Βρέθηκα κάποτε σε μια πλατεία.


Έλεγα τότε που άναβε η φλόγα,
πως η μόνη μου πατρίδα είναι τα παιδικά μου
χρόνια,
τώρα που η φλόγα εδραιώθηκε στην καρδιά,
ξέρω πως η μόνη μου πατρίδα
είναι τα δάκρυα,
που αλατίζουν του χρόνου τις σκισμένες
σελίδες,
γύρω απ’ το χαμόγελό μας.
Δεν θα μείνω άλλο εδώ,
στον ήχο των ρολογιών των άλλων
και στην πατρίδα που αυτά ορίζουν.
Πάω να ξεψαχνίσω τον εαυτό μου,
και ό,τι βρω
με το ζόρι φορεμένο,
θα το βάλω σ' ένα μπουκάλι.
Θα κόψω και θα δέσω μια τούφα απ 'τα μαλλιά
μου
βάζοντας φωτιά,
στον αφρό αυτού του κόσμου.
Εύξυ
Στο πιο ψηλό βουνό η Νία,
με τις απάτητες κορυφές του·
μακριά
απ’ όσους ανασαίνουν και πατούν σε τούτο δω τον κόσμο.
Μια στριφογυρισιά σ’ ένα ζεϊμπέκικο
και μια κραυγή προς τα μέσα ήταν ο ρυθμός σου·
ο κόσμος σου ολάκερος ένα παράπονο.
Βαρέθηκες, το ξέρω,
μα σε ψάχνουν τα παιδικά μου χρόνια, τα καλοκαίρια της στρωματσάδας
και οι συζητήσεις των μεγάλων τα βράδια στην αυλή,
λίγο πριν έρθει ο ύπνος απ’ τα ανοιχτά παράθυρα.
Καργιόλη θάνατε,
πόσο έντονα χρωματίζεις την ζωή;
Μας παρακολουθείς να μονολογούμε,
να κάνουμε στροφές στα αλώνια της ζωής,
να ερωτευόμαστε και να απελπιζόμαστε
γιατί όλο κάτι δεν είναι αρκετό.
Μεγαλώνεις μαζί μας,
μετράς τις ανάσες,
τρέφεσαι απ’ την ύπαρξή μας.
----------------------------
Αυτές δεν είναι μόνο λίγες λέξεις για μια ζωντανή μνήμη,
αλλά και για ένα παιδί που μεγαλώνει,
χάνοντας στο υλικό πεδίο, ένα κομμάτι που πάντα πίστευε πως θα είναι εκεί δίπλα.
Λευκή κουρτίνα ανεμίζει στην μπαλκονόπορτα.
Παράδοση, παύση μάχης, ανακωχή.
Μεταίχμιο, κόψη, μετεωρισμός.
Όλα τα ναι και τα όχι μαζί.
Κράτημα ανάσας, μεταξύ συντριμιών και πελάγου.
Ας είναι,
"όπως τον έβρω τον καιρό".
Παντρεύτηκε μικρή η γιαγιά, όπως συνηθίζονταν τότε.
Μανιάτισα στην καταγωγή, μελαχρινή με ίσο μακρύ μαλλί. Τα δυο της μαύρα μάτια,
φάνταζαν σαν κάρβουνο λίγο πριν συναντηθεί με την φωτιά και έδεναν με το
σκουρόχρωμο δέρμα της. Σε μιαν άλλη ζωή θα είχε δικό της κατάμαυρο κουρσάρικο
και με το πλήρωμά της θα διαφέντευε τις θάλασσες, μα σ’ αυτή ήταν απλά μια πολύ
όμορφη γυναίκα. Είχαν να το λένε στην
πόλη για την ομορφιά της γιαγιάς· άλλωστε ακόμα κυκλοφορεί στις συζητήσεις των
οικογενειακών τραπεζιών πως αυτό το γονίδιο της ομορφιάς, η ξαδέρφη της η Κορίνα
το αξιοποίησε σε παγκόσμιο διαγωνισμό καλλιστείων με την ανώτερη διάκριση.
Εκείνη τράβηξε για Αμερική και διάβαινε με περπάτημα σαλονάτης γάτας τις πασαρέλες,
αλλά η γιαγιά έμεινε στο χώμα και τις φραγκοσυκιές, βαδίζοντας στις νεροφαγιές με
χάρη πεινασμένης αλητόγατας.
Η γιαγιά έκανε δύο κορίτσια, έφηβη αυτή με δύο παιδιά να γυροφέρνουν στα φουστάνια της και πίσω της μια φωτογραφία μ’ ένα όμορφο ζευγάρι να περιδιαβαίνει την μικρή πόλη κοιτάζοντας και χαμογελώντας ο ένας στον άλλον. Ήταν τόσο ταιριαστοί και όμορφοι οι δυο τους σ’ αυτή την φωτογραφία, που τα ντουβάρια της πόλης ζωντάνευαν γύρω απ’ το περπάτημά τους. Αλλά έπρεπε να γίνει μάνα.
Πέρασαν λίγα χρόνια με αρκετές δυσκολίες και άρχισε η ζήλια, κακό πράγμα η ζήλια. Πήγαινε ο παππούς για δουλειά στις οικοδομές και όλο του έλεγαν για την όμορφη γυναίκα του καθώς και για τον φίλο τους που όλο μαζί τους βλέπανε. Και όλο πετούσε τις λάσπες πιο δυνατά στα ντουβάρια της οικοδομής. Μέχρι που μια μέρα τηλεφώνησε κάποιος απ’ την γειτονιά στον παππού που έλειπε στην Αθήνα για δουλειές. «Ο φίλος σου είναι στο σπίτι με την γυναίκα σου» του είπε. Πήρε την αστυνομία ο παππούς και έφυγε άρον άρον από την Αθήνα με μια μηχανή.
Η γιαγιά έμενε στο σπίτι παρέα με τους γονείς της.
Μπούκαραν στο σπίτι αστυνομικοί και εισαγγελέας και έσυραν αυτή και τον εραστή
της στο αυτόφωρο. Τα παιδιά ήταν στην άλλη γιαγιά τους και δεν είδαν τι έγινε. Μέτραγαν
οι αστυνομικοί τις κλίνες που έχει το σπίτι, είδαν τα κλινοσκεπάσματα, μέτρησαν
και πόσα άτομα ήταν στο σπίτι και έτσι έβγαλαν το συμπέρασμα πως είχε διατελεσθεί το έγκλημα της μοιχείας!
Σχεδόν ένα χρόνο έκανε η γιαγιά φυλακή και λίγο παραπάνω ο εραστής της. Όταν μπήκε φυλακή ήταν ήδη έγκυος η γιαγιά. Γέννησε στη φυλακή και το παιδί αργότερα το μεγάλωσε μαζί με τον εραστή της που τελικά όταν ο νόμος το επέτρεψε την παντρεύτηκε και έζησαν μαζί ως το τέλος της ζωής της. Για πολλά χρόνια η γιαγιά παρακαλούσε τον παππού να αναγνωρίσει το παιδί, μιας και ο νόμος δεν άφηνε τους εγκληματίες μοιχείας να παντρευτούν μεταξύ τους.
Η γιαγιά από ντροπή δεν ξαναγύρισε στην μικρή πόλη για πολλά χρόνια. Τα δυο της κορίτσια από τον πρώτο της γάμο τα είδε περίπου 10 χρόνια μετά το περιστατικό, αφού της απαγόρεψαν να τα βλέπει. Στο δημοτικό σχολείο τα κορίτσια θυμόντουσαν μια παράξενη γυναίκα να τα πλησιάζει και να προσπαθεί να τους μιλήσει και άλλοτε απλά να τα παρακολουθεί από μακριά.
Η γιαγιά με τα χρόνια ζουρλάθηκε, όπως έλεγαν στην
μικρή πόλη. Την θυμάμαι και εγώ, κάποιες ελάχιστες φορές που την είδα, να
τρέμει η γνάθος της και η ματιά της να είναι θολή, λες και το κάρβουνο που είχε
κάποτε στα μάτια της να έγινε στάχτη. Λες και ναυάγησε εκείνη η μαύρη πειρατίνα
και το μαύρο σκάφος της το κατάπιε ο βαθύς νόμος της θάλασσας. Παρέμενε όμως
ακόμα όμορφη, αλλά τι να το κάνεις; Ο θάνατος, ο αδελφός του έρωτα, την απάλλαξε
απ’ το έγκλημα που είχε διαπράξει. Η γιαγιά πέθανε νέα από καρκίνο, έχοντας
πληρώσει βαρύ τίμημα στο κράτος και στην ανέραστη κοινωνία για τον κρυφό της
έρωτα.
Απόψε έβαλα φωτιά στο κεφάλι μου. Μάζεψα όλες τις τελευταίες στιγμές απ'τα καρτέρια του χρόνου
και ανέπνευσα τις σιωπές τους.
Μέσα στο στήθος μου ταΐζω μια φωτιά,
παράγεται ο σιδερένιος χρόνος της υποδούλωσης.
(χωρίς εικόνα)
Χαμογελάω και πίσω μου
φαίνονται ξεθωριασμένοι τοίχοι.
Έτσι σ' αγαπώ,
γυμνός και τραυματισμένος,
σφηνωμένος σε γρίλιες φωτός το ξημέρωμα.
Μένουμε μόνοι γιατί το θέλουμε.
Είμαστε αυτοί οι παράξενοι που γύρω τους
μαζεύονται τ'αδέσποτα της πόλης.
Αυτοί που οσμίζονται το τέλος και φεύγουν πριν
αυτό κακοφόρμισει,
έτσι,
για να έχουμε μια ευχάριστη ανάμνηση.
Κλαίμε μόνοι, πίσω από μαύρα γυαλιά και μπροστά σε
σπασμένους χίλιους καθρέπτες.
Μυρίζουμε τη νύχτα με φως και
βλέπουμε όνειρα, που ανάποδα κάτοπτρα θα καίνε την
πόλη
και εκεί στα ζεστά, δεν θα 'μαστε μόνοι.
Παρατηρούμε αδιάκοπα,
μετράμε τον έρωτα με πνοές της καρδιάς,
ταξιδεύουμε σε χώρους και τόπους ατελείς
και
η εξέγερση κάνει σκιά το σώμα μας στο πεζοδρόμιο.
Δεν έχει σημασία αν μας βλέπετε, είμαστε ήδη εκεί
και νιώθουμε,
μπροστά η σκιά απ' την φλόγα.
γι' αυτό σέρνουμε τα βήματά μας.
Μιλάμε για το φως της επανάστασης,
μα η φλόγα σβήνει στα χωρίς οξυγόνο υπόγειά μας.
Ακούμε τις στάλες τις νύχτες
και για χάδι ζητάμε να μας σφίξουν
τις αλυσίδες.
Το μπουντρούμι πάντα έτοιμο
να προδώσει
τον ξεσηκωμό.
Στους θλιμμένους χώρους των μπουρδέλων, στους καπνούς των στριπτιζάδικων και στα λαϊκό ποπ σκυλάδικα ακούσματα των κωλόμπαρων, μεγάλωσε αυτός ο κόσμος που συνεχώς αποστρεφόμαστε.
Άνθρωποι φωτορυθμικά, κρεμασμένοι σε αφίσες γυμνών μοντέλων, χαμογελούν ψάχνοντας την απόλαυση κάτω από μπλάκ λάϊτ λάμπες και καπνό. Που απέμειναν μόνοι, ψάχνοντας τον εαυτό τους σ' αυτά τα καταγώγια, μήπως και κάποτε μπορέσουν να κουβαλήσουν στην καρδιά τους έναν ακόμα άνθρωπο, εκεί σπαταλούν τα σκοτάδια τους·
προσπαθώντας να ανάψουν το σπίρτο στη θύελλα.
Μάθανε ν'αγαπούν και να τραυλίζουν στον οργασμό τους. Να πληρώνουν τη νύχτα για ν'ανασάνουν την μέρα· κοιτώντας απ' την κλειδαρότρυπα τις ομορφιές των άλλων. Ύστερα περιμένουν ξανά τη νύχτα, μέχρι εκείνη να πνιγεί στον καπνό και στο ποτό και ήρεμα να την βρει το πρωί ως σκόνη, στη σημαδεμένη απ' τις κάφτρες μοκέτα.
Κατά καιρούς, λοιπόν, η κάθε παράδοση κατασκευάζεται από την κεντρική κρατική εξουσία, αλλά και από τους εκάστοτε φορείς που την διαχειρίζονται (πολιτιστικοί, εξωραϊστικοί, μορφωτικοί σύλλογοι κ.λπ.), με αναβιώσεις, εκδόσεις, ηχογραφήσεις, διοργάνωση εκδηλώσεων με την λειτουργία του κατάλληλου αφηγήματος κ.λπ.
Ιστορικά, από την δημιουργία του Ελλαδικού κράτους, η κεντρική κρατική εξουσία ενδιαφέρθηκε ουκ ολίγες φορές για τον έλεγχο διαφόρων λαϊκών μορφών εκφράσεων. Δεν θα γινόταν αλλοιώς, άλλωστε, αφού οι λαϊκές εκφράσεις είναι άμεσα συνυφασμένες με τον κόσμο που τις δημιουργεί και εκφράζεται μέσα από αυτές. Έτσι, μέσω των παραδόσεων, το κράτος μπορεί να ελέγξει και μέρος της συνείδησης του κόσμου που εκδηλώνεται μέσω αυτών. Επί τροχάδην, τέτοιες προσπάθειες ελέγχου έχουν συμβεί μετά την προσάρτηση στον ελλαδικό χώρο, εδαφών που ο πληθυσμός τους δεν ήταν αμιγώς ελληνικός, όπως της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θράκης. Εκεί, το κράτος, με την βοήθεια λαογράφων προσπάθησε να ομογενοποιήσει εθνικά τις τοπικές λαϊκές παραδόσεις, αλλάζοντας την γλώσσα από τους στίχους τραγουδιών και συγχρόνως, στην Μακεδονία, υποχρεώνοντας ολόκληρες κοινότητες σε ομαδικές ορκωμοσίες για αλλαγή γλώσσας. Στην συνέχεια, άλλο ένα παράδειγμα όπου το κράτος έπρεπε να διαχειριστεί την λαϊκή παράδοση ήταν μετά την σφαγή της μικρασίας και τον διωγμό εκατομμυρίων μικρασιατών που οδηγήθηκαν ως πρόσφυγες στον ελλαδικό χώρο. Οι πρόσφυγες κουβαλούσαν ένα ιδιαίτερο φορτίο κουλτούρας, διαφορετικό με ό,τι επικρατούσε εκείνη την εποχή στον ελλαδικό χώρο και πολλές φορές αμφιλεγόμενο για την ελληνικότητά του. Η αρθογραφία της εποχής είναι πλούσια με αρνητικά σχόλια για την μουσική που θυμίζει τούρκικη και τις συνήθειες που έφεραν οι μικρασιάτες, καθώς και για την προβληματική ελληνικότητά τους. Το σμυρναίικο με τα παράξενα όργανα, το περίεργο «ανατολίτικο» άκουσμα και τους τολμηρούς του στίχους και το πειραιώτικο ρεμπέτικο τραγούδι που μέρος του εδραιώθηκε εξ’ αιτίας του προσφυγικού, κυνηγήθηκε για πολλά χρόνια από το κράτος και εισέπραξε καταστολή και αρνητικό σχολιασμό και από το ΚΚΕ. Ένα άλλο παράδειγμα είναι και οι φολκλόρ εκδηλώσεις της Χούντας με παραδοσιακούς χορούς και στυλιζαρισμένες παραδοσιακές στολές πλάι σε αρχαίους σπαρτιάτες και αθηναίους πολεμιστές με χλαμύδες.
Στις μέρες μας, βέβαια, η καταστολή των λαϊκών παραδόσεων δεν γίνεται με τον ίδιο τρόπο που γινόταν κάποτε και σε αυτό έχει παίξει ισχυρό ρόλο η παγκοσμιοποίηση και η διάλυση της κάθε επί μέρους ιδιαιτερότητας. Μπορεί να υπάρχει ακόμα λαϊκή παράδοση, αλλά αυτή υφίσταται κυρίως ως κατ’ επίφαση και όχι σε ουσιαστική διάδραση με τον άνθρωπο. Η ουσία παραδόθηκε στην παγκοσμιοποίηση και έτσι το μόνο που απέμεινε είναι παραστάσεις, συνέδρια και ένα χωρίς νόημα κυνήγι εθνικής κατοχύρωσης παραδόσεων στην Unesco και ανταγωνισμός μεταξύ εθνικών κρατών για το ποια παράδοση ανήκει σε ποιον. Η παραπάνω τραγελαφική και χωρίς νόημα πρακτική είναι μια ένδειξη για την αοριστία των εθνικών-κρατικών συνόρων, αφού πολλές παραδόσεις εμφανίζονται συγχρόνως σε παραπάνω από ένα εθνικό-κράτος, όπως για παράδειγμα το θέατρο σκιών, το πολυφωνικό τραγούδι, διάφορες μουσικές και μουσικά όργανα.
Η απαγόρευση του βιολιού
Μπορεί, λοιπόν, η λύρα, σε σχέση με το βιολί να θεωρείται σήμερα το αντιπροσωπευτικό όργανο της Κρήτης, αλλά τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Αυτή η κυρίαρχη άποψη που επικρατεί ακόμα και στις μέρες μας, είναι δημιούργημα μιας εθνικιστικής απαγόρευσης του βιολιού το 1955. Το βιολί συνυπήρχε με την λύρα για πολλούς αιώνες στην Κρήτη. Μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, όπου και έγινε η απαγόρευση του βιολιού, το βιολί ήταν το πιο δημοφιλές όργανο στην Κρήτη. Ειδικότερα στη δυτική Κρήτη, τα Χανιά, Λασίθι το ανατολικό τμήμα του Ηρακλείου και ένα μέρος της Μεσσαράς, ήταν πιο διαδεδομένο από την λύρα[1], μέχρι το 1955 όπου ο Σίμων Καράς, λαογράφος, καθηγητής βυζαντινής μουσικής και ερευνητής, ως διευθυντής του προγράμματος της δημοτικής μουσικής στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ), εισηγείται και πετυχαίνει, να απαγορεύονται σε βιολιά να αποδίδουν την κρητική μουσική στα ραδιόφωνα. Η αιτία της παραπάνω διαταγής, είναι ότι
Δυστυχώς δεν είμαι τρελός.
Ίσως ελάχιστα, σίγουρα όμως όχι αρκετά.
Σε παραγάδια κανονικότητας ματώνουν τα δάχτυλα μου.
Ήσυχη επιφάνεια, φουρτουνιασμένος βυθός.
Ανάστροφο αίμα.
Μια κούραση.
Δεν είμαι εγώ,
απλά ένας αστεροειδής γλυκάνισος που έπεσε στη σούπα
και εσύ νομίζεις πως βρήκες αστέρι στη θάλασσα.
Μείνε στην γεύση, στην μυρωδιά,
πέτα το κάδρο.
Πέτα,
Άντε αρκετά τώρα...
Γυρνάς σε μέρη που περπάτησες μικρός.
Στα δάχτυλα σου ένα κλωνάρι αγριόχορτο ξερό,
ξορκίζεις ντροπές, παιδικά μάγια λύνεις
και ψάχνεις στους λόγγους απομεινάρια επιθυμιών.
Απελευθερώνεις καβούρια και ξωτικά στο τρεχούμενο νερό,
θρύλους και παραμύθια
και αυτά επιστρέφουν υγρά στα μάτια σου.
Έχει νυχτώσει πια,
ωρίμασε το απόγευμα, με νύχτα μοιαζει.
Μάταια περιμένεις να ακούσεις το όνομά σου
στο σκοτάδι.
Θα μείνεις εκεί και θα παρατηρείς τη νύχτα
να θριαμβεύει,
με τόξο τραυλό, άγριας ακακίας
και κοφτερή αιχμή
το χαμηλό σου βλέμμα.
Και όταν η νύχτα γίνει ορατή στο πρώτο φως της μέρας,
θα βάλεις σημάδι την καρδιά της.
Από καιρό φτιαγμένος για τούτη την βολή.
Πως είναι να απομακρύνεσαι;
Να κοιτάς πλευρές σου να κόβονται και να καταρρέουν δημιουργώντας κύμα,
να βουλιάζουν για λίγο,
να στριφογυρίζουν κάτω από υγρές επιφάνειες μέχρι να βολευτούν,
να ισορροπούν με κόπο και μετά απλά να ξεκόβουν,
ακίνητες και παγωμένες να ταξιδεύουν,
αλλάζοντας συνεχώς μορφή ώστε πλέον να μην αναγνωρίζονται
και τελικά να χάνονται.
Η μόνη ανάμνηση, ο ήχος μέσα στο σκοτάδι,
η σκόνη που κάποτε έκρυψε τον ήλιο,
το δυνατό και εκρηκτικό εκτός
και μετά μια σιωπή βέλος προς τα μέσα,
πάντα προς τα μέσα,
πάντα στο τώρα το σημάδι.
Μετά σιωπή
Πηγή:Anarchypress
Η Φωφώ μεγάλωσε σε μια παράγκα με τσιγκόφυλλα, παρέα
με τους γονείς της και τα έξι της αδέρφια. Ό,τι έβλεπε το μάτι της Φωφώς, δεν
το άφηνε το χέρι της, ίσως αυτό να οφείλεται στις χρόνιες στερήσεις της ή πάλι
απλά στην ηδονή της αρπαγής. Η αδυναμία της βέβαια ήταν οι γλάστρες. Θυμάμαι
μια νύχτα που μου ζήτησε να την βοηθήσω να κουβαλήσουμε μια ωραία φουντωτή
γαρδένια, και τρέχαμε στα στενά δρομάκια και τις ελιές γελώντας, με μόνους
μάρτυρες του εγκλήματος την μυρωδιά της γαρδένιας και το φως των αστεριών.
Κάποτε η Φωφώ πάγωσε μπροστά από μια ελιά την νύχτα καθώς ορκιζόταν πως έβλεπε μια
γυναίκα μ’ ένα σπαθί σηκωμένο στο χέρι της. Κάνεις δεν την πίστεψε.
Αργότερα η Φωφώ και η οικογένειά της, μετακόμισαν σ’ ένα χαμόσπιτο δίπλα απ’ τα συρματοπλέγματα του στρατοπέδου. Όταν όλοι έπεφταν για ύπνο η Φωφώ πήγαινε κρυφά να συναντήσει έναν φαντάρο, που απ’ τα κομμένα συρμπατοπλέγματα το έσκαγε απ’ το στρατόπεδο. Μια, δυο τρεις, το πήρε χαμπάρι η μάνα της και ένα βράδι έβαλε σημάδι τα παπούτσια της και το πρωί διαπίστωσε πως είχαν αλλάξει θέση. Μαύρη μέρα ξημέρωσε για την Φωφώ. Φωνές, κακό, κλάματα και με τα πολλά την πάντρεψαν μ’ εκείνον τον φαντάρο. Έφυγε η Φωφώ από εκείνο το χαμόσπιτο, άλλαξε νομό, έκανε παιδιά και έγινε νοσοκόμα. Όταν ερχόταν συχνά να δει την μάνα και τα αδέρφια, τραντάζονταν το σπίτι απ' τα γέλια της. Μια φωτογραφία της που μου έχει μείνει στο μυαλό από αυτές τις επισκέψεις, είναι που βρίσκεται ξαπλωμένη στην κρεβατοκάμαρα αγκαλιά με μια άλλη γυναίκα και πίσω στον τοίχο, υπάρχει ο τρυφερός πράσινο ήλιος του ΠΑΣΟΚ. Είχε χιούμορ η Φωφώ.
Κάποιο Πάσχα, ένιωσε πως θα είναι το τελευταίο της. Κάλεσε όλους τους φίλους και συγγενείς από όλα τα μέρη και έκανε πενταήμερο γλέντι σπίτι της. Λίγο καιρό μετά η Φωφώ ξεγλίστρησε ήσυχα απ’ την ζωή, όπως τότε που συναντούσε εκείνο τον φαντάρο, μόνο που αυτή την φορά πίσω απ’ τα κομμένα συρματοπλέγματα την περίμενε ο καρκίνος. Την έκλαψαν στο σαλόνι μια ολόκληρη νύχτα αλλά αυτή είχε μόνιμα ένα χαμόγελο.
Αρκετό καιρό μετά βρέθηκα σε μια παρέα που είχαμε
κυκλώσει την Φωφώ και αυτή μας μιλούσε και χαμογελούσε. Σε όλους έλεγε από
κάτι, εμένα με άγγιξε και μου χαμογέλασε.
Γρανάζια παραμορφωτικά, γεννούν σώματα και όρια.
Εκπαιδεύουν στ’ ανέφικτα και τ’ αδύνατα,
κουρδισμένα στο θόρυβο των δυνατών,
τα οποία θα πρέπει ν’ αναγνωρίσεις ως σώμα σου.
Η εξουσία είναι ρολόι, σκέφτεσαι
και συνεχίζεις ν’ αναζητάς τον χρόνο,
βγάζοντας ρούχα,
σπάζοντας το ρολόι,
λιώνοντας τα γρανάζια,
καταστρέφοντας τα καλούπια σε χυτήρια αισθήσεων,
με σκέψη, αίσθηση και σώμα δικά σου,
μα τυφλός και κουφός, δίχως αφή, γεύση και μυρωδιά,
μήπως και τον αισθανθείς,
κρατώντας έτσι την φλόγα.
Εύξυ
Πρώτη δημοσίευση: Anarchypress
Αγαπημένη μου Πρωταγωνίστρια.
(κλείνοντας όμορφα και ανεβαστικά αυτή την χρονιά)
Μόλις έχεις βγει απ' το μπάνιο με μια πετσέτα τυλιγμένη στα μαλλιά. Το σώμα σου, σε κάποια σημεία κρατάει ακόμα τον καλοκαιρινό ήλιο και άλλες περιοχές του δέρματός σου, φαντάζουν ακόμα παρθένες και ανέγγιχτες απ' το φωτεινό άγγιγμά του.Το ίδιο συμβαίνει και με την υγρασία, η οποία έχει τυλίξει όλο σου το κορμί, μα ψηλά ανάμεσα στα πόδια σου, φαίνεται πως υπερτερεί και πως είναι δυνατόν, ακόμα και μια σταγόνα να κάνει την εμφάνισή της. Φαντάζομαι τα υγρά σου χείλη ανάμεσα στα πόδια σου και νιώθω τα χείλη μου να διψούν, θέλοντας ν' αρπάξουν όλη την υγρασία τους.
Περπατάς με τα πέλματα γυμνά στο χαλί και στο μωσαϊκό. Το μαλακό χαλί αγκαλιάζει το πέλμα σου και διεισδύει ανάμεσα στα δάχτυλά σου, απορροφώντας και τα τελευταία σημεία υγρασίας από την φτέρνα μέχρι το ελάχιστο χώρισμα μεταξύ του μικρού σου δαχτύλου. Η αίσθηση του ζεστού και απαλού χαλιού, εναλλάσσεται με αυτή του κρύου και σκληρού μωσαϊκού.
Κινείσαι γυμνή μέσα στο σπίτι και κάθεσαι στο κρεβάτι. Άκουμπάς το ένα πόδι σου στο στρώμα και περιποιείσαι τα δάχτυλα και το δέρμα σου, αποκαλύπτοντας τα χείλια του αιδοίου σου, τα οποία είναι ακόμα υγρά. Τα μακριά σου δάχτυλά χαϊδεύουν το δέρμα σου και μια όμορφη μυρωδιά απλώνεται στο δωμάτιο, με κέντρο το σώμα σου. Η μυρωδιά με οδηγεί ανάμεσα στο στήθος σου, η μύτη μου γλυστρά σ' εκείνο το σημείο όπου τα στήθη σου συναντιώνται. Ακολουθώ την καμπύλη του μαλακού σου στήθους και γλιστρώ στην ρόγα σου όπου εκεί στέκομαι, νιώθοντάς την να σκληραίνει και απολαμβάνοντάς την. Η λαγνεία έχει κυριέψει την σκέψη μου καθώς με τον ίδιο τρόπο θέλω να γευτώ όλο σου το σώμα, ανακαλύπτοντας τις ιδιαίτερες αποχρώσεις της γεύσης σου, σε κάθε διαφορετικό σημείο επάνω σου.
Με κοιτάς, μου χαμογελάς, σου αρέσει που σε κοιτάζω. Ξέρεις ότι η σκέψη μου έχει κατρακυλήσει στο σώμα σου και αυτό σου αρέσει πολύ. Με προκαλείς ν' αφήσω τις σκέψεις και να συνεχίσω στο φυσικό υγρό σου πεδίο. Μου δείχνεις τον δρόμο, ξαπλώνοντας στο κρεβάτι και ανοίγοντας τα πόδια σου.
Σκέψη αίσθηση ένα.
![]() |
| Η κρυφή διαδρομή του λιμανιού |
Κάποτε οι λέξεις οφείλουν να μη φτάνουν.
Να τρυπώνουν σε γωνιές σιωπηλές, αφήνοντας την πρόταση λειψη
Να χύνονται στα μωσαϊκά της αίσθησης, δημιουργώντας ψηφίδες πόθου, αγωνίας και έλλειψης.
Ίσως να επιβιωνει κάποιος άναρθρος ψίθυρος, που κυοφορεί την σιωπή, μπρος σε μια μισάνοιχτη κουρτίνα στο παράθυρο.
Δειλά χαϊδεύει το φως την δημιουργία στο σκοτάδι. Ψηλαφίζοντας κενά χνάρια, λέξεων και φράσεων,
απομεινάρια των τελευταίων μάγων της φυλής του σώματός σου, ξόρκια που δείχνουν το δρόμο της αίσθησης.
Βάρη, πόθοι και ηδονές σε διαδρομή από μέσα προς τα έξω και πάλι πίσω.
Και έτσι παύεις να είσαι ένα, περνώντας όρους και όρια.
Χυμένες οι λέξεις στο πάτωμα και εσύ γυμνός σε όλη σου την διάσταση. Κοιτάς προς τα έξω και αμέσως είσαι εσύ, σε πολλά σώματα με κάθε αίσθηση και εκεί ψαχνεις ξανά την λέξη να κουμπώσει.
Δεν είναι σισύφεια διαδρομή, απλά αέναος ο κύκλος.
Αργότερα ο Λευτέρης πήρε άδεια για προπατζίδικο. Στόλισε τους τοίχους του με κάδρα από τον Τζωρτζ Μπεστ, τον Μαραντόνα, τον Ντέταρι και άλλους πολλούς και πάνω από αυτούς είχε τον εγγονό του που έπαιζε μπουζούκι.
Είχε πάθη ό Λευτέρης, κάθε τόσο χωνόταν στο πατάρι σ' ένα καφενείο εκεί δίπλα από το προπατζίδικο και όλο έπαιζε ζάρια και όλο έβγαινε μεθυσμένος, τυλιγμένος με ένα σύννεφο καπνού από τσιγάρα. Έπινε και του έβγαινε το παράπονο και όλο σκεφτόταν προδοσίες, για την πιο όμορφη γυναίκα στην πόλη που τον πρόδωσε για τον φίλο του, για το σώμα του που τον πρόδωσε πολύ νωρίς, για τα ζάρια τα πειραγμένα.
Τελευταία φορά που τον είδα, είχε θεραπευτεί από την αναπηρία. Με πήγε βόλτα σε βουνά και ρεματιές που η ώρα ήταν πάντα δειλινό, ούτε φως, ούτε σκοτάδι. Με οδήγησε ψηλά σ' ένα ύψωμα, μου έδειξε τα φώτα μιας μακρινής πολιτείας χαμηλά και λέγοντάς μου, μέχρι εδώ εσύ, και ξεγλίστρησε για πάντα ελεύθερος ο Λευτέρης.
Πηγή εικόνας: https://www.anexitilo.net/2014/09/time-lapse.html
Απόσπασμα απ'το Άρωμα του Ονείρου, του Τομ Ρόμπινς
Μου έχει λείψει μια βόλτα στο Ταίναρο.
Να ακουμπήσω την πλάτη μου στην σμιλεμένη του βράχου
την κοιλότητα,
να βάλω το αυτί μου στην πέτρα που μυρίζει καμένο
φασκόμηλο του μύθου
και να ακούσω τη λύρα του Ορφέα,
να χαράζει τα σκοτάδια με φως.
Να ερωτοτροπεί με τα αντίθετα, να παίζει στα δάχτυλα
του τις ηδονές.
Να νιώσω τον αέρα να αλλάζει
Και να μην μπορεί να αποφασίσει αν θέλει να είναι
πηχτός γεμάτος υγρασία
ή με εκείνο το νυχτολούλουδο το καλοκαίρι δίπλα στην
εξώπορτα, που το λένε Αστάρτη.
Σοφός και αθώος ο Ορφέας,
κυριευμένος από το πάθος του για την Ευρυδίκη,
σαγηνευτικός και ένοχος, καθώς λένε, για τον δεύτερο
χαμό της.
Γιατί τι και αν όλα τα έχεις σχεδιάσει,
τι και αν έχεις καταφέρει να εναρμονίσεις το φως και
το σκότος,
τι και αν όλα είναι μελετημένα και συμφωνημένα;
Η ηδονή δεν μετριέται.
Είσαι έτοιμος να ποντάρεις στη στιγμή, στα μάτια,
στην καρδιά
και φαινομενικά μόνο, να χάσεις μια ολάκερη ζωή με
την Ευρυδίκη,
αλλά να κερδίσεις μια αιώνια ηδονή ανατριχίλας στο
βλέμμα της.
Και εκεί μόνος, στο φως,
ακουμπισμένος στην κοιλότητα του αρχαίου σμιλεμένου
βράχου,
να έχεις αρπάξει έναν αιώνα ηδονής στα μάτια και
στην καρδιά
και ας λένε όλοι οι σοφοί και οι γραφιάδες, ότι
απέτυχες.
Μέσα σου κράτησες εκείνη την απαγορευμένη στιγμή,
εκείνη που την κοίταξες στα μάτια,
φως, λουσμένη με σκοτάδι, μια εναρμονισμένη
αντίθεση.
Πιο όμορφη από ποτέ.
Καύσιμη ύλη για γενεές, όσο η ηλικία του βράχου η
κοιλότητα.
Σκλαβιά:
Άκαμπτος και ατσάλινος
ο χρόνος των ανθρώπων.
Στοχεύει τις σκέψεις και τις ιδέες μας
και σφυροκοπάει με μανία το σώμα μας.
Ξεσκίζει τις σάρκες μας,
χαράζει τα κόκαλά μας,
με γραμμές φυλακισμένων.
Μετατρέπει το σώμα μας,
σε χαραγμένο τοίχο κελιού.
Ψάχνει λυσσασμένος την ιδέα στα σωθικά μας,
να την σβήσει, να την διαμελίσει,
περνώντας τον λεπτοδείκτη από πάνω μας.
Κάθε φορά πιο βαθιά μας χαράσσει,
ο αφέντης ΧΡΟΝΟΣ.
Ελευθερία:
Βελούδινος και άμορφος ο χρόνος.
Δεν μετριέται, δεν χωράει σε ρολόγια
και ημερολόγια.
Δεν σταματάει μήτε αρχίζει.
Πηγάζει στο φιλί, στην καρδιά και στο άγγιγμα
και αμέσως μετά, δεν είναι εκεί.
Χαϊδεύει τον καθένα ξεχωριστά ο χρόνος.
Τυλίγει τα κορμιά και τις σκέψεις
των ανθρώπων και μας καταπίνει γυμνούς,
δίχως γρατζουνιά, δίχως ψεγάδι...δίχως σώμα.
Ο σύντροφος Χρόνος
Εύξυ
Πρώτη δημοσίευση: Anarchy Press
Ακόμα και με φενιζόλ έχει. Ναι, με φενιζόλ. Αυτά που πουλούσαν 50 δραχμές οι φενιζολάδες στα γήπεδα, πριν μπουν πλαστικά καθίσματα στις κερκίδες: "Φενιζόοοολ, φενιζόοοοολ, είναι κρύο το τσιμέντο παιδιά" και έτσι ένα μικρό τετράγωνο φενιζόλ γλίτωνε τον κάθε ποδοσφαιρόφιλο κώλο από κρυοπαγήματα και μουσκέματα. Την άνοιξη το φενιζόλ χρησίμευε όχι για το κρύο, αλλά για την καλύτερη ανάπαυση και έτσι με 50 δραχμές καθόσουν μαλακά και μπορούσες να βρίσεις τις μανάδες των λάινσμαν, των διαιτητών των παιχτών ακόμα και των αιδοίων τους. Μεγαλείο το φενιζόλ!
Τώρα ορθώς θα μου πείτε, που κολλάει το φενιζόλ με το χρόνο. Λοιπόν, τα φενιζόλ πέντε λεπτά πριν τελειώσει ο αγώνας είχαν την τάση να πετάνε ψηλά, σε διάφορα σχήματα κώλων και ενίοτε να προσγειώνονται σε ανυποψίαστα κεφάλια θεατών. Οι ανυπόμονοι που ήθελαν να παρακολουθήσουν τα υπόλοιπα πέντε λεπτά του αγώνα όρθιοι, πετούσαν ψηλά τα φενιζόλ προκαλώντας και τους υπόλοιπους να το κάνουν και έτσι σε όλο το γήπεδο θα μπορούσε κανείς να δει ιπτάμενα λευκά φενιζόλ και όρθιους άντρες να φτιάχνουν το εσώρουχό τους ανάμεσα στα πόδια τους με ελαφρά τσιμπηματάκια πάνω από το παντελόνι.
Ε λοιπόν όταν η ομάδα ήταν ισοπαλία ή έχανε ή με το ζόρι κρατούσε μια νίκη, τα ιπτάμενα φενιζόλ μου προκαλούσαν άγχος. Ήξερα ότι σε λίγο ο αγώνας θα έχει τελειώσει. Όταν δε τα φενιζόλ είχαν σταματήσει να πετούν, τότε πια μετρούσα δευτερόλεπτα.
Μια φορά τα φενιζόλ έπηξαν τον ουρανό και σε χτύπημα φάουλ η ομάδα έβαλε γκολ κερδίζοντας το παιχνίδι. Στο δρόμο όμως τα φενιζόλ ακόμα πετούσαν. Τα πήγαινε και τα έφερνε ο αέρας και κάποια σέρνονταν κατάχαμα με ένα μακρόσυρτο σύρσιμο. Άλλα σπασμένα, άλλα ολόκληρα με ολόκληρο το αποτύπωμα του κώλου επάνω. Περίεργο, έλεγα, ο αγώνας έχει τελειώσει αλλά η καρδιά μου δεν έλεγε να σταματήσει να χτυπά δυνατά, λες ότι εκείνο το τελευταίο φάουλ ακόμα δεν είχε εκτελεστεί.
Έφτασα σπίτι. Το δωμάτιο μου είχε γεμίσει φενίζολ, άνοιξα την πόρτα και την έκλεισα γιατί δεν υπήρχε άλλος χώρος για μένα. Κάθομαι στο σαλόνι και ο πατέρας μου ανακοινώνει πως η γιαγιά πέθανε. Ξάφνου όλα τα φενιζόλ εξαφανίστηκαν. Σηκώθηκα από το σαλόνι και μπήκα στο δωμάτιο μου που πλέον ήταν άδειο και προσπαθούσα να κλάψω, αλλά δεν ήξερα. Με ακολούθησε ο πατέρας, με έπιασε από τον ώμο και με ρώτησε εάν κερδίσαμε. Ναι, όταν τελείωσε ο χρόνος του απάντησα.
Λυγίζουν οι ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα
μέσα μας
και φτιάχνουν μωσαϊκά με τις
στάλες τους,
τα πατάμε, τα βρωμίζουν, τα καθαρίζουμε
χρόνια, μέρες, στιγμές,
εμείς, οι άλλοι, κανείς,
δεν σβήνουν, δεν φεύγουν,
μονάχα καμιά φορά κρύβονται
ανάμεσα στα έντονα φώτα και
βλέμματα,
στους εσωτερικούς ήχους
του βυθού των ποτηριών,
και τάχα, όλα καλά.
Καλύπτουμε με οργασμούς τον λυγισμένο χρόνο μας και μόλις αυτοί φύγουν,
μας τραβάνε απ'τα μαλλιά και μας σέρνουν στα πατώματα,
για να δούμε καθαρά τι αφήσαμε
και προσπεράσαμε.
Και τάχα έτσι είν' η ζωή,
τάχα όλα καλά
και προσπερνάμε.
Πηγαίναμε που λες στον Άγιο Φανούρη. Στροφές, ανέβα κατέβα, παιδί εγώ, κοιτούσα τη ρεματιά από κάτω και μ'έπιανε ένας κόμπος κάτω απ'τον αφαλό. Να, μου λέει ο πατέρας, εδώ χάθηκαν τα παιδιά. Κοιτάω το ρέμα και βλέπω ένα τρακτέρ γκρεμοτσακισμένο. Πήραν τα παιδιά το τρακτέρ και έπεσαν στο ρέμα, πάει χάθηκαν και το τσακισμένο τρακτέρ ακόμα εκεί. Μνημείο αυτού του χαμού. Άλλαξε το ρέμα στα μάτια μου και έγινε μια τεράστια αχανής τρύπα με φωνές και φασαρία πολύ. Πόσος χαμός κάποτε σ' αυτό τον λόγγο; Όσες πίτες και να φτιάξει κανείς στον Φανούρη ζωές που χάθηκαν δεν τις φέρνει πίσω. Πόσο παράξενο όμως, δίπλα στο εκκλησάκι του Φανούρη να υπάρχει κάτι που ο ίδιος δεν μπορεί να φανερώσει.
Πλήθος ανθρώπων, ανάμεσά τους και εγώ με μια σακούλα στο χέρι, έτοιμος να την γεμίσω με χαμένα και πόθους, περιμένοντας στην σειρά για ένα κομμάτι πίτα από κάθε μια που ήταν απλωμένες στην μάντρα της εκκλησίας. Γεμάτες οι σακούλες και τα στόματα γεμάτα χαμένα πράγματα, πόθους και ανεκπλήρωτα. Γεμάτη και η δική μου σακούλα. Ξέρεις πόσα κομμάτια από χαμένα ανεκπλήρωτα άλλων έχω φάει πιτσιρικάς; Ακόμα τα κουβαλάω λες και είναι δικά μου, αλλά δεν είναι, το ξέρω.
Σαν έφηβος όμως η γιορτή του Φανούρη συνέπεφτε με διάβασμα. Μεταξεταστέος, ως συνήθως, ο άχρηστος και ο δεν κανει για τίποτε έκανε διάλειμμα για τις πίτες του Φανούρη. Το μάσημα της πίτας σηματοδοτούσε το χάσιμο του καλοκαιριού και του καλοκαιρινού μου χρόνου, κάθε μάσημα και ένα βήμα πιο μακριά απ'το καλοκαίρι που όλο και ξεμάκραινε στην κοιλιά μου και ούτε αυτό ο Φανούρης μπορούσε να το φέρει πίσω. Μαζί μ'αυτό γλιστρούσε και χανόταν η παιδικότητά μου και όλο κάτι έπρεπε να γίνω σαν ενήλικας πια.
Μα τι βρίσκει ρε γαμώτο τελικά αυτός ο Φανούρης;