Απόψε έβαλα φωτιά στο κεφάλι μου. Μάζεψα όλες τις τελευταίες στιγμές απ'τα καρτέρια του χρόνου
και ανέπνευσα τις σιωπές τους.
Απόψε έβαλα φωτιά στο κεφάλι μου. Μάζεψα όλες τις τελευταίες στιγμές απ'τα καρτέρια του χρόνου
και ανέπνευσα τις σιωπές τους.
Μέσα στο στήθος μου ταΐζω μια φωτιά,
παράγεται ο σιδερένιος χρόνος της υποδούλωσης.
(χωρίς εικόνα)
Χαμογελάω και πίσω μου
φαίνονται ξεθωριασμένοι τοίχοι.
Έτσι σ' αγαπώ,
γυμνός και τραυματισμένος,
σφηνωμένος σε γρίλιες φωτός το ξημέρωμα.
Μένουμε μόνοι γιατί το θέλουμε.
Είμαστε αυτοί οι παράξενοι που γύρω τους
μαζεύονται τ'αδέσποτα της πόλης.
Αυτοί που οσμίζονται το τέλος και φεύγουν πριν
αυτό κακοφόρμισει,
έτσι,
για να έχουμε μια ευχάριστη ανάμνηση.
Κλαίμε μόνοι, πίσω από μαύρα γυαλιά και μπροστά σε
σπασμένους χίλιους καθρέπτες.
Μυρίζουμε τη νύχτα με φως και
βλέπουμε όνειρα, που ανάποδα κάτοπτρα θα καίνε την
πόλη
και εκεί στα ζεστά, δεν θα 'μαστε μόνοι.
Παρατηρούμε αδιάκοπα,
μετράμε τον έρωτα με πνοές της καρδιάς,
ταξιδεύουμε σε χώρους και τόπους ατελείς
και
η εξέγερση κάνει σκιά το σώμα μας στο πεζοδρόμιο.
Δεν έχει σημασία αν μας βλέπετε, είμαστε ήδη εκεί
και νιώθουμε,
μπροστά η σκιά απ' την φλόγα.
γι' αυτό σέρνουμε τα βήματά μας.
Μιλάμε για το φως της επανάστασης,
μα η φλόγα σβήνει στα χωρίς οξυγόνο υπόγειά μας.
Ακούμε τις στάλες τις νύχτες
και για χάδι ζητάμε να μας σφίξουν
τις αλυσίδες.
Το μπουντρούμι πάντα έτοιμο
να προδώσει
τον ξεσηκωμό.
Στους θλιμμένους χώρους των μπουρδέλων, στους καπνούς των στριπτιζάδικων και στα λαϊκό ποπ σκυλάδικα ακούσματα των κωλόμπαρων, μεγάλωσε αυτός ο κόσμος που συνεχώς αποστρεφόμαστε.
Άνθρωποι φωτορυθμικά, κρεμασμένοι σε αφίσες γυμνών μοντέλων, χαμογελούν ψάχνοντας την απόλαυση κάτω από μπλάκ λάϊτ λάμπες και καπνό. Που απέμειναν μόνοι, ψάχνοντας τον εαυτό τους σ' αυτά τα καταγώγια, μήπως και κάποτε μπορέσουν να κουβαλήσουν στην καρδιά τους έναν ακόμα άνθρωπο, εκεί σπαταλούν τα σκοτάδια τους·
προσπαθώντας να ανάψουν το σπίρτο στη θύελλα.
Μάθανε ν'αγαπούν και να τραυλίζουν στον οργασμό τους. Να πληρώνουν τη νύχτα για ν'ανασάνουν την μέρα· κοιτώντας απ' την κλειδαρότρυπα τις ομορφιές των άλλων. Ύστερα περιμένουν ξανά τη νύχτα, μέχρι εκείνη να πνιγεί στον καπνό και στο ποτό και ήρεμα να την βρει το πρωί ως σκόνη, στη σημαδεμένη απ' τις κάφτρες μοκέτα.
Κατά καιρούς, λοιπόν, η κάθε παράδοση κατασκευάζεται από την κεντρική κρατική εξουσία, αλλά και από τους εκάστοτε φορείς που την διαχειρίζονται (πολιτιστικοί, εξωραϊστικοί, μορφωτικοί σύλλογοι κ.λπ.), με αναβιώσεις, εκδόσεις, ηχογραφήσεις, διοργάνωση εκδηλώσεων με την λειτουργία του κατάλληλου αφηγήματος κ.λπ.
Ιστορικά, από την δημιουργία του Ελλαδικού κράτους, η κεντρική κρατική εξουσία ενδιαφέρθηκε ουκ ολίγες φορές για τον έλεγχο διαφόρων λαϊκών μορφών εκφράσεων. Δεν θα γινόταν αλλοιώς, άλλωστε, αφού οι λαϊκές εκφράσεις είναι άμεσα συνυφασμένες με τον κόσμο που τις δημιουργεί και εκφράζεται μέσα από αυτές. Έτσι, μέσω των παραδόσεων, το κράτος μπορεί να ελέγξει και μέρος της συνείδησης του κόσμου που εκδηλώνεται μέσω αυτών. Επί τροχάδην, τέτοιες προσπάθειες ελέγχου έχουν συμβεί μετά την προσάρτηση στον ελλαδικό χώρο, εδαφών που ο πληθυσμός τους δεν ήταν αμιγώς ελληνικός, όπως της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θράκης. Εκεί, το κράτος, με την βοήθεια λαογράφων προσπάθησε να ομογενοποιήσει εθνικά τις τοπικές λαϊκές παραδόσεις, αλλάζοντας την γλώσσα από τους στίχους τραγουδιών και συγχρόνως, στην Μακεδονία, υποχρεώνοντας ολόκληρες κοινότητες σε ομαδικές ορκωμοσίες για αλλαγή γλώσσας. Στην συνέχεια, άλλο ένα παράδειγμα όπου το κράτος έπρεπε να διαχειριστεί την λαϊκή παράδοση ήταν μετά την σφαγή της μικρασίας και τον διωγμό εκατομμυρίων μικρασιατών που οδηγήθηκαν ως πρόσφυγες στον ελλαδικό χώρο. Οι πρόσφυγες κουβαλούσαν ένα ιδιαίτερο φορτίο κουλτούρας, διαφορετικό με ό,τι επικρατούσε εκείνη την εποχή στον ελλαδικό χώρο και πολλές φορές αμφιλεγόμενο για την ελληνικότητά του. Η αρθογραφία της εποχής είναι πλούσια με αρνητικά σχόλια για την μουσική που θυμίζει τούρκικη και τις συνήθειες που έφεραν οι μικρασιάτες, καθώς και για την προβληματική ελληνικότητά τους. Το σμυρναίικο με τα παράξενα όργανα, το περίεργο «ανατολίτικο» άκουσμα και τους τολμηρούς του στίχους και το πειραιώτικο ρεμπέτικο τραγούδι που μέρος του εδραιώθηκε εξ’ αιτίας του προσφυγικού, κυνηγήθηκε για πολλά χρόνια από το κράτος και εισέπραξε καταστολή και αρνητικό σχολιασμό και από το ΚΚΕ. Ένα άλλο παράδειγμα είναι και οι φολκλόρ εκδηλώσεις της Χούντας με παραδοσιακούς χορούς και στυλιζαρισμένες παραδοσιακές στολές πλάι σε αρχαίους σπαρτιάτες και αθηναίους πολεμιστές με χλαμύδες.
Στις μέρες μας, βέβαια, η καταστολή των λαϊκών παραδόσεων δεν γίνεται με τον ίδιο τρόπο που γινόταν κάποτε και σε αυτό έχει παίξει ισχυρό ρόλο η παγκοσμιοποίηση και η διάλυση της κάθε επί μέρους ιδιαιτερότητας. Μπορεί να υπάρχει ακόμα λαϊκή παράδοση, αλλά αυτή υφίσταται κυρίως ως κατ’ επίφαση και όχι σε ουσιαστική διάδραση με τον άνθρωπο. Η ουσία παραδόθηκε στην παγκοσμιοποίηση και έτσι το μόνο που απέμεινε είναι παραστάσεις, συνέδρια και ένα χωρίς νόημα κυνήγι εθνικής κατοχύρωσης παραδόσεων στην Unesco και ανταγωνισμός μεταξύ εθνικών κρατών για το ποια παράδοση ανήκει σε ποιον. Η παραπάνω τραγελαφική και χωρίς νόημα πρακτική είναι μια ένδειξη για την αοριστία των εθνικών-κρατικών συνόρων, αφού πολλές παραδόσεις εμφανίζονται συγχρόνως σε παραπάνω από ένα εθνικό-κράτος, όπως για παράδειγμα το θέατρο σκιών, το πολυφωνικό τραγούδι, διάφορες μουσικές και μουσικά όργανα.
Η απαγόρευση του βιολιού
Μπορεί, λοιπόν, η λύρα, σε σχέση με το βιολί να θεωρείται σήμερα το αντιπροσωπευτικό όργανο της Κρήτης, αλλά τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Αυτή η κυρίαρχη άποψη που επικρατεί ακόμα και στις μέρες μας, είναι δημιούργημα μιας εθνικιστικής απαγόρευσης του βιολιού το 1955. Το βιολί συνυπήρχε με την λύρα για πολλούς αιώνες στην Κρήτη. Μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, όπου και έγινε η απαγόρευση του βιολιού, το βιολί ήταν το πιο δημοφιλές όργανο στην Κρήτη. Ειδικότερα στη δυτική Κρήτη, τα Χανιά, Λασίθι το ανατολικό τμήμα του Ηρακλείου και ένα μέρος της Μεσσαράς, ήταν πιο διαδεδομένο από την λύρα[1], μέχρι το 1955 όπου ο Σίμων Καράς, λαογράφος, καθηγητής βυζαντινής μουσικής και ερευνητής, ως διευθυντής του προγράμματος της δημοτικής μουσικής στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ), εισηγείται και πετυχαίνει, να απαγορεύονται σε βιολιά να αποδίδουν την κρητική μουσική στα ραδιόφωνα. Η αιτία της παραπάνω διαταγής, είναι ότι
Δυστυχώς δεν είμαι τρελός.
Ίσως ελάχιστα, σίγουρα όμως όχι αρκετά.
Σε παραγάδια κανονικότητας ματώνουν τα δάχτυλα μου.
Ήσυχη επιφάνεια, φουρτουνιασμένος βυθός.
Ανάστροφο αίμα.
Μια κούραση.
Δεν είμαι εγώ,
απλά ένας αστεροειδής γλυκάνισος που έπεσε στη σούπα
και εσύ νομίζεις πως βρήκες αστέρι στη θάλασσα.
Μείνε στην γεύση, στην μυρωδιά,
πέτα το κάδρο.
Πέτα,
Άντε αρκετά τώρα...
Γυρνάς σε μέρη που περπάτησες μικρός.
Στα δάχτυλα σου ένα κλωνάρι αγριόχορτο ξερό,
ξορκίζεις ντροπές, παιδικά μάγια λύνεις
και ψάχνεις στους λόγγους απομεινάρια επιθυμιών.
Απελευθερώνεις καβούρια και ξωτικά στο τρεχούμενο νερό,
θρύλους και παραμύθια
και αυτά επιστρέφουν υγρά στα μάτια σου.
Έχει νυχτώσει πια,
ωρίμασε το απόγευμα, με νύχτα μοιαζει.
Μάταια περιμένεις να ακούσεις το όνομά σου
στο σκοτάδι.
Θα μείνεις εκεί και θα παρατηρείς τη νύχτα
να θριαμβεύει,
με τόξο τραυλό, άγριας ακακίας
και κοφτερή αιχμή
το χαμηλό σου βλέμμα.
Και όταν η νύχτα γίνει ορατή στο πρώτο φως της μέρας,
θα βάλεις σημάδι την καρδιά της.
Από καιρό φτιαγμένος για τούτη την βολή.
Πως είναι να απομακρύνεσαι;
Να κοιτάς πλευρές σου να κόβονται και να καταρρέουν δημιουργώντας κύμα,
να βουλιάζουν για λίγο,
να στριφογυρίζουν κάτω από υγρές επιφάνειες μέχρι να βολευτούν,
να ισορροπούν με κόπο και μετά απλά να ξεκόβουν,
ακίνητες και παγωμένες να ταξιδεύουν,
αλλάζοντας συνεχώς μορφή ώστε πλέον να μην αναγνωρίζονται
και τελικά να χάνονται.
Η μόνη ανάμνηση, ο ήχος μέσα στο σκοτάδι,
η σκόνη που κάποτε έκρυψε τον ήλιο,
το δυνατό και εκρηκτικό εκτός
και μετά μια σιωπή βέλος προς τα μέσα,
πάντα προς τα μέσα,
πάντα στο τώρα το σημάδι.
Μετά σιωπή
Πηγή:Anarchypress
Η Φωφώ μεγάλωσε σε μια παράγκα με τσιγκόφυλλα, παρέα
με τους γονείς της και τα έξι της αδέρφια. Ό,τι έβλεπε το μάτι της Φωφώς, δεν
το άφηνε το χέρι της, ίσως αυτό να οφείλεται στις χρόνιες στερήσεις της ή πάλι
απλά στην ηδονή της αρπαγής. Η αδυναμία της βέβαια ήταν οι γλάστρες. Θυμάμαι
μια νύχτα που μου ζήτησε να την βοηθήσω να κουβαλήσουμε μια ωραία φουντωτή
γαρδένια, και τρέχαμε στα στενά δρομάκια και τις ελιές γελώντας, με μόνους
μάρτυρες του εγκλήματος την μυρωδιά της γαρδένιας και το φως των αστεριών.
Κάποτε η Φωφώ πάγωσε μπροστά από μια ελιά την νύχτα καθώς ορκιζόταν πως έβλεπε μια
γυναίκα μ’ ένα σπαθί σηκωμένο στο χέρι της. Κάνεις δεν την πίστεψε.
Αργότερα η Φωφώ και η οικογένειά της, μετακόμισαν σ’ ένα χαμόσπιτο δίπλα απ’ τα συρματοπλέγματα του στρατοπέδου. Όταν όλοι έπεφταν για ύπνο η Φωφώ πήγαινε κρυφά να συναντήσει έναν φαντάρο, που απ’ τα κομμένα συρμπατοπλέγματα το έσκαγε απ’ το στρατόπεδο. Μια, δυο τρεις, το πήρε χαμπάρι η μάνα της και ένα βράδι έβαλε σημάδι τα παπούτσια της και το πρωί διαπίστωσε πως είχαν αλλάξει θέση. Μαύρη μέρα ξημέρωσε για την Φωφώ. Φωνές, κακό, κλάματα και με τα πολλά την πάντρεψαν μ’ εκείνον τον φαντάρο. Έφυγε η Φωφώ από εκείνο το χαμόσπιτο, άλλαξε νομό, έκανε παιδιά και έγινε νοσοκόμα. Όταν ερχόταν συχνά να δει την μάνα και τα αδέρφια, τραντάζονταν το σπίτι απ' τα γέλια της. Μια φωτογραφία της που μου έχει μείνει στο μυαλό από αυτές τις επισκέψεις, είναι που βρίσκεται ξαπλωμένη στην κρεβατοκάμαρα αγκαλιά με μια άλλη γυναίκα και πίσω στον τοίχο, υπάρχει ο τρυφερός πράσινο ήλιος του ΠΑΣΟΚ. Είχε χιούμορ η Φωφώ.
Κάποιο Πάσχα, ένιωσε πως θα είναι το τελευταίο της. Κάλεσε όλους τους φίλους και συγγενείς από όλα τα μέρη και έκανε πενταήμερο γλέντι σπίτι της. Λίγο καιρό μετά η Φωφώ ξεγλίστρησε ήσυχα απ’ την ζωή, όπως τότε που συναντούσε εκείνο τον φαντάρο, μόνο που αυτή την φορά πίσω απ’ τα κομμένα συρματοπλέγματα την περίμενε ο καρκίνος. Την έκλαψαν στο σαλόνι μια ολόκληρη νύχτα αλλά αυτή είχε μόνιμα ένα χαμόγελο.
Αρκετό καιρό μετά βρέθηκα σε μια παρέα που είχαμε
κυκλώσει την Φωφώ και αυτή μας μιλούσε και χαμογελούσε. Σε όλους έλεγε από
κάτι, εμένα με άγγιξε και μου χαμογέλασε.
Γρανάζια παραμορφωτικά, γεννούν σώματα και όρια.
Εκπαιδεύουν στ’ ανέφικτα και τ’ αδύνατα,
κουρδισμένα στο θόρυβο των δυνατών,
τα οποία θα πρέπει ν’ αναγνωρίσεις ως σώμα σου.
Η εξουσία είναι ρολόι, σκέφτεσαι
και συνεχίζεις ν’ αναζητάς τον χρόνο,
βγάζοντας ρούχα,
σπάζοντας το ρολόι,
λιώνοντας τα γρανάζια,
καταστρέφοντας τα καλούπια σε χυτήρια αισθήσεων,
με σκέψη, αίσθηση και σώμα δικά σου,
μα τυφλός και κουφός, δίχως αφή, γεύση και μυρωδιά,
μήπως και τον αισθανθείς,
κρατώντας έτσι την φλόγα.
Εύξυ
Πρώτη δημοσίευση: Anarchypress
Αγαπημένη μου Πρωταγωνίστρια.
(κλείνοντας όμορφα και ανεβαστικά αυτή την χρονιά)
Μόλις έχεις βγει απ' το μπάνιο με μια πετσέτα τυλιγμένη στα μαλλιά. Το σώμα σου, σε κάποια σημεία κρατάει ακόμα τον καλοκαιρινό ήλιο και άλλες περιοχές του δέρματός σου, φαντάζουν ακόμα παρθένες και ανέγγιχτες απ' το φωτεινό άγγιγμά του.Το ίδιο συμβαίνει και με την υγρασία, η οποία έχει τυλίξει όλο σου το κορμί, μα ψηλά ανάμεσα στα πόδια σου, φαίνεται πως υπερτερεί και πως είναι δυνατόν, ακόμα και μια σταγόνα να κάνει την εμφάνισή της. Φαντάζομαι τα υγρά σου χείλη ανάμεσα στα πόδια σου και νιώθω τα χείλη μου να διψούν, θέλοντας ν' αρπάξουν όλη την υγρασία τους.
Περπατάς με τα πέλματα γυμνά στο χαλί και στο μωσαϊκό. Το μαλακό χαλί αγκαλιάζει το πέλμα σου και διεισδύει ανάμεσα στα δάχτυλά σου, απορροφώντας και τα τελευταία σημεία υγρασίας από την φτέρνα μέχρι το ελάχιστο χώρισμα μεταξύ του μικρού σου δαχτύλου. Η αίσθηση του ζεστού και απαλού χαλιού, εναλλάσσεται με αυτή του κρύου και σκληρού μωσαϊκού.
Κινείσαι γυμνή μέσα στο σπίτι και κάθεσαι στο κρεβάτι. Άκουμπάς το ένα πόδι σου στο στρώμα και περιποιείσαι τα δάχτυλα και το δέρμα σου, αποκαλύπτοντας τα χείλια του αιδοίου σου, τα οποία είναι ακόμα υγρά. Τα μακριά σου δάχτυλά χαϊδεύουν το δέρμα σου και μια όμορφη μυρωδιά απλώνεται στο δωμάτιο, με κέντρο το σώμα σου. Η μυρωδιά με οδηγεί ανάμεσα στο στήθος σου, η μύτη μου γλυστρά σ' εκείνο το σημείο όπου τα στήθη σου συναντιώνται. Ακολουθώ την καμπύλη του μαλακού σου στήθους και γλιστρώ στην ρόγα σου όπου εκεί στέκομαι, νιώθοντάς την να σκληραίνει και απολαμβάνοντάς την. Η λαγνεία έχει κυριέψει την σκέψη μου καθώς με τον ίδιο τρόπο θέλω να γευτώ όλο σου το σώμα, ανακαλύπτοντας τις ιδιαίτερες αποχρώσεις της γεύσης σου, σε κάθε διαφορετικό σημείο επάνω σου.
Με κοιτάς, μου χαμογελάς, σου αρέσει που σε κοιτάζω. Ξέρεις ότι η σκέψη μου έχει κατρακυλήσει στο σώμα σου και αυτό σου αρέσει πολύ. Με προκαλείς ν' αφήσω τις σκέψεις και να συνεχίσω στο φυσικό υγρό σου πεδίο. Μου δείχνεις τον δρόμο, ξαπλώνοντας στο κρεβάτι και ανοίγοντας τα πόδια σου.
Σκέψη αίσθηση ένα.
![]() |
| Η κρυφή διαδρομή του λιμανιού |
Κάποτε οι λέξεις οφείλουν να μη φτάνουν.
Να τρυπώνουν σε γωνιές σιωπηλές, αφήνοντας την πρόταση λειψη
Να χύνονται στα μωσαϊκά της αίσθησης, δημιουργώντας ψηφίδες πόθου, αγωνίας και έλλειψης.
Ίσως να επιβιωνει κάποιος άναρθρος ψίθυρος, που κυοφορεί την σιωπή, μπρος σε μια μισάνοιχτη κουρτίνα στο παράθυρο.
Δειλά χαϊδεύει το φως την δημιουργία στο σκοτάδι. Ψηλαφίζοντας κενά χνάρια, λέξεων και φράσεων,
απομεινάρια των τελευταίων μάγων της φυλής του σώματός σου, ξόρκια που δείχνουν το δρόμο της αίσθησης.
Βάρη, πόθοι και ηδονές σε διαδρομή από μέσα προς τα έξω και πάλι πίσω.
Και έτσι παύεις να είσαι ένα, περνώντας όρους και όρια.
Χυμένες οι λέξεις στο πάτωμα και εσύ γυμνός σε όλη σου την διάσταση. Κοιτάς προς τα έξω και αμέσως είσαι εσύ, σε πολλά σώματα με κάθε αίσθηση και εκεί ψαχνεις ξανά την λέξη να κουμπώσει.
Δεν είναι σισύφεια διαδρομή, απλά αέναος ο κύκλος.
Αργότερα ο Λευτέρης πήρε άδεια για προπατζίδικο. Στόλισε τους τοίχους του με κάδρα από τον Τζωρτζ Μπεστ, τον Μαραντόνα, τον Ντέταρι και άλλους πολλούς και πάνω από αυτούς είχε τον εγγονό του που έπαιζε μπουζούκι.
Είχε πάθη ό Λευτέρης, κάθε τόσο χωνόταν στο πατάρι σ' ένα καφενείο εκεί δίπλα από το προπατζίδικο και όλο έπαιζε ζάρια και όλο έβγαινε μεθυσμένος, τυλιγμένος με ένα σύννεφο καπνού από τσιγάρα. Έπινε και του έβγαινε το παράπονο και όλο σκεφτόταν προδοσίες, για την πιο όμορφη γυναίκα στην πόλη που τον πρόδωσε για τον φίλο του, για το σώμα του που τον πρόδωσε πολύ νωρίς, για τα ζάρια τα πειραγμένα.
Τελευταία φορά που τον είδα, είχε θεραπευτεί από την αναπηρία. Με πήγε βόλτα σε βουνά και ρεματιές που η ώρα ήταν πάντα δειλινό, ούτε φως, ούτε σκοτάδι. Με οδήγησε ψηλά σ' ένα ύψωμα, μου έδειξε τα φώτα μιας μακρινής πολιτείας χαμηλά και λέγοντάς μου, μέχρι εδώ εσύ, και ξεγλίστρησε για πάντα ελεύθερος ο Λευτέρης.
Πηγή εικόνας: https://www.anexitilo.net/2014/09/time-lapse.html
Απόσπασμα απ'το Άρωμα του Ονείρου, του Τομ Ρόμπινς
Μου έχει λείψει μια βόλτα στο Ταίναρο.
Να ακουμπήσω την πλάτη μου στην σμιλεμένη του βράχου
την κοιλότητα,
να βάλω το αυτί μου στην πέτρα που μυρίζει καμένο
φασκόμηλο του μύθου
και να ακούσω τη λύρα του Ορφέα,
να χαράζει τα σκοτάδια με φως.
Να ερωτοτροπεί με τα αντίθετα, να παίζει στα δάχτυλα
του τις ηδονές.
Να νιώσω τον αέρα να αλλάζει
Και να μην μπορεί να αποφασίσει αν θέλει να είναι
πηχτός γεμάτος υγρασία
ή με εκείνο το νυχτολούλουδο το καλοκαίρι δίπλα στην
εξώπορτα, που το λένε Αστάρτη.
Σοφός και αθώος ο Ορφέας,
κυριευμένος από το πάθος του για την Ευρυδίκη,
σαγηνευτικός και ένοχος, καθώς λένε, για τον δεύτερο
χαμό της.
Γιατί τι και αν όλα τα έχεις σχεδιάσει,
τι και αν έχεις καταφέρει να εναρμονίσεις το φως και
το σκότος,
τι και αν όλα είναι μελετημένα και συμφωνημένα;
Η ηδονή δεν μετριέται.
Είσαι έτοιμος να ποντάρεις στη στιγμή, στα μάτια,
στην καρδιά
και φαινομενικά μόνο, να χάσεις μια ολάκερη ζωή με
την Ευρυδίκη,
αλλά να κερδίσεις μια αιώνια ηδονή ανατριχίλας στο
βλέμμα της.
Και εκεί μόνος, στο φως,
ακουμπισμένος στην κοιλότητα του αρχαίου σμιλεμένου
βράχου,
να έχεις αρπάξει έναν αιώνα ηδονής στα μάτια και
στην καρδιά
και ας λένε όλοι οι σοφοί και οι γραφιάδες, ότι
απέτυχες.
Μέσα σου κράτησες εκείνη την απαγορευμένη στιγμή,
εκείνη που την κοίταξες στα μάτια,
φως, λουσμένη με σκοτάδι, μια εναρμονισμένη
αντίθεση.
Πιο όμορφη από ποτέ.
Καύσιμη ύλη για γενεές, όσο η ηλικία του βράχου η
κοιλότητα.
Σκλαβιά:
Άκαμπτος και ατσάλινος
ο χρόνος των ανθρώπων.
Στοχεύει τις σκέψεις και τις ιδέες μας
και σφυροκοπάει με μανία το σώμα μας.
Ξεσκίζει τις σάρκες μας,
χαράζει τα κόκαλά μας,
με γραμμές φυλακισμένων.
Μετατρέπει το σώμα μας,
σε χαραγμένο τοίχο κελιού.
Ψάχνει λυσσασμένος την ιδέα στα σωθικά μας,
να την σβήσει, να την διαμελίσει,
περνώντας τον λεπτοδείκτη από πάνω μας.
Κάθε φορά πιο βαθιά μας χαράσσει,
ο αφέντης ΧΡΟΝΟΣ.
Ελευθερία:
Βελούδινος και άμορφος ο χρόνος.
Δεν μετριέται, δεν χωράει σε ρολόγια
και ημερολόγια.
Δεν σταματάει μήτε αρχίζει.
Πηγάζει στο φιλί, στην καρδιά και στο άγγιγμα
και αμέσως μετά, δεν είναι εκεί.
Χαϊδεύει τον καθένα ξεχωριστά ο χρόνος.
Τυλίγει τα κορμιά και τις σκέψεις
των ανθρώπων και μας καταπίνει γυμνούς,
δίχως γρατζουνιά, δίχως ψεγάδι...δίχως σώμα.
Ο σύντροφος Χρόνος
Εύξυ
Πρώτη δημοσίευση: Anarchy Press
Ακόμα και με φενιζόλ έχει. Ναι, με φενιζόλ. Αυτά που πουλούσαν 50 δραχμές οι φενιζολάδες στα γήπεδα, πριν μπουν πλαστικά καθίσματα στις κερκίδες: "Φενιζόοοολ, φενιζόοοοολ, είναι κρύο το τσιμέντο παιδιά" και έτσι ένα μικρό τετράγωνο φενιζόλ γλίτωνε τον κάθε ποδοσφαιρόφιλο κώλο από κρυοπαγήματα και μουσκέματα. Την άνοιξη το φενιζόλ χρησίμευε όχι για το κρύο, αλλά για την καλύτερη ανάπαυση και έτσι με 50 δραχμές καθόσουν μαλακά και μπορούσες να βρίσεις τις μανάδες των λάινσμαν, των διαιτητών των παιχτών ακόμα και των αιδοίων τους. Μεγαλείο το φενιζόλ!
Τώρα ορθώς θα μου πείτε, που κολλάει το φενιζόλ με το χρόνο. Λοιπόν, τα φενιζόλ πέντε λεπτά πριν τελειώσει ο αγώνας είχαν την τάση να πετάνε ψηλά, σε διάφορα σχήματα κώλων και ενίοτε να προσγειώνονται σε ανυποψίαστα κεφάλια θεατών. Οι ανυπόμονοι που ήθελαν να παρακολουθήσουν τα υπόλοιπα πέντε λεπτά του αγώνα όρθιοι, πετούσαν ψηλά τα φενιζόλ προκαλώντας και τους υπόλοιπους να το κάνουν και έτσι σε όλο το γήπεδο θα μπορούσε κανείς να δει ιπτάμενα λευκά φενιζόλ και όρθιους άντρες να φτιάχνουν το εσώρουχό τους ανάμεσα στα πόδια τους με ελαφρά τσιμπηματάκια πάνω από το παντελόνι.
Ε λοιπόν όταν η ομάδα ήταν ισοπαλία ή έχανε ή με το ζόρι κρατούσε μια νίκη, τα ιπτάμενα φενιζόλ μου προκαλούσαν άγχος. Ήξερα ότι σε λίγο ο αγώνας θα έχει τελειώσει. Όταν δε τα φενιζόλ είχαν σταματήσει να πετούν, τότε πια μετρούσα δευτερόλεπτα.
Μια φορά τα φενιζόλ έπηξαν τον ουρανό και σε χτύπημα φάουλ η ομάδα έβαλε γκολ κερδίζοντας το παιχνίδι. Στο δρόμο όμως τα φενιζόλ ακόμα πετούσαν. Τα πήγαινε και τα έφερνε ο αέρας και κάποια σέρνονταν κατάχαμα με ένα μακρόσυρτο σύρσιμο. Άλλα σπασμένα, άλλα ολόκληρα με ολόκληρο το αποτύπωμα του κώλου επάνω. Περίεργο, έλεγα, ο αγώνας έχει τελειώσει αλλά η καρδιά μου δεν έλεγε να σταματήσει να χτυπά δυνατά, λες ότι εκείνο το τελευταίο φάουλ ακόμα δεν είχε εκτελεστεί.
Έφτασα σπίτι. Το δωμάτιο μου είχε γεμίσει φενίζολ, άνοιξα την πόρτα και την έκλεισα γιατί δεν υπήρχε άλλος χώρος για μένα. Κάθομαι στο σαλόνι και ο πατέρας μου ανακοινώνει πως η γιαγιά πέθανε. Ξάφνου όλα τα φενιζόλ εξαφανίστηκαν. Σηκώθηκα από το σαλόνι και μπήκα στο δωμάτιο μου που πλέον ήταν άδειο και προσπαθούσα να κλάψω, αλλά δεν ήξερα. Με ακολούθησε ο πατέρας, με έπιασε από τον ώμο και με ρώτησε εάν κερδίσαμε. Ναι, όταν τελείωσε ο χρόνος του απάντησα.
Λυγίζουν οι ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα
μέσα μας
και φτιάχνουν μωσαϊκά με τις
στάλες τους,
τα πατάμε, τα βρωμίζουν, τα καθαρίζουμε
χρόνια, μέρες, στιγμές,
εμείς, οι άλλοι, κανείς,
δεν σβήνουν, δεν φεύγουν,
μονάχα καμιά φορά κρύβονται
ανάμεσα στα έντονα φώτα και
βλέμματα,
στους εσωτερικούς ήχους
του βυθού των ποτηριών,
και τάχα, όλα καλά.
Καλύπτουμε με οργασμούς τον λυγισμένο χρόνο μας και μόλις αυτοί φύγουν,
μας τραβάνε απ'τα μαλλιά και μας σέρνουν στα πατώματα,
για να δούμε καθαρά τι αφήσαμε
και προσπεράσαμε.
Και τάχα έτσι είν' η ζωή,
τάχα όλα καλά
και προσπερνάμε.
Πηγαίναμε που λες στον Άγιο Φανούρη. Στροφές, ανέβα κατέβα, παιδί εγώ, κοιτούσα τη ρεματιά από κάτω και μ'έπιανε ένας κόμπος κάτω απ'τον αφαλό. Να, μου λέει ο πατέρας, εδώ χάθηκαν τα παιδιά. Κοιτάω το ρέμα και βλέπω ένα τρακτέρ γκρεμοτσακισμένο. Πήραν τα παιδιά το τρακτέρ και έπεσαν στο ρέμα, πάει χάθηκαν και το τσακισμένο τρακτέρ ακόμα εκεί. Μνημείο αυτού του χαμού. Άλλαξε το ρέμα στα μάτια μου και έγινε μια τεράστια αχανής τρύπα με φωνές και φασαρία πολύ. Πόσος χαμός κάποτε σ' αυτό τον λόγγο; Όσες πίτες και να φτιάξει κανείς στον Φανούρη ζωές που χάθηκαν δεν τις φέρνει πίσω. Πόσο παράξενο όμως, δίπλα στο εκκλησάκι του Φανούρη να υπάρχει κάτι που ο ίδιος δεν μπορεί να φανερώσει.
Πλήθος ανθρώπων, ανάμεσά τους και εγώ με μια σακούλα στο χέρι, έτοιμος να την γεμίσω με χαμένα και πόθους, περιμένοντας στην σειρά για ένα κομμάτι πίτα από κάθε μια που ήταν απλωμένες στην μάντρα της εκκλησίας. Γεμάτες οι σακούλες και τα στόματα γεμάτα χαμένα πράγματα, πόθους και ανεκπλήρωτα. Γεμάτη και η δική μου σακούλα. Ξέρεις πόσα κομμάτια από χαμένα ανεκπλήρωτα άλλων έχω φάει πιτσιρικάς; Ακόμα τα κουβαλάω λες και είναι δικά μου, αλλά δεν είναι, το ξέρω.
Σαν έφηβος όμως η γιορτή του Φανούρη συνέπεφτε με διάβασμα. Μεταξεταστέος, ως συνήθως, ο άχρηστος και ο δεν κανει για τίποτε έκανε διάλειμμα για τις πίτες του Φανούρη. Το μάσημα της πίτας σηματοδοτούσε το χάσιμο του καλοκαιριού και του καλοκαιρινού μου χρόνου, κάθε μάσημα και ένα βήμα πιο μακριά απ'το καλοκαίρι που όλο και ξεμάκραινε στην κοιλιά μου και ούτε αυτό ο Φανούρης μπορούσε να το φέρει πίσω. Μαζί μ'αυτό γλιστρούσε και χανόταν η παιδικότητά μου και όλο κάτι έπρεπε να γίνω σαν ενήλικας πια.
Μα τι βρίσκει ρε γαμώτο τελικά αυτός ο Φανούρης;
Πάνε 13 χρόνια από τότε που κοίταξες το βουνό και εκείνο είχε μεταμορφωθεί σε φουγάρο. Απίστευτη ποσότητά καπνού ανέβαινε στον ουρανό, μεταμορφώνοντας τον Ήλιο σ'ένα τεράστιο λευκό χάπι και βρέχοντας στάχτη τις καρδιές όλων που χτυπούσαν στον βουνό. Η θάλασσα κυμάτιζε κάρβουνο εκείνες τις ημέρες του Αυγούστου, μαύρο το κύμα στις ακτές γεμάτο θρηνητικό ήχο.
Φεύγεις, πας να βοηθήσεις το βουνό, έχοντας την ψευδαίσθηση πως εσύ ένας τόσο δα άνθρωπος, θα μπορούσες να βοηθήσεις το πελώριο βουνό που δοκιμάζεται από μια φωτιά αντάξια του όγκου του, μα όταν πλησιάζεις αυτό είναι αδύνατον, σαν ένα τεράστιο αόρατο καυτό σιδερένιο φράγμα να σου χτυπάει το σώμα και να σε πετάει μακριά. Τα δέντρα τρίζουν καθώς πεθαίνουν, νιώθεις τον πόνο των ζώων που εγκλωβίστηκαν σ' αυτή την κόλαση και εσύ δεν μπορείς να κάνεις κάτι. Πονάς βαθιά και λίγα λεπτά αφού περάσει η φωτιά, "ακούς" την απόλυτη σιωπή και σκέφτεσαι πως αυτός είναι ο μη ήχος του θανάτου.
Κάποιες μικρές φωτιές ακόμα καίνε αλλά εσύ προχωράς γιατί ανάμεσα στην κάπνα, στην μαυρίλα των κορμών που ακόμα σιγοκαίνε και στις διάσπαρτες φωτιές, στο βάθος του δρόμου, βλέπεις μια ανθρώπινη φιγούρα να περπατάει μόνη. Πλησιάζεις και είναι το βλέμμα κενό, μουτζουρωμένο το πρόσωπο απ'τα δάκρυα, το παντελόνι σκισμένο χαμηλά και το πουκάμισο ανοιχτό. "Η φωτιά είναι θηρίο αγόρι μου" σου λέει, "όλα τα ζωντανά κάηκαν, στάχτη όλα, το βουνό, πάει, πάνε."
Το βράδυ, ενώ γυρνούσες απ'το βουνό εναλλάσσονταν η φλόγα του βουνού με αυτή του έρωτα. Το χάδι, το φιλί και ο οργασμός ένα κουβάρι, με εναλλαγές εικόνων, ήχων και μυρωδιών. Σε δύο μέρη ταυτόχρονα, από την μια στο σώμα της και από την άλλη το διψασμένο σώμα του βουνού. Σαν να έπρεπε να ισορροπήσεις την καταστροφή.
Το πρωί ακούς πως η φωτιά χόρτασε το δάσος και κατεβαίνει στο χωριό. Ένα πελώριο αεροπλάνο αδειάζει λίμνες νερού από πάνω αλλά αυτή εκεί, αγέρωχη συνεχίζει να κατακαίει. Αρκετοί είναι αυτοί που έχουν μαζευτεί σ'ένα σπίτι με πισίνα και κοιτούν την εξέλιξη της φωτιάς σπρώχνοντάς ο ένας τον άλλον στην πισίνα και άλλοι πίνοντας μπύρες, ενώ τα ελικόπτερα και τα αεροπλάνα κάλυπταν τα γέλια και τις φωνές τους.
Φεύγεις από εκείνο το μέρος και στην πορεία σε ρωτάνε εάν το χωριό σώθηκε. "Δυστυχώς το δάσος κάηκε και δυστυχώς το χωριό σώθηκε." 13 χρόνια μετά, σκέφτεσαι πως αυτή την φράση δεν θα την άλλαζες και μετά θυμάσαι τον τραμπαλισμό καταστάσεων που είχες βιώσει εκείνες τις μέρες και το παίρνεις πίσω. Ίσως όλα αυτά είναι ένα παιχνίδι του μυαλού, ώστε να αντέξει το παιχνίδι της καταστροφής και του θανάτου, ίσως όλα να είναι ένα.
Κλειστήκαμε σε πόλεις, σε δουλειές.
Πνιγήκαμε στην ασφάλεια και στην προετοιμασία.
Διαβάζουμε, μελετάμε, μετράμε τις αποστάσεις και υπολογίζουμε
το κέρδος και τη ζημιά.
Είμαστε μέσα σε όλα και καταπίνουμε σιγουριές.
Χλευάζουμε και λέμε
ότι γνωρίζουμε,
είμαστε γρήγοροι, αλλά διεκπεραιωτικοί,
παθητικοί και άοσμοι.
Αγνοώντας την αλήθεια του βυθού μας,
αποφεύγοντάς την συστηματικά.
Γιατί έτσι μας είπαν, για προστασία.
Φωτίζουμε την νύχτα με τα χιλιόμετρά μας,
αγνοούμε το φως της μέρας και λουζόμαστε σε οθόνες.
Είμαστε προστατευμένοι και
προετοιμασμένοι απ’ τον καιρό,
χωρίς να έχουμε επαφή μαζί του.
Κάναμε φίλους τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα
και αυτά μας κρατάνε σφιχτά απ’ το χέρι, μέχρι να πάψει
το αίμα να κινείται.
Μας οδηγούν στον ύπνο, από κελί σε κελί,
από προαύλιο σε προαύλιο, μέρα την μέρα,
χρόνο το χρόνο, ζωή τη ζωή.
Μας κλείνουν ραντεβού με το θάνατο, καθημερινά.
Τραυλή η κάβλα,
μουγκός ο οργασμός.
Και όλο αναρωτιέμαι, τι να είναι
όλες αυτές οι φωτιές στα όνειρα μου;
Εύξυ
Πρώτη δημοσίευση: Anarchypress
Μυρίζεις καμένη βενζίνη και λάδια μαζί, μα δεν σε νοιάζει, γιατί ξέρεις ότι τα κορίτσια σ' εκείνο το μαγαζί δεν κρίνουν. Πώς την έλεγαν εκείνη την κοπέλα απ' τον Πειραιά; Αυτήν που σου ζήτησε λίγα παραπάνω χρήματα ώστε να σου πάρει μια πίπα εκεί στο τραπέζι; Δεν θυμάμαι ρε γαμώτο, αλλά δεν θυμάμαι και τα πρόσωπα των πελατών που μας έβλεπαν. Είπαμε, εκεί τα κορίτσια δεν κρίνουν, αλλά συνήθως ούτε και οι πελάτες. Δύσκολα κρίνεις τον εαυτό σου άλλωστε.
Περνάς λοιπόν την πόρτα και ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού κάθεται μόνος πίσω από την μπάρα, ζωσμένος με σκυλάδικα και θολός στην όψη. Το μαγαζί άδειο. Προχωράς στην αθέατη πλευρά του και βλέπεις έναν τύπο με μια μεγάλη μουστάκα να έχει ανέβει στην καρέκλα και γύρω του όλες οι κοπέλες του μαγαζιού, να τον ακουμπούν στο στήθος που φαίνεται από το ανοιχτό του πουκάμισο και να του πιάνουν τα πόδια με το λερωμένο του παντελόνι. Ο τύπος κρατάει και στα δύο χέρια του λεφτά και κάνει ότι χορεύει." Ώπα, ώπα" του λένε τα κορίτσια, "ελαααα παμέεε" και εκείνος μουγκός, ανεβασμένος στο ψηλότερο σημείο, με τα χέρια ψηλά στους καπνούς και με ελάχιστες άγαρμπες κινήσεις, καταθέτει το παρελθόν του σ' εκείνη την στιγμή. Ο μπάρμαν- ιδιοκτήτης χαμένος πίσω απ' τα φώτα και την θολούρα του καπνού, κοιτάζει το ρολόι στο χέρι του και βάζει ένα ακόμα ποτό. Εσύ κοιτάς το μουλάρι στην έξοδο και για λίγο νιώθεις πως σου γνέφει να φύγετε.
Εκείνη την νύχτα, ο μόνος που αντιλήφθηκε την παρουσία σου εκεί ήταν το μουλάρι. Μια μανιβελιά, δεύτερη, φασαρία που δεν μπορεί να καλύψει το κενό και ένα μαξιλάρι έτοιμο να απορροφήσει το καυσαέριο του μυαλού σου.
Τελευταία φορά που είδα την Μαρία, ήταν πρίν από πάρα πολλά χρόνια, έξω από τα κάγκελα της αυλής. Δεν φορούσε μαύρα όπως παλιά, αλλά ένα μπλέ μακρύ φουστάνι με άσπρες μικρές βούλες και τα μαλλιά της δεν ήταν δεμένα, ούτε φορούσε μαύρο μαντήλι, παρά τα είχε λυτά και κάτασπρα.
Σκέφτηκα ότι μπορεί να πήγε προς τα κτήματα, να βρει ξύλα, να τα ζαλωθεί ώστε να ανάψει τον φούρνο. Μετά σκέφτηκα ότι μπορεί να πήγε στο βουνό. Άλλωστε απ' όλα τα μέρη που μεγάλωσε, το βουνό γι' αυτήν δεν ήταν παρά το μεγάλο της σπίτι. Μικρό κορίτσι η Μαρία, 10-13 χρόνων, ξυπνούσε στις τρεις, για να ετοιμάσει τα πρόβατα και τα κατσίκια και πριν φέξει τα έβγαζε στο βουνό. Μια φορά την Μαρία την είχε πάρει ο κατήφορος ή η περιέργεια και κατέβηκε στη θάλασσα, που πάντα την έβλεπε από ψηλά αλλά ποτέ δεν είχε πάει. Με το πρώτο φως της ανατολής λοιπόν, έφτασε στη θάλασσα παρέα με το κοπάδι της με τα αιγοπρόβατα. Ανέβηκε σε ένα ψηλό βράχο και κοίταξε την θάλασσα, ενώ το κοπάδι έψαχνε να βοσκήσει στην παραλία. -Είδα τα ψάρια, έλεγε γεμάτη χαρά, πολλά χρόνια μετά.
Δεκαετίες μετά από αυτό το κατηφόρισμα, η χαρά της ακόμα κρατούσε. Άλλωστε δεν είχε και πολλές χαρές η Μαρία από την ζωή της. Στον καιρό της κατοχής έπιασαν κάτι αντάρτες την Μαρία και της είπαν να τους πάει τυρί, ψωμί, λαχανικά και κρέας στα λημέρια τους. Φορτώνει μετά από λίγες μέρες η Μαρία τον γάιδαρο και πάει. Στο δρόμο αντιλαμβάνεται Γερμανούς στρατιώτες και χώνεται πίσω από μια γκρεμισμένη καλύβα. Ο γάιδαρος σαν να κατάλαβε ότι έπρεπε να σταματήσει ακόμα και να αναπνέει και έτσι οι Γερμανοί στρατιώτες πέρασαν από εκείνη την καλύβα δίχως να αντιληφθούν την Μαρία με το φορτωμένο ζωντανό. Λέγοντας την ιστορία της στους αντάρτες η Μαρία, εκείνοι γελούσαν, ενώ ήταν μπουκωμένοι με ψωμί.Κάποτε την ρώτησα, αν ποτέ είχε δει κάτι παράξενο στο βουνό τα βράδια, θέλοντας να ακούσω κάτι παράξενο ώστε να μου εξάψει την φαντασία μου. -Τίποτα παιδί μου, έλεγε. -Μόνο μια φορά έναν απίστευτο μεγάλο θόρυβο που δεν ξέρω τι ήταν. Τι να ήταν άραγε αυτός ο θόρυβος;
Την Μαρία κατά το τέλος της ζωής της, την άκουγα τις νύχτες να ψιθυρίζει μόνη της. Έσερνε το χέρι της στον τοίχο και εγώ άκουγα το σύρσιμο και ένα ψίθυρο, έναν ψίθυρο γεμάτο παράπονα και ανεκπλήρωτα.
Καμιά φορά, όταν πάει να ξημερώσει, σκέφτομαι εκείνη την λάμπα στο αποθηκάκι που ζύμωνε, δίπλα στον φούρνο με τα ξύλα και αμέσως η Μαρία είναι όντως εκεί, κάτω από την Πούλια και τον Αυγερινό, να δίνει μορφή στις δυσκολίες και να τις αλλάζει σε κάτι όμορφο, να τις μαλακώνει, μέχρι αυτές να είναι έτοιμες να ψηθούν και να είναι νόστιμες και ζεστές. Την σκέφτομαι ελάχιστα πάνω από το έδαφος. Απαλλαγμένη από το βάρος και τα ανεκπλήρωτα.