του Ολυμπιακού ήταν κολλημένα στα τοιχώματα και στα εσωτερικά φύλλα της ντουλάπας. Όλα τα παραπάνω είναι αποκόμματα ενός προσωπικού χώρου και αντανακλούν ταυτόχρονα την αισθητική και τα πιστεύω ενός ευρύτερου κοινωνικού χώρου της εποχής. Το άνοιγμα της ντουλάπας λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι ήταν μια δόση "ντοπαρίσματος"και μια στιγμή ανάπαυλας, ώστε ο εργαζόμενος να μπορεί να πάρει δύναμη για τις ώρες εργασίας του στο εργοστάσιο.  Μια ντουλάπα που συγχρόνως είναι κλειδαρότρυπα, στους πόθους και στην αισθητική κάποιων ανθρώπων που δούλεψαν σ' αυτό το κτήριο. Μια ντουλάπα που έχει φυλαγμένη την μνήμη και την αισθητική μιας εποχής και ενός κοινωνικού συνόλου μιας επαρχιακής πόλης.


Η ντουλάπα λοιπόν, μπορεί να μην είχε ρούχα και αντικείμενα, αλλά αποτελεί στιγμιότυπο της αισθητικής του ανθρώπου που την χρησιμοποιούσε, μια χρονοκάψουλα της εποχής και της 
αισθητικής του 1971-1974. 

                                        


Το παραπάνω χρονολογικό πλαίσιο προκύπτει από μια σκισμένη αφίσα της ποδοσφαιρικής ομάδας του Ολυμπιακού που υπάρχει στη ντουλάπα. Η αφίσα αποτελεί το μέσο ώστε να προσδιορίσουμε χρονικά την χρήση της ντουλάπας.
Η συγκεκριμένη ομάδα παιχτών του Ολυμπιακού έπαιξε στα ελληνικά γήπεδα μεταξύ 1971-1974. Διακρίνονται οι ποδοσφαιριστές: Όρθιοι: Κουρέας, Αγγελής, Γκαιτατζής, Κόης, Γιούτσος.
Καθισμένοι: Παμπουλής, Δεληκάρης, Παππάς, Συνετόπουλος, Κουμαριάς, Υβ Τριαντάφυλλος.


Άρα μπορεί οι αλευρόμυλοι να έκλεισαν σχεδόν μια δεκαετία μετά, αλλά ο τελευταίος ή οι τελευταίοι άνθρωποι που  χρησιμοποίησαν για τελευταία φορά την ντουλάπα ως προσωπικό τους χώρο, αποτυπώνοντας την δικιά τους αισθητική στο εσωτερικό της ήταν την εποχή 1971- 74.        Έκτοτε κανείς δεν ασχολήθηκε μ'αυτή την ντουλάπα, κανείς δεν θέλησε να βάλει εκεί τα πράγματά του ή να ανανεώσει τα αποκόμματα με μια νέα ομάδα, με νέους τραγουδιστές και ηθοποιούς και φρέσκα ερωτικά κορίτσια.                  Οι αλευρόμυλοι μαράζωσαν και έκλεισαν λίγα χρόνια μετά. Η πόλη άρχιζε να αλλάζει και αυτοί που χρησιμοποίησαν αυτή την ντουλάπα θα είναι γερασμένοι ή ίσως να μην βρίσκονται στη ζωή, όπως και τα όμορφα κορίτσια που κοσμούσαν την ντουλάπα. Ο Νίκος Ξανθόπουλος που κοσμούσε μέρος από το ένα φύλλο της ντουλάπας δεν βρίσκεται πια στο καλλιτεχνικό προσκήνιο και δεν είναι πια καλλιτεχνικός αστέρας. Οι εποχές άλλαξαν. Η ξεχασμένη ντουλάπα και τα κολλημένα αποκόμματα, μπορεί να μην λένε τίποτα πια και να μην αφορά κανέναν, αλλά κάποτε ήταν ο χώρος μέσα στον οποίο οι άνθρωποι φύλαξαν αυτό που πίστεψαν, αυτό που τους άρεσε και τους προσδιόριζε μέσα στο κοινωνικό σύνολο. 
Μια ξεχασμένη ντουλάπα που στέκει αμήχανη μπροστά στη νέα αισθητική, τα νέα ινδάλματα και τους νέους σχεδιασμούς. Μια ντουλάπα που κρατάει φυλαγμένα εκείνα τα κορίτσια, εκείνη την ομάδα του Ολυμπιακού φρέσκα και πάντα νέα. Μια ντουλάπα που ακόμα περιμένει τον Άγιο Βασίλη εκείνα τα Χριστούγεννα.




Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019

Η Σιβηρία καίγεται, ο πλανήτης μετρά αντίστροφα

Οι μεγάλες πυρκαγιές που έχουν ξεσπάσει στη Σιβηρία, εδώ και 9 ημέρες έχουν ήδη καταπιεί το 1/3 της έκτασης, δηλαδή 7,4 εκατομμύρια στρέμματα. Οι πυρκαγιές πιθανόν να πυροδοτήθηκαν από πτώσεις κεραυνών. Οι καλοκαιρινές πυρκαγιές στη Σιβηρία είναι σχετικά συχνές, ωστόσο η φετινές δεν έχουν προηγούμενο  δεδομένου ότι έχουν τροφοδοτηθεί από ένα μίγμα υψηλών θερμοκρασιών με δυνατούς ανέμους.

Αίσθηση προκαλεί η πληροφορία από την Moscow Times ότι λόγω των δυσπρόσιτων περιοχών που βρίσκονται οι φωτιές καθώς και το γεγονός ότι αυτές είναι μακριά από αστικούς ιστούς και ανθρώπινους πληθυσμούς η κυβέρνηση είχε μια βραδύτητα στο να οργανώσει την κατάσβεση. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από δήλωση του κυβερνήτη της περιοχής Krasnoyarsk ο οποίος δήλωσε ότι: «Αυτό (η πυρκαγιά) είναι ένα κοινό φυσικό φαινόμενο, δεν έχει κανένα νόημα να το πολεμήσουμε, και μάλιστα μερικές φορές, ίσως να είναι και επιβλαβές».

Ο καπνός από τις πυρκαγιές ξεπέρασε το Νοβοσιμπίρσκ, την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Ρωσίας –­εκτός από άλλα μεγάλα αστικά κέντρα– και τον Αρκτικό Κύκλο έχει καλύψει 4,5 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα πάνω από την κεντρική βόρεια Ασία και πλέον έχει μεταφερθεί στην Βόρεια Αμερική. Ο καπνός από πυρκαγιές όπως αυτές αποτελείται από μικροσκοπικά σωματίδια και αέρια, όπως μονοξείδιο του άνθρακα και διοξείδιο του άνθρακα. Η έκθεση στον καπνό μπορεί να προκαλέσει την ανάπτυξη ορισμένων ασθενειών όπως καρδιαγγειακά και πνευμονικά προβλήματα. Ενώ η μακροπρόθεσμη έκθεση σε λίγες μέρες ή εβδομάδες αυξάνει τον κίνδυνο και την πιθανότητα επιπτώσεων στην υγεία, καθώς η σωρευτική δόση αυξάνεται. Οι τεράστιες απώλειες δασών που απορροφούν άνθρακα από την ατμόσφαιρα καθώς και η δημιουργία καπνού θα συμβάλουν σε αύξηση της θερμοκρασίας στη Σιβηρία.

Το βράδυ της Τρίτης οι ΗΠΑ δήλωσαν ότι θέλουν να βοηθήσουν στην κατάσβεση κάτι που το
κράτος της Ρωσίας το εξετάζει δίχως να το αποκλείει.

Ενώ το 1/3 της Σιβηρίας έχει καεί, με την φωτιά να προχωράει, κάποιες περιοχές της πλήττονται από πλημμύρες. Μάλιστα στην πόλη  Baikalsk η οποία βρίσκεται στις όχθες της βαθύτερης λίμνης του κόσμου, υπάρχουν 13 δεξαμενές αποθήκευσης ανεπεξέργαστων τοξικών αποβλήτων, οι οποίες κινδυνεύουν να πλημμυρίσουν και έτσι τα απόβλητα να χυθούν στην λίμνη.

Ο άνθρωπος έχει επιταχύνει τον προαιώνιο κύκλο της κλιματικής αλλαγής της Γης με ανυπολόγιστες συνέπειες. Η εκμετάλλευση και το κέρδος με την ταυτόχρονη απομύζηση του πλανήτη έχουν φέρει την Γη στο όριο της. Οι ίδιοι οι κυρίαρχοι που λυμαίνονται αυτόν τον πλανήτη ήδη ετοιμάζουν τα επόμενα βήματα συνέχισης της κυριαρχίας τους εντός αλλά και ακόμα εκτός Γης. Το δυστοπικό μέλλον με τον πλανήτη να καταστρέφεται και τους ανθρώπους να μην μπορούν να τραφούν απ’ αυτόν και να είναι υποχείρια της κυριαρχίας δεν είναι σενάριο αλλά σκηνή από το παρών αυτού του πλανήτη. Η μόνη διέξοδος είναι η εξέγερση ενάντια σε αυτό το παρών της κυριαρχίας ώστε να υπάρξει μέλλον χωρίς αυτήν!

Ελευθερόκοκκος

Κυριακή 4 Αυγούστου 2019

Αλευρόμυλοι Καλαμάτας. Η γειτονιά του Λιμανιού με την συσσωρευμένη μνήμη.

Αν κάποιος περιπλανηθεί στη γειτονιά του λιμανιού της Καλαμάτας μπορεί να πάρει μια γεύση από το ζωντανό παρελθόν της πόλης. Το κτήριο των αλευρόμυλων στέκει εκεί σχεδόν έναν αιώνα, κρατώντας ένα κομμάτι από την μνήμη της πόλης. Για πολλά χρόνια άνθρωποι μόχθησαν γύρω και μέσα σ'αυτό το κτήριο. Πάλεψαν και εναπόθεσαν τις ελπίδες τους για επιβίωση, στην λειτουργία αυτού του σημαντικού κτηρίου. Έχασαν την ζωή τους τον Μάη του 1932 διεκδικώντας απλώς τα αυτονόητα, να μην χάσουν την δουλειά τους.

Οι μύλοι είδαν αμέτρητα καράβια να φορτώνουν και να ξεφορτώνουν, άκουσαν ανθρώπους με παράξενες γλώσσες να μιλούν, είδαν την Μασσαλία του νότου (όπως έλεγαν τότε την Καλαμάτα λόγω της έντονης δραστηριότητας του λιμανιού) να σφύζει από ζωή. Είδαν το κόσμο να περιμένει στο λιμάνι για να μεταναστεύσει σε άλλες χώρες και ηπείρους. Είδαν κλάματα, γέλια και αποχαιρετισμούς. Είδαν μάχες να εξελίσσονται στην περιοχή του λιμανιού καθώς οι Ναζί εισέρχονταν στην πόλη. Ένα κτήριο που κρατάει με νύχια και με δόντια όλα αυτά που η τουριστικοποίηση της πόλης τα θάβει με γοργούς ρυθμούς. Πέρα απ' το φολκλόρ και το στυλιζαρισμένο, οι μύλοι στέκουν γυμνοί και ξεδοντιασμένοι δείχνοντας ένα παρελθόν που διαλύεται και μοιάζει τόσο ξένο μπροστά στην σημερινή εξέλιξη της πόλης. Το ίδιο και τα γύρω κτίσματα του λιμανιού, παλιά καταστήματα, μικρές βιοτεχνίες και παλιά σπίτια με εσωτερικές αυλές, όλα αυτά που οι πάντες τα προσπερνούν ψάχνοντας ξαπλώστρα στην τιγκαρισμένη παραλία της πόλης και αναπνευστήρα από το μεγάλο κατάστημα παιχνιδιών που βρίσκεται δίπλα απ' τους μύλους.
Αν κάποιος λοιπόν, περιπλανηθεί σ' αυτή την γειτονιά και μπορέσει να την διαβάσει, αποφεύγοντας τα μεγάλα καταστήματα και τα ξενοδοχεία, θα ακούσει τα πλοία να πηγαινοέρχονται, τις φωνές των ανθρώπων που δουλεύουν στο λιμάνι, τις μηχανές να δουλεύουν στο εσωτερικό των μύλων, θα μυρίσει τα εμπορεύματα των γύρω μαγαζιών αναμεμιγμένα με το ιώδιο της θάλασσας και θα δει εικόνες γεμάτες χρώμα και ζωντάνια.

Σήμερα οι μύλοι στέκουν αμήχανοι μπροστά στην τουριστική εξέλιξη της πόλης. Γερασμένοι και ξεχαρβαλωμένοι, σαν τους γέρους που κάθονται σε μια πλαστική καρέκλα και κοιτάζουν τον κόσμο να τρέχει χωρίς κανείς να τους δίνει σημασία.
Θα γκρεμιστούν; Θα γίνουν καζίνο; Θα γίνουν ξενοδοχείο; Όλες οι παραπάνω σκέψεις που ακούγονται κατά καιρούς στην πόλη για το τι θα γίνει κτήριο, έχουν και συμβολικό χαρακτήρα καθώς δείχνουν την αλλαγή μιας παραγωγικής και ζωντανής πόλης σε τουριστική. Δείχνουν το μέλλον που έχει προδιαγραφεί από καιρό για τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Και όπως πολύ ωραία το είχε περιγράψει ο Ηλίας Πετρόπουλος: «Δεν μένει ας πούμε επαγγελματικά κανένα άλλο μέλλον για τον έλληνα, από το να αποβεί γκαρσόνι σε τουριστικά ρεστοράν ή συλλέκτες καποτών στο δρόμο, απ’τις καπότες που θα πετάν οι ξένοι τουρίστες• τίποτα άλλο.Όσο για την γλώσσα μας, δεν νομίζω ότι έχει άλλο μέλλον, από το να αποβεί μια αργκό προς χρήση των ιθαγενών πλέον της Ελλάδος». 

Αφιερωμένο σε όσους αηδιάζουν με τον τουρισμό και αγαπούν τον τόπο τους, γιατί αυτά τα δύο δεν πάνε μαζί.








Κυριακή 30 Ιουνίου 2019

Ένα καθημερινό μεσημέρι σε μια πολυκατοικία

Μεσημεριανό καλοκαίρι σε πενταόροφη πολυκατοικία. Ανοικτές οι μπαλκονόπορτες και κουφωμένα τα στόρια στα δωμάτια που τα δέρνει ο καλοκαιρινός ήλιος.

Τα πάντα ακούγονται, συζητήσεις, τσακωμοί, κατσαρόλες,παιδιά να κλαίνε και πάει λέγοντας.Έχεις συνηθίσει το καλοκαιρινό ηχοτοπίο της πολυκατοικίας σου και πλέον το αυτί δεν επικεντρώνεται σε κανέναν ήχο, παρά τους βάζει σαν χαλί για να πατήσει επάνω ο πολυπόθητος μεσημεριανός σου ύπνος.

Ξαπλώνεις στο κρεββάτι και την στιγμή που μια σταγόνα σάλιο πάει να τρέξει στο μαξιλάρι το αυτί σου πιάνει έναν ήχο διαφορετικό, ένα βζζζζζζζζ- βζζζζζζζζ. Βγαίνεις από τα βάθη των μπερδεμένων σου ονείρων και προσπαθείς να καταλάβεις τι είναι αυτό το βζζζζζζζ, από που έρχεται το βζζζζζζζ. Σκέφτεσαι ότι είναι drone, μέσα στο λιοπύρι ποιος μαλάκας πετάει drone και τι θέλει να δει; Μας έχουν πρήξει μ' αυτά τα drone οι μαλάκες οι ματάκηδες!

Ανοίγεις την μπαλκονόπορτα και αντιλαμβάνεσαι ότι ο ήχος είναι απ' την απέναντι πολυκατοικία, ψάχνεις να βρεις από ποιο όροφο και τότε τι βλέπεις; Έναν φουσκωτό τυπά μόνο με το ελαστικό του μποξεράκι να έχει βγει στο μπαλκόνι και να ξυρίζει με την κουρευτική μηχανή τα πόδια του. Ρε δεν πάει καλά ο κόσμος σκέφτεσαι! Ο τυπάς είναι όρθιος, έχει ακουμπήσει την πατούσα του σε μια καρέκλα και ξυρίζει γάμπες και μπούτια. Ανοίγει τα πόδια του ώστε να ξυρίσει καλά και το ανάμεσα σημείο και αλλάζει πόδι για να είναι ομοιόμορφα ξυρισμένος. Στο τέλος πάει στα κάγκελα του μπαλκονιού δίπλα απ'την Ελληνική σημαία που κυματίζει στον ζεστό ουρανό και ξυρίζει τα χέρια του έξω από το μπαλκόνι ώστε κάποιες τρίχες να πάνε στον από κάτω όροφο, λερώνοντας το μπαλκόνι του γείτονα και άλλες στο πεζοδρόμιο. Μετά από αυτό ο καθαρός από τρίχες φουσκωτός, μπαίνει στο σπίτι του και χάνεται πίσω απ' τις κουρτίνες.

Και εκεί που πίστευες ότι η παράσταση της αποτρίχωσης έλαβε τέλος, μια άλλη παράσταση αρχίζει στο δίπλα μπαλκόνι.Τυπάς ανοίγει την μπαλκονόπορτα γυμνός. Σκύβει παίρνει το ποτιστήρι, ανοίγει την βρύση, γεμίζει νερό και ποτίζει τις δυο του μαραμένες γλάστρες. Δύο ποτιστήρια σε ένα στο ίδιο μπαλκόνι!

Βλέπεις και αυτό και σκέφτεσαι ότι παίζει αυτοί οι δύο να σου κάνουν πλάκα ή η ζέστη σε έχει βαρέσει κατακούτελα! 

Σάββατο 8 Ιουνίου 2019

Ο Χοντροκεφάλας είναι ένα πρόβλημα.

Χθες το βράδυ είχαμε γατοκαβγά στην αυλή. Όλα εξελίσσονταν ομαλά, ο γάτος Μάου (ο γείτονας που θέλει να μας υιοθετήσει)  καθόταν στο περβάζι του παραθύρου και παρατηρούσε τον Χάχα που έκανε κωλοτουμπίδια ενώ η Τούφα αραχτή στο σαλόνι του σπιτιού σκεφτόταν την μεσημεριανή της τσιπούρα.
Το σκηνικό άλλαξε δραματικά όταν ξαφνικά εμφανίστηκε ο πολλά βαρύς γάτος ονόματι Χοντροκεφάλας. Ο Χοντροκεφάλας είναι γνωστός στο γατήσιο βασίλειο της γειτονιάς για τις ηγεμονικές και εξουσιαστικές του τάσεις. Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες απ’ την πάνω γειτονιά που επιβεβαιώνουν τον βίαιο και λαίμαργο χαρακτήρα του. Ο Χοντροκεφάλας λοιπόν ανέβηκε τις σκάλες της αυλής και αφού τραμπούκισε τον Χάχα, έδωσε ένα σάλτο και ανέβηκε στο περβάζι του παραθύρου για να τραμπουκίσει τον Μάου. Ο Χοντροκεφάλας γρύλισε και φούντωσε την ουρά του, ο Μάου μάζεψε τα αυτιά πίσω και χωρίς να χάσει στιγμή σφαλιάρισε τον Χοντροκεφάλα που ανταπέδωσε.
Επακολούθησαν γατήσιες κραυγές, η Τούφα ξύπνησε από το όνειρο της τσιπούρας και φουντωμένη κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα. Ήθελε να βγει έξω να καθαρίσει μα η πόρτα ήταν κλειστή. Κοιτάζει τους δούλους της επίμονα και απαιτεί να της ανοίξουν την πόρτα ΤΩΡΑ! Όπως και έγινε. Εν μέσω κραυγών και ποδοβολητών η Τούφα πετάγεται έξω και αντικρίζει τον Χοντροκεφάλα να καταδιώκει τον Μάου στα σκαλιά, αναγκάζοντάς τον να πηδήξει την εξώπορτα.
Η Τούφα φουντώνει την ουρά μετατρέποντάς την σε βουρτσάκι μπουκαλοκαθαριστή και κατεβαίνει ΑΟΥΑ τα σκαλιά με τις πάντες. Ο Χοντροκεφάλας τα χάνει καθώς βρίσκεται εγκλωβισμένος μεταξύ σκαλιών και εξώπορτας και βλέπει το λευκό χοντρό βέλος να είναι έτοιμο να τον κατατροπώσει εκδιώκοντας τον απ’το βασίλειό της. Πριν καλά καλα πέσει πρώτη σφαλιάρα ο Χοντροκεφάλας δίνει ένα σάλτο και πηδάει και αυτός με την σειρά του απ’ την εξώπορτα.
Η Τούφα επέστρεψε μετά από λίγη ώρα στο σαλόνι της, αφού είχε βεβαιωθεί ότι ο Χοντροκεφάλας ήταν μακριά, συνεχίζοντας το όνειρο της μεσημεριανής τσιπούρας.

Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

ΜΑΗΣ 1934 Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΗΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ



-Τι θα μπορούσε να μας πει μια προβλήτα λιμανιού και ένας παλιός αλευρόμυλος;
 Αν περιπλανηθούμε κάποια στιγμή στο λιμάνι της Καλαμάτας, ίσως μπορέσουμε να νιώσουμε τους πόθους, τα όνειρα και τον μόχθο των ανθρώπων που έζησαν σ’ αυτό το μέρος. Το ίδιο μπορεί να συμβεί αν οδηγήσουμε τα βήματά μας και στο κουφάρι των παλιών αλευρόμυλων, που δεσπόζει δίπλα στην προβλήτα του λιμανιού. Το κτήριο παραμένει παρέα με πολλά μηχανήματα, διοικητικά χαρτιά και σακιά με την επωνυμία των αλευρόμυλων. Ακόμα και τα αποκόμματα από εφημερίδες και περιοδικά της εποχής  που βρίσκονται κολλημένα στις ντουλάπες των εργατών μαρτυρούν με τον τρόπο τους κάποια ιδιαίτερα μυστικά των τελευταίων ανθρώπων που δούλευαν εκεί λίγο πριν κλείσουν οι μύλοι. Το λιμάνι και οι αλευρόμυλοι έχουν πολλές ιστορίες να μας διηγηθούν. Ιστορίες για ανθρώπους που ήρθαν από μακριά και για άλλους που ήταν γεννημένοι σ’ αυτό τον τόπο και συνυπήρχαν στο λιμάνι δουλεύοντας για κάποιο αφεντικό πλουτίζοντάς το ενώ οι ίδιοι έμεναν σε προσφυγικά παραπήγματα στην παραλία και σε διάφορες λαϊκές γειτονιές της Καλαμάτας. Η ιστορία όμως που έμελλε να σημαδέψει αυτό το μέρος δεν είναι χαρούμενη αλλά βαμμένη με το αίμα δεκάδων απεργών και αλληλέγγυων. Η αιματοβαμμένη εξέγερση των λιμενεργατών και των μυλεργατών τον Μάη του 1934 ενάντια στα αφεντικά και το κράτος άφησε πίσω της οχτώ νεκρούς, δεκάδες τραυματίες και πολλές υλικές καταστροφές σε  διάφορα κτήρια εκ των οποίων αυτό της τράπεζας Αθηνών, το σπίτι ενός εκ των ιδιοκτητών των μύλων ‘’Ευγγελίστρια’’ Πάστρα καθώς και το τραμ της πόλης. Η εξέγερση της Καλαμάτας στις 9 Μαΐου του 1934 δεν είχε ‘’μέντορες’’ και ‘’επαναστατικές κομματικές φυσιογνωμίες’’ αφού οι εργάτες είχαν αποκηρύξει τέτοιου είδους αποστήματα μέρες πριν το αιματοκύλισμα.  Γι’ αυτό το λόγο τα γεγονότα της Καλαμάτας παρά την δραματική εξέλιξη που πήραν και τον θόρυβο που προκάλεσαν σε όλο τον ελλαδικό χώρο δεν έγιναν ποτέ σήμα κατατεθέν ως ''μοντέλο αγώνα'' για την καθεστωτική αριστερά. Μάλιστα προς αποφυγή οποιοδήποτε πολιτικού προσεταιρισμού από το κώμα του λαού καθώς και για τωρινά συμπεράσματα σε πρακτικές του κώματος σχετικά με τον χαρακτήρα που θα πρέπει να έχει μια εξέγερση, είναι καλό να αναφερθεί ότι η 2η ολομέλειά του ΚΚΕ τον Νοέμβριο του 1934 ανακοινώνει ότι

Καλαμάτα 9 Μάη 1934 (Μια άλλη ιστορία)

Μια άλλη ματιά στην αιματηρή απεργία της Καλαμάτας στις 9 Μάη το 1934.
Αναδημοσίευση από Χρόνος για Ξόδεμα 




















Για την εξέγερση των μυλεργατών στην Καλαμάτα τα τελευταία χρόνια έχουν γραφτεί πολλά, από διάφορο κόσμο που έχει αναδείξει το ζήτημα. Έγω παραθέτω το κείμενο του Μπούρμπουνα για τα γεγονότα του Μαίου του 1934.
Ωστόσο μέσα στις γενικές πληροφορίες που μας έχουν εξιστορήσει η παλιοί έιναι και μια που σχετικά πρόσφατα έφτασε στο αυτί μου, απ τον μπαρμπά Μήτσο τον Βάγια, αντάρτη στα χρόνια του εμφυλίου στην περιοχή του Μωριά. 
Κατά την προσπάθεια της κατάπνιξης της απεργίας των εργατών στην Καλαμάτα το 34 ο αξιωματικός που έλαβε την εντολή εκ των ανωθεν για πύρ και διέταξε τους στρατιώτες να καταπνίξουν την απεργία ονομαζόταν Διακουμογιαννόπουλος. Μετέπειτα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου ο ΕΛΑΣ έχοντας έλλειψη αξιωματικών ζήτησε την ένταξη του Διακουμογιαννόπουλου στο αντάρτικο. Ο ίδιος τους είπε: "έγω είχα δολοφονήσει εργάτες το 34 στην Καλαμάτα, πως θα μπορέσω τώρα να έρθω μαζί σας;". Τελικώς ο Διακουμογιαννόπουλος (Στέλιος νομίζω στο μικρό) αναδείχθηκε σε μια απ τις ηγετικές μορφές του ΕΛΑΣ στη Μεσσηνία αλλά και σε ολόκληρη την Πελοπόννησο.
Για την ιστορία, ο μπαρμπά Μήτσος που μου έχει εξιστορήσει πολλά από εκείνα τα χρόνια, ζει και βασιλεύει, 90κάτι χρονών. Η δική του προσωπική ιστορία θα μπορούσε να γίνει κάλλιστα ταινία.



Ραντεβού στους μύλους...χέσε τα Jumbo!!!



Στους μύλους.

Που είδαν πλοία να φεύγουν για την Αμερική,

γεμάτα ελπίδα και καημό.

 

 Άσπρα μαντήλια, μαύρα τα δάκρια

και μια καρδιά που σπαρταράει

ξεχασμένη στον λιμενοβραχίονα,

περιμένοντας στους κάβους

την ημέρα

που το πλοίο θα ξαναδέσει.

 

Στους μύλους

του μόχθου για κάτι καλύτερο.

Της σκλαβιάς των χρημάτων και της καταπίεσης.

Των όπλων,

του αίματος

και των πληγωμένων ονείρων.

Στους μύλους της έκρηξης,

 της εξέγερσης

και του γκρεμίσματος της μηχανής.

 

Μέχρι να βγει και η τελευταία πνοή,

μέχρι να γκρεμιστεί η μηχανή,

το ραντεβού οφείλει να είναι

στους μύλους.

ΚΑΛΑΜΑΤΑ1934: Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Το παρακάτω κείμενο είχε δημοσιευτεί τον Δεκέμβριο του 2002 από την αναρχική εφημερίδα Διαδρομή Ελευθερίας.

Η πόλη της Καλαμάτας αριθμεί σήμερα πάνω από 50 χιλιάδες κατοίκους. Η ανεργία είναι ένα από τα βασικά προβλήματα της πόλης, όπως άλλωστε και όλης της περιοχής της Πελοποννήσου. Σήμερα λίγα εργοστάσια έχουν μείνει στην περιοχή, κυρίως μικρές βιοτεχνίες. Το μόνο μεγάλο εργοστάσιο είναι αυτό της καπνοβιομηχανίας Καρέλια το οποίο συνεχώς απολύει εργάτες καθώς αποκτά νέα μηχανήματα που αντικαθιστούν τα εργατικά χέρια. Η τεχνολογική «ανάπτυξη» είναι για άλλη μια φορά η αιτία για την δυστυχία πολλών ανθρώπων.

Κάτι ανάλογο έγινε στην πόλη και το 1934. Όμως, την εποχή εκείνη, σε αντίθεση με την σημερινή αδράνεια, οι αντιδράσεις οδήγησαν σε μια αιματοβαμμένη εξέγερση που ανέδειξε τη δύναμη που κρύβουν μέσα τους οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι.

Το 1934 οι εργάτες στο λιμάνι της Καλαμάτας (που τότε ήταν ένα από τα πιο δραστήρια λιμάνια στον ελλαδικό χώρο) ήρθαν αντιμέτωποι με τα τεχνολογικά «επιτεύγματα» της εποχής. Στο λιμάνι λειτουργούσαν τότε οι μεγάλοι αλευρόμυλοι «Ευαγγελίστρια». Πολλά καράβια που μετέφεραν σιτάρι έφθαναν εκεί για την παραγωγή αλευριού. Οι ιδιοκτήτες των μύλων (Πάστρας και Τραβασάρας) είχαν αποφασίσει να αγοράσουν ένα νέο μηχάνημα το οποίο θα ρουφούσε το σιτάρι από τα αμπάρια των πλοίων και θα το οδηγούσε κατευθείαν στον μύλο. Αυτό βέβαια θα είχε σαν συνέπεια την απόλυση πολλών από τους φορτοεκφορτωτές που έκαναν μέχρι τότε την δουλειά αυτή. Για να αποφευχθούν οι σίγουρες αντιδράσεις, το κράτος αποφάσισε να δίνονται στους εργάτες 6 δραχμές για κάθε τόνο σιταριού που θα εκφορτωνόταν από την «ρουφήχτρα». Όμως οι

Σάββατο 4 Μαΐου 2019

Γκάζι και πιτόγυρο

Πήχτρα η πόλη, πήχτρα η ζωή. Κίνηση,βαβούρα και μποντιλιάρισμα. Μια ζωή στο λούκι, σε τεντώνουν από εδώ σε μαζεύουν από εκεί και το μόνο που σκέφτεσαι είναι να πας σπίτι στη γυναικάρα σου. Τι ζητάς; Ένα πιάτο σπιτικό φαΐ. Για ποιο λόγο άλλωστε να παντρευτεί κάποιος;
Να μπεις στο σπίτι να φωνάξεις, Γυναίκαααα γύρισαααα και να στρογγυλοκάτσεις στο τραπέζι περιμένοντας ένα λαχταριστό πιάτο... όχι πάλι ΦΑΚΕΣ ρε πούστη μου! 
Αλλά επειδή δεν θέλεις να στεναχωρήσεις την γυναίκα, θα αισθανθείς μια αδιαθεσία,μια κούραση και έτσι θα καλύψεις το γεγονός ότι δεν θες τις Fuckες της.
Θα την αποφύγεις διακριτικά, έχοντας στο μυαλό σου την ψησταριά του Μήτσου στην πλατεία και θα στρίψεις αριστερά αλλάζοντας ρεύμα και δωμάτιο και εκεί θα σκεφτείς ότι το ίδιο έκανες και προχθές στο δρόμο όπου η γυναικάρα σου σε είχε ενημερώσει ότι είχε, Μπάμιες ρε πούστη μου!!!
Θα θυμηθείς εκείνη την στιγμή ελευθερίας, τότε που τσάκισες ένα πιτόγυρο από τον Μητσάρα της πλατείας, επάνω στο μηχανάκι. Το δεξί χέρι στο γκάζι, να αμολάει καμένο καύσιμο η διχρονίλα του παπιού και το αριστερό να κρατάει σφιχτά το πιτόγυρο τεντωμένο για φλας και να πέφτεις σε λακκούβα και να φεύγουν κομματάκια γύρου στην άσφαλτο,
την τύχη σου την αλανιάρα που ούτε ένα πιτόγυρο δεν μπορεί να απολαύσει κανείς σ' αυτούς τους δρόμους.
Να σου παίρνει ο αέρας τα μαλλιά, να σου σκάνε μυγάκια στο πρόσωπο και στο πιτόγυρο και να νιώθεις την υπέρτατη ελευθερία ρε πούστη μου.
Ακούς εκεί φάκες!!!

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

Τουρισμός και Σαϊτοπόλεμος

                Όταν το έθιμο γίνεται πολιτιστικό προϊόν  
                                 
Είχα στριμωχτεί και εγώ, παρέα με χιλιάδες άτομα γύρω απ’το παρκινγκ του Νέδοντα για να παρακολουθήσω ακόμα μια φορά το σαϊτοπόλεμο. Τραγική ειρωνεία είναι ότι την ώρα που έμπαινε
στον χώρο το μπουλούκι απ’το οποίο έφυγε η θανατηφόρα σαΐτα, μιλούσα με το άτομο που πριν 19 χρόνια, είχε κινηματογραφήσει ο Κώστας Θεοδωρακάκης  να παίρνει φωτιά εξαιτίας της ανάφλεξης του ταγαριού του. Ένα λεπτό μετά είδα μια σαΐτα να φεύγει ψηλά και ασυναίσθητα έτρεξα προς το μέρος που έπεσε βλέποντας πεσμένο στο πεζοδρόμιο, δίπλα στην πεσμένη του κάμερα, τον εν λόγο εικονολήπτη με πολύ σοβαρό και εμφανές τραύμα στον κρόταφο. Είναι ο πρώτος θάνατος, στο εδώ και ένα αιώνα, έθιμο του σαϊτοπόλεμου. Είχαν υπάρξει κατά καιρούς τραυματισμοί αλλά μόνο μεταξύ σαϊτολόγων και ποτέ μεταξύ θεατών.

Κύρια αιτία είναι ο χώρος διεξαγωγής και εκεί θα πρέπει να εστιαστεί το ενδιαφέρον και όχι στο ίδιο το έθιμο. Ο λόγος λοιπόν στο ότι για έναν αιώνα σχεδόν δεν είχε υπάρξει νεκρός ή τραυματισμός θεατή, είναι ότι το έθιμο γινόταν εδώ και πολλές δεκαετίες σε γήπεδα που υπήρχαν προστατευτικά κιγκλιδώματα και οι θεατές βρίσκονταν αρκετά μακριά από τους σαϊτολόγους. Δύο είναι οι λόγοι που τα γήπεδα της πόλης σταμάτησαν να φιλοξενούν τον σαϊτοπόλεμο: α) η τοποθέτηση πλαστικού χλοοτάπητα και β) η τουριστικοποίηση της Καλαμάτας. Ενώ ο πρώτος λόγος φαντάζει προφανής, λόγω του ότι το πλαστικό είναι εύφλεκτο ο δεύτερος ίσως είναι πιο δυσνόητος αλλά είναι εξίσου προφανής και «εύφλεκτος». Τα γήπεδα που κάποτε φιλοξενούσαν τον σαϊτοπόλεμο ήταν στα όρια της πόλης και σε γειτονιές με στενούς δρόμους και σχετικά με δύσκολη πρόσβαση ειδικά για άτομα που δεν ξέρουν την πόλη της Καλαμάτας. Η ραγδαία τουριστική προβολή της Καλαμάτας αναπόφευκτα παρέσυρε και τον σαϊτοπόλεμο όπου με την συγκυρία του πλαστικού χλοοτάπητα μεταφέρθηκε στο κέντρο της πόλης ως τουριστικό προϊόν ώστε να μπορούν να το δουν όλοι. Η μεταφορά δικαιολογήθηκε από τον Δήμο και από το γεγονός ότι στις αρχές του αιώνα το έθιμο γινόταν στο κέντρο της πόλης. Έτσι μαζί με την κατασκευασμένη σύνδεσή του σαϊτοπόλεμου με την επανάσταση του 1821 δημιουργήθηκε ένα ολοκληρωμένο προϊόν που ήταν έτοιμο προς πώληση και μάλιστα με πολλές εκπτώσεις στην ασφάλεια.  Θυμάμαι κάτι δεκαετίες πριν να ψάχνουμε να βρούμε αν θα γίνει σαϊτοπόλεμος, τι ώρα και που, ενώ τώρα όλοι γνωρίζουν και το θεωρούν δεδομένο ότι θα γίνει. Ο τουρισμός φολκλοροποιεί ήθη και έθιμα και τα μετατρέπει σε εμπόρευμα.

Όλοι σπεκουλάρουν ψάχνοντας μέσα από γενικεύσεις και απλουστεύσεις ενόχους, ενδιαφερόμενοι τάχα για την ανθρώπινη ζωή. Αλλά είναι ξεδιάντροπα υποκριτές. Γιατί τα κανάλια στήριξαν και πρόβαλαν για χρόνια ένα έθιμο που τώρα λυσσάνε να καταργηθεί; Τότε δεν ήταν επικίνδυνο; Στον ίδιο επικίνδυνο χώρο δεν γινόταν και πριν από λίγα χρόνια το έθιμο; Αφού τόσο ενοχλούνται, εγώ θα επιθυμούσα με τεράστια χαρά, να μην προβάλουν τίποτα από τις σαΐτες.

Το κονδύλι για την αγορά μπαρουτιού και χαρτιού για την κατασκευή σαϊτών  προέρχεται από το υπουργείο οικονομικών και έχει εγκριθεί ομόφωνα από όλες τις δημοτικές παρατάξεις. Ακόμα και η αστυνομία στηρίζει τον σαϊτοπόλεμο και αφήνει το έθιμο να διεξαχθεί. Οπότε για ποια παρανομία μιλάμε όταν όλο το Κράτος συμμετέχει και βοηθά στην διεξαγωγή αυτού του εθίμου;

Αντί λοιπόν ο Δήμος να προστατεύσει το έθιμο βρίσκοντας κάποιο ανοιχτό χώρο, από τους τόσους που κατέχει, να τον περιφράξει και να το διαμορφώσει με ελάχιστα χρήματα ώστε να γίνεται εκεί, επέλεξε το κοσμοπολίτικο και αφύλαχτο κέντρο της πόλης. Αντί λοιπόν ο δήμαρχος Νίκας να βάζει κάγκελα στο πάρκο Σιδηροδρόμων, με το 1/10 αυτών των χρημάτων, θα μπορούσε να είχε περιφράξει ένα χώρο έξω από την Καλαμάτα, ώστε να γίνεται με ασφάλεια για τους θεατές το έθιμο του σαϊτοπόλεμου. Με αυτό τον τρόπο οι σαϊτολόγοι θα εισέρχονταν στον χώρο με δική τους ευθύνη και έτσι οι θεατές θα ήταν απόλυτα ασφαλείς.

Στην επιλογή του χώρου βέβαια, δεν ευθύνεται μόνο ο Δήμος αλλά όλοι οι καλαματιανοί που δέχτηκαν χωρίς αντίδραση αυτή την μεταφορά του σαϊτοπόλεμου σε χώρο επικίνδυνο για τους ίδιους. Όλοι οι καλαματιανοί παρέβλεπαν το γεγονός ότι αργά ή γρήγορα θα προέκυπτε ένα σοβαρός ή θανατηφόρος τραυματισμός.

 Η σπέκουλα του γεγονότος του θανάτου του Κώστα Θεοδωρακάκη για πολιτικούς-κομματικούς σκοπούς είναι χαρακτηριστική στο ότι έχει χαθεί το μέτρο. Η μονομέρεια των ευθυνών μόνο στον δήμαρχο Νίκα γίνεται εκ του πονηρού και για καθαρά προεκλογικούς σκοπούς. Όλοι ανεξαιρέτως στήριζαν και στήριξαν τον σαϊτοπόλεμο και όλοι μας ευθυνόμαστε εξαιτίας της μη αντίδρασή μας για την επιλογή του συγκεκριμένου ακατάλληλου χώρου διεξαγωγής. Μήπως όλοι έχουμε εθιστεί σ’αυτή την ελαφρότητα και τον εντυπωσιασμό του τουρισμού και παραβλέπουμε τα προφανή; Μήπως δεχόμαστε χωρίς καμία αντίδραση πράγματα που θα έπρεπε  να έχουμε λόγο;


Πέμπτη 25 Απριλίου 2019

Η ιστορία της μικρής Δουνκέρκης 24-28 Απριλίου 1941 στην Καλαμάτα.


22.000 στρατιώτες της Κοινοπολιτείας στριμώχνονται στην παραλία της πόλης από τους Ναζί


28 Απριλίου 1941. Οι Ναζί προελαύνουν στην Πελοπόννησο. 22.000 στρατιώτες της 16ης και 17ης Αυστραλιανής Ταξιαρχίας, που αποτελείται κυρίως από Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς καθώς και Βρετανούς, αλλά και εκατοντάδες Γιουγκοσλάβους, Παλαιστίνιους και Κυπρίους, εγκλωβίζονται στην παραλία της Καλαμάτας. Η εκκένωση αρχίζει στις 24 Απριλίου με καΐκια, μικρά σκάφη και με αερακάτους. Η εκκένωση γινόταν βραδινές ώρες αφού την ημέρα τα γερμανικά στούκας βομβάρδιζαν την πόλη της Καλαμάτας, ώστε να αποτρέψουν την διαφυγή των στρατιωτών που βρίσκονταν στην πόλη. Το βράδυ της 26ης προς 27ης Απριλίου καταφθάνουν επτά βρετανικά πολεμικά πλοία και επιβιβάζονται σ’ αυτά  8.650 στρατιώτες. Την ίδια νύχτα μια αεράκατος έχοντας ξεμείνει από φωτοβολίδες που θα βοηθούσαν στην προσθαλάσσωση, συντρίβεται στην θάλασσα της δυτικής παραλίας και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή του Κορδία. Από τα επτά μέλη πλήρωμα διασώζονται  τρεις που τους περισυνέλεξε ένας αρμένιος ψαράς με την βάρκα του.



Το μεσημέρι της 28ης Απριλίου ολιγάριθμη εμπροσθοφυλακή των Ναζί μπαίνει στην Καλαμάτα. Συλλαμβάνονται κάποιοι βρετανοί οι οποίοι βρίσκονταν στην είσοδο της πόλης για να κατευθύνουν στρατιώτες που κατεύθυναν στην πόλη. Οι Ναζί εγκαθίστανται στο λιμάνι της Καλαμάτας στο κτήριο του τελωνείου και στήνουν δύο πυροβόλα όπλα, το ένα στην συμβολή των οδών Ναυαρίνου και Κανάρη και το άλλο Ναυαρίνου και  Μαιζώνος.





Οι χιλιάδες εναπομείναντες στρατιώτες είναι μαζεμένοι στους ελαιώνες της παραλίας στην περιοχή
της σημερινής Ανάστασης. Πολλοί ντόπιοι τους προσφέρουν φαγητό κρασί και ούζο και  οι στρατιώτες τους λένε ότι φεύγουν αλλά θα γυρίσουν πάλι, παρόλο που ήξεραν ότι δεν θα επέστρεφαν ποτέ.  Ένα πυροβόλο όπλο είχε στηθεί από τους αυστραλούς στην συμβολή των οδών Ναυαρίνου και  Ηρώων. Ένας λοχίας νεοζηλανδός ο Jack Hinton παίρνει μια πρωτοβουλία επίθεσης στους Ναζί. Μαζί με 12 νεοζηλανδούς, το βράδυ της 28ης Απριλίου προχωράει σε δρόμο παράλληλο με την  Ναυαρίνου με σκοπό να εξουδετερώσει τα πυροβόλα των Ναζί. Διεξάγονται σφοδρές μάχες με την υποστήριξη πλέον και άλλων νεοζηλανδών στρατιωτών. Η μάχη κράτησε μέχρι τις 4 τα ξημερώματα όπου οι Ναζί παραδίδονται λόγω έλλειψης πυρομαχικών. Οι μάχες διεξήχθηκαν ακόμα και μέσα σε σπίτια και μεταξύ μπαλκονιών. Ο απολογισμός ήταν 41 νεκροί και 60 τραυματίες για τους γερμανούς και 33 νεκροί και πάνω από 50 τραυματίες για τους βρετανούς.

Φαρών και Ναυαρίνου το πρωί 29 Απριλίου

Ενώ εκείνη την νύχτα θα μπορούσε να ολοκληρωθεί η εκκένωση, καθώς πλέον οι αυστραλοί ελέγχουν την παραλία, μια ασυνεννοησία οδηγεί στον εγκλωβισμό των 7.000 στρατιωτών. Πλοίο που είχε ήδη φτάσει στην ακτή το βράδυ της μάχης, παραλαμβάνει περίπου 332 στρατιώτες και στέλνει μήνυμα σε επτά πλοία που βρίσκονταν στα ανοιχτά. Το σήμα ανέφερε ''Βombs in Harbour'' (Βόμβες στο Λιμάνι), αλλά ο ασυρματιστής το παράκουσε ως ''Bosche in Harbour ''! (Γερμανοί στο Λιμάνι).Η λέξη ''Boche'' είναι συντόμευση της γαλλικής  λέξεως  ''caboche'', που σημαίνει ''χοντροκέφαλος'', ''ανόητος'', ''ηλίθιος''.  Το μήνυμα, σύμφωνα με το αγγλικό ναυτικό, δεν παραλαμβάνετε καθαρό και φτάνει με αρκετές ώρες καθυστέρηση και έτσι οι πλοίαρχοι των πλοίων βλέποντας τις λάμψεις και τις εκρήξεις που σημειώνονταν στην παραλία από την μάχη βγάζουν το συμπέρασμα ότι οι Γερμανοί έχουν μπει και καταλάβει την πόλη. Όταν ο Ναύαρχος έλαβε το σήμα  διέταξε τα πλοία να αποχωρίσουν από την περιοχή, δεδομένου ότι οι Ναζί είχαν καταλάβει την πόλη. Το τραγικό αυτό λάθος είχε ως αποτέλεσμα να συλληφθούν στην Καλαμάτα 7000 άνδρες  ενώ πολλοί θα μπορούσαν να είχαν διασωθεί, και να μεταφερθούν στην Κρήτη.


Τα πλοία φεύγοντας έστελναν φωτεινά σήματα στην στεριά: ''Λυπούμαστε πολύ". Οι στρατιώτες μη μπορώντας να καταλάβουν το λόγο της αναχώρησης των πλοίων φτιάχνουν φανταστικό σενάριο για ύπαρξη ιταλικών πλοίων που πλησιάζουν την Μεσσηνία. Επικρατεί απελπισία.
Έτσι η νίκη στην πολύνεκρη μάχη ήταν χωρίς αντίκρισμα καθώς το ξημέρωμα 7.000 στρατιώτες συλλαμβάνονται από τους Ναζί και οδηγούνται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι 7.000 στρατιώτες οδηγούνται από τους Γερμανούς μέσα από την πόλη. Εντύπωση κάνει στους ντόπιους ότι οι συλληφθέντες τραγουδούσαν, γελούσαν, ενώ υπήρχε ακόμα και άτομο που έπαιζε ακορντεόν.
Παρόλο αυτά η διαδικασία εκκένωσης συνεχίστηκε μέχρι και την 1η Μαΐου καθώς πολλοί στρατιώτες κατέφυγαν στην Μάνη και κάποιοι στην Πυλία και από εκεί μεταφέρθηκαν στην Κρήτη ή στην Μέση Ανατολή.

Στρατιώτες που διέφυγαν στην Μάνη. Φώτο από Τραχήλα

Αφήγηση του Βασίλη Ι. Μανιάτη δημοσιευμένη στο www.tharrosnews.gr
«Θυμάμαι, άλλοι από τους συμμάχους, που δεν είχαν παραδοθεί, έφευγαν για τα βουνά. Μέσα από τον ξεροπόταμο Νέδοντα έφευγαν βορινά της Καλαμάτας, κι άφηναν μέσα στις μάντρες του ποταμού παλάσκες- όπλα- ασφυξιογόνες μάσκες- κιβώτια σιδερένια με σφαίρες, μέχρι και ένα οπλοπολυβόλο.
Φεύγοντας, ζητούσαν «μπρέντ και γουότερ», ψωμάκι και νερό.
Οι καλοί μας γείτονες τους έδιναν ό,τι είχαν και τους γέμιζαν τα παγούρια με νερό. Αυτοί, σε ανταπόδοση, έδιναν ρολόγια, ξίφη, ασημένιες ταυτότητες, πιστόλια, ασημένιους σταυρούς κ.ά., αλλά οι καλοί και πονετικοί Έλληνες δεν έπαιρναν τίποτα από όλα αυτά. Κοίταζαν μόνο να τους βοηθήσουν. Ποιος ξέρει τι να έγιναν αυτοί οι άνθρωποι!
Όλα αυτά, θυμάμαι, γίνονταν στη θέση «Κοτρώνι», σημερινή ιχθυαγορά.
Ένας στρατιώτης, ψηλός και ροδοκόκκινος, μου χάρισε μια ασφυξιογόνο μάσκα και την έκρυψα κάτω από το κρεβάτι μου. Όμως, το ανακάλυψαν οι γονείς μου και την έθαψαν βαθιά στην αυλή μας. Φόβος και τρόμος από τους κατακτητές. Είχαν ειδοποιήσει τους Καλαματιανούς να παραδίδουν σ’ αυτούς ό,τι στρατιωτικό είδος είχαν, ή έβρισκαν, αλλιώς επί τόπου θανατική εκτέλεση. Θυμάμαι ακόμα ότι στο σημείο εκείνο –θέση «Κοτρώνι» οδού Σπάρτης τότε- είχαν εγκαταλείψει και ένα στρατιωτικό «τζιπ» ξεσκέπαστο με ένα μεγάλο ασύρματο και ένα μεγάλο πολυβόλο. Είχε ακόμα και ένα ραδιόφωνο, το οποίο μετέδιδε συνέχεια».

Πηγές:

Βιβλίο Η. Μπιτσάνη: https://eleftheriaonline.gr/images/2/pdf/2021/battleofkalamata1941.pdf
 








Κυριακή 14 Απριλίου 2019

Ο Μπάμπης χρειαζόταν ένα Πλυντήργιο

Σήμερα θα σας μιλήσω για τον Μπάμπη. Ο Μπάμπης ζούσε στην ίδια παλιά πενταόροφη πολυκατοικία με εμένα. Ποτέ δεν κατάλαβα τι δουλειά έκανε, αλλά πάντα τον έβλεπα τα μεσημέρια να παρκάρει ένα κόκκινο βανάκι και να κατεβαίνει από αυτό με μια ολόσωμη φόρμα εργασίας. Εγώ έμενα ακριβώς επάνω από τον Μπάμπη και τα καλοκαίρια ειδικότερα έβγαινε στο μπαλκόνι που το έψηνε ο ήλιος και μιλούσε για ώρες ατελείωτες στο τηλέφωνο, για την πουτάνα την κοινωνία, για τον καναδό που συνάντησε και του είπε να πάει Καναδά για δουλειά, για τα τριαξονικά και τα καμπυλατέρια. Και όλα αυτά χωρίς μπλούζα από πάνω κάνοντας βόλτες στο μπαλκόνι με το σώβρακο. Και όλο και έξυνε τα παπάρια του ο Μπάμπης και όλο και μιλούσε για το φως που δεν βλέπει στην Ελλάδα και όλο ψηνόταν ο Μπάμπης στο μπαλκόνι απ'το φως του ήλιου.

Το βράδυ ο Μπάμπης όταν δεν λουζόταν με axe για να βγει βόλτα χαλάρωνε στο σπίτι. Έβαζε δυνατά τον ήχο στην τηλεόραση και έσκαγε ένα δυνατό μπάφο στέλνοντας σήματα καπνού που φαίνονταν από τον Ταΰγετο. Καμιά φορά ξυπνούσα τα χαράματα από την τηλεόραση του Μπάμπη και τον φανταζόμουν να τον έχει πάρει ο ύπνος στον καναπέ παρέα με χαρτιά από σουβλάκια, με μυρωδιά μπάφου και η τηλεόραση να πηγαίνει γόνα τελεμάρκτινκ για βούρτσες πατουσών και έξυπνες κόφτες λαχανικών. Καμιά φορά του φώναζα του Μπάμπη να κλείσει την τηλεόραση αλλά χωρίς επιτυχία, μια φορά θυμάμαι είχα πάρει και ένα σφυρί και κοπανούσα το πάτωμα μπας και ξυπνήσει ο Μπάμπης απ’ την μαστούρα. Μάταια όμως, έπρεπε να μάθω να αποκοιμιέμαι με τις ατάκες για τις βούρτσες πατουσών. Μια νύχτα ο Μπάμπης με ξύπνησε γιατί είχε καλέσει φίλους απ’το χωριό. Η ώρα 3.30 το πρωί και το δωμάτιο μου είχε αρωματιστεί με άρωμα χασισιού του Μπάμπη και των φίλων του. Φωνές κακό, σαματάδες και μέσα σ’όλα στις 3.30 παραγγέλνουν σουβλάκια από το μοναδικό μαγαζί που ήταν ανοιχτό τέτοια ώρα. Βγαίνω στο μπαλκόνι και σαν κακιασμένος μπάρμπας βάζω την μπάσα μου την φωνή και τους λέω να σκάσουν. Ήμουν έτοιμος να μου απαντήσουν αλλά αντί για απάντηση άκουσα κάτι μπαμ μπουμ και μετά να κλείνει η συρόμενη μπαλκονόπορτα με δύναμη. Μόκο και λούφα ο Μπάμπης.

Αυτός ήταν ο Μπάμπης, ένας λαϊκός 30αρης με βαριά προφορά. Τα καλοκαίρια ο Mπάμπης είχε παρέα. Μια 55αρα plus έμενα στο σπίτι του Μπάμπη παρέα με το σκυλάκι της. Ο Μπάμπης τα έδινε όλα στο κρεβάτι. Με καύσωνες, με μεσημεριανά  40αρια, με βραδινή κουφόβραση και υγρασία ο Μπάμπης έδινε πόνο. Και ΑΑΑ και ΟΥΥΥ και Έλα Μάναμ ο Μπάμπης έδινε βροντερό παρών στο πήδημα, λες και έβγαζε εκεί όλη την μοναξιά του χειμώνα. Φωνές κακό ο Μπάμπης και εγώ όλο και φανταζόμουν τι να κάνει αυτό το δύσμοιρο το σκυλάκι. Ένα πρωί ο Μπάμπης με ξύπνησε γιατί πάλι γαμούσε. Με ξύπνησε την στιγμή της κορύφωσής του. Αχχχχ..αχχχχ χύνω μωρό μου χύνω μαναμμμ!!!! Αφού έχυσε ο Μπάμπης, ξύπνησα και εγώ και πήγα στην τουαλέτα. Ο φωταγωγός της τουαλέτας επικοινωνούσε με την τουαλέτα του Μπάμπη. Ακούω τον Μπάμπη μετά το γαμήσι να κατουράει. Κάτι του λέει η 55αρα αλλά ο Μπάμπης δεν ακούει καλά και την ρωτάει: Τιιιι; Εκείνη του λέει κάτι για έναν αποροφητήρα. Και εκείνος της απαντάει: Τι αποροφητήρα μωρό μου, πλυντήργιο θέλουμε!!! Εκείνη απορεί με την απάντησή του και εκείνος τις λέει μεταξύ τινάγματος και τραβήγματος στο καζανάκι: Πλυντήργιο μωρό μου γιατί εμείς εδώ Χύνουμε. Χύνουμε στα σεντόνια, στα ρούχα και στα σώβρακα. Και τραβάει καζανάκι.
Αυτός ήταν ο Μπάμπης που ποτέ δεν έμαθα το όνομα του, αλλά για εμένα ήταν ο Μπάμπης.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

Τρέξιμο- Έρωτας και ξανά τρέξιμο

Απόγευμα γκρίζο.Βροχερό και υγρό.

Εκείνος τραγουδάει με μια κιθάρα και ένα ενισχυτή στην έξοδο του σταθμού του μετρό το τραγούδι You are so beautiful.

Το τραγούδι του εισβάλει από την είσοδο στην στοά του μετρό και διαχέεται στο σταθμό.

Εκείνη ανεβαίνει τις σκάλες τρέχοντας κρατώντας ένα ποτήρι καφέ στο χέρι.

Κινείται ανάποδα με την κατεύθυνση του ήχου του τραγουδιού.

Πλησιάζει στα τελευταία σκαλιά και τον βλέπει να τραγουδάει.

Τα βλέμματα τους συναντιούνται την στιγμή τουYou are so beautiful και ο τραγουδιστής της χαμογελάει, σαν να της απευθύνει τον στίχο.

Εκείνη ανταποδίδει το χαμόγελο και φαίνεται ότι δεν προλαβαίνει να επεξεργαστεί τι αισθάνεται καθώς βιάζεται, κάτι την τραβάει απ'το μανίκι.
Συνεχίζει να τρέχει και απομακρύνεται αλλά με ένα χαμόγελο.

Εκείνος έχοντας ένα μειδίαμα, συνεχίζει να τραγουδάει με τα μάτια κλειστά.

Εκείνη σταματάει να τρέχει και ψάχνει το πορτοφόλι της,γυρίζει πίσω και του αφήνει λίγα ψιλά,του χαμογελάει για τελευταία φορά και ξανατρέχει.

Εκείνος έμεινε μόνος να τραγουδάει και εκείνη όλο και απομακρύνεται μέχρι που εξαφανίζεται.


Κυριακή 10 Μαρτίου 2019

Το Καρναβάλι της Νέδουσας


Πριν πολλά χρόνια, μια Καθαρά Δευτέρα, ξεκινήσαμε με τους γονείς μου και με μια φίλη μου για το χωριό Νέδουσα στον Ταΰγετο.  Μετά από ένα μισάωρο δρόμο λίγο πριν μπούμε στο χωριό, μας σταμάτησαν τρεις τέσσερις τύποι ντυμένοι με προβιές, ελαφρώς μεθυσμένοι. Τα πρόσωπά τους ήταν μουτζουρωμένα με κάρβουνο. Ένας από αυτούς, στα κατάμαυρα χέρια του, κρατούσε ένα ταψί γεμάτο λιωμένο κάρβουνο• όχι δεν ήταν αντάρτες ούτε ορεσίβιοι ληστές που θα μας άρπαζαν και θα ζητούσαν λύτρα, αλλά κάτοικοι του χωριού Νέδουσα. Αφού λοιπόν μας κατέβασαν από το αμάξι, ακούμπησαν τα χέρια τους στο ταψί και μας μουτζούρωσαν το πρόσωπο. Η παραπάνω κίνηση ήταν η πρώτη από μια σειρά καρναβαλικών εθιμοτυπικών διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα στο χωριό.

Η καρναβαλική τελετή είχε ξεκινήσει από νωρίς το πρωί όπου ο θίασος κρατώντας ένα μεγάλο κοφίνι, με νταούλια και φλογέρες πηγαίνουν στα σπίτια που βρίσκονται στην άκρη του χωριού. Εκεί μουτζουρώνουν τους ιδιοκτήτες των σπιτιών και αυτοί αφήνουν διάφορα τρόφιμα στο κοφίνι. Κάθε σπίτι έχει ένα κέρασμα για τον θίασο, κάτι για τσίμπημα και ασφαλώς πολύ κρασί και τσίπουρο! Η παραπάνω διαδικασία ονομάζεται Αγερμός και ολοκληρώνεται στην πλατεία του χωριού όπου όλοι οι κάτοικοι τρώνε μαζί ότι υπάρχει στο κοφίνι. Ο Αγερμός κυκλώνει το χωριό και μουτζουρώνει τα ακριανά σπίτια για να ασφαλίσει το χωριό για να ξορκίσει το κακό και να μην εισέλθει στο χωριό. Είναι η προετοιμασία για το ξεκίνημα του καρναβαλιού.

Ο θίασος αποσύρεται και

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Εκκολαπτόμενες «ανεξάρτητες» κωλοτούμπες. Μια ιστορία των δημοτικών εκλογών

Έχει αναφερθεί ότι η πολιτική δεν είναι τίποτα άλλο παρά εξαπάτηση. Κοινώς άλλα λέω, άλλα εννοώ και άλλα κάνω, αλλά κάτω  από το πρίσμα της πολιτικής τα παραπάνω φαίνονται να μην αναιρούν το ένα το άλλο αλλά να χαρακτηρίζονται από σύμπνοια. Έτσι λοιπόν όποιος ασχολείται με την πολιτική δεν γίνεται να ξεφύγει από τον παραπάνω μηχανισμό της εξαπάτησης.

Υπάρχει ένας πολιτικός συνδυασμός στην Καλαμάτα όπου για μήνες έλεγε ότι είναι ανεξάρτητος και έτσι μάζευε στους κόλπους του διάφορους υποψηφίους δημοτικούς συμβούλους. Ο εν λόγω συνδυασμός τελικά πήρε πρόσφατα το χρίσμα από τον Σύριζα ενώ ο επικεφαλής του εξηγούσε την «ανεξαρτησία» του, τον πλουραλισμό των πολιτικών τάσεων στην παράταξή του κλπ κλπ. Την στιγμή λοιπόν όπου όλοι οι υποψήφιοι του εν λόγου συνδυασμού παπαγάλιζαν τα «ανεξάρτητα» λεγόμενα του επικεφαλής , ο επικεφαλής είχε είδη επαφές με Σύριζα και ήταν έτοιμος να δεχτεί την πολιτική του στήριξη. Ο Σύριζα τελικά ανακοινώνει την στήριξη επίσημα και ο επικεφαλής του συνδυασμού απαντάει με μια γενική, αόριστη επιστολή που αποτελεί εξαίσιο δείγμα πολιτικής που δεν αρνείται την στήριξη αλλά περιέχει ωραίες φράσεις όπως «ανεξάρτητο ρόλο της δημοτικής αρχής…» κλπ κλπ, με μόνο σκοπό να θολώσει όσους μπορούσε και να κρατήσει στο μαντρί του συνδυασμού αυτούς που πιστεύουν ότι είναι σ’ ένα «ανεξάρτητο» συνδυασμό αλλά και αυτούς που θέλουν την στήριξη του Σύριζα.

Κάπως έτσι την «πάτησε» και εκκολαπτόμενος πολιτικός που